ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΧΑΜΕΝΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ
Εδώ και κάποιο καιρό, η Ειρήνη είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως στο διαμέρισμα της Αθήνας, εκτός από εκείνη και τον άντρα της, έμενε κάποιος ακόμα. Και δεν ήταν φάντασμα. Τα φαντάσματα, όπως πίστευε, είναι σοβαρά πλάσματα: αν εμφανίζονται, το κάνουν για λόγους σημαντικούς, κι όχι για χαζομάρες.
Εδώ όμως ήταν άλλη υπόθεση. Μια καθαρά καθημερινή γκαντεμιά. Κάτι σαν σκανταλιάρικο σπιτικό ξωτικό, ένας νταγκατζής.
Πρώτα εξαφανίστηκαν οι αθλητικές κάλτσες της. Πάντα μία-μία βέβαια. Ας πούμε πως χάνονται στη φουρνάδα, κάθε νοικοκυρά ξέρει πως αυτά συμβαίνουν. Όμως αυτές, οι λευκές με κόκκινη ρίγα που φορούσε όταν πήγαινε γυμναστήριο, όλο μπροστά της εμφανίζονταν στο συρτάρι. Σα να την κορόιδευαν: «Πότε ήταν η τελευταία φορά που μας φόρεσες;»
Και ξάφνου άφαντες. Μία σήμερα, μία την επόμενη.
Τις βρήκε έπειτα από μια βδομάδα. Στο ίδιο μέρος. Τυλιγμένες σαν σαλιγκάρια. Από πάνω, ένα στραβό γκρι χαρτάκι με τυπωμένα, λίγο αδέξια, γράμματα:
«Μας είχες ξεχάσει για 127 μέρες. Τις μετρούσαμε».
Έκανες κάτι εσύ; επιτέθηκε στον άντρα της, τον Νίκο, που χάζευε ειδήσεις στο κινητό. Μήπως μου υπονοείς ότι πάχυνα και πρέπει να ξαναπάω γυμναστήριο;
Αποκρίθηκε με αθώο βλέμμα και πλήρη άρνηση.
Ε, καλά τότε αναστέναξε η Ειρήνη, μα δεν τον πίστεψε τελείως. Ο Νίκος ήταν γνωστός χωρατατζής.
Μετά, εξαφανίστηκε το αγαπημένο της τσιμπιδάκι αυτό που πάντα άφηνες μπροστά στον καθρέφτη του χολ. Και το ακριβό κραγιόν, «για ξεχωριστές περιστάσεις», που κράταγε στη τσάντα.
Τα βρήκε στο ντουλάπι της κουζίνας, ανάμεσα στα κουτιά με μακαρόνια και όσπρια. Κι αυτά με σημειώματα.
Στο τσιμπιδάκι:
«Αποφάσισε αν θες κοντά ή μακριά μαλλιά. Βαρέθηκα να με παραμελείς και μετά να με νοσταλγείς».
Στο κραγιόν:
«Πότε ήταν αυτή η ξεχωριστή βραδιά; Θα ξεραθώ τελείως αν δεν με χρησιμοποιήσεις!»
Αυτό πια δεν είναι αστείο, γρύλισε η Ειρήνη, κουνώντας βιαστικά τον νυσταγμένο Νίκο που περίμενε το μεσημεριανό στον καναπέ.
Είσαι καλά; της απάντησε εκείνος εκνευρισμένος. Λες να κάνω τέτοια αστεία εις βάρος μου;
Είχε δίκιο. Μπορεί να ήταν πειραχτήρι, αλλά σε αυτά τα πράγματα είχε όρια. Μια μικρή ανησυχία φώλιασε μέσα της.
Έπειτα άρχισε να προσέχει πού έβαζε τι, και συχνά επέστρεφε να σιγουρευτεί ξανά και ξανά. Ακόμα και γιατρό επισκέφτηκε. Μετά τις εξετάσεις, η ηλικιωμένη γιατρός της είπε χαμογελώντας ότι έχει καλύτερη μνήμη κι από τη δική της.
Κι όμως, τα πράγματα συνέχιζαν να χάνονται.
Αγαπημένα στυλό. Μπλούζα με ρίγες. Κρέμα χεριών.
Και για κορύφωση, το μπρελόκ με τα κλειδιά του εξοχικού στη Χαλκιδική. Ο Νίκος για μια βδομάδα κυκλοφορούσε κάπως πειραγμένος, με βαθυστόχαστες ανάσες.
Η Ειρήνη έγινε νευρική: κοιμόταν άσχημα, τιναζόταν με κάθε παραμικρό ήχο, κίνησε τηλέφωνα, κλειδιά, πορτοφόλι δεκάδες φορές καθημερινά.
Αλλά εκείνο το Σάββατο, έγινε κάτι αλλόκοτο.
Αποφάσισε να τακτοποιήσει την αποθήκη του υπνοδωματίου κάτι που ανέβαλε καιρό. Και ξαφνικά, σ ένα άδειο κουτί από μπότες, ανακάλυψε όλα τα χαμένα πράγματα. Τακτοποιημένα σαν βιτρίνα παλαιοπωλείου.
Η μπλούζα αγκαζέ με μια κοντή φούστα με πιέτες. Σημείωμα:
«Άραγε θυμάσαι ακόμα να χορεύεις;»
Τα στυλό, ταξινομημένα ανά χρώμα:
«Μας μασάς όταν αγχώνεσαι. Κουραστήκαμε από το στρες».
Τα κλειδιά, μπλεγμένα με το μπρελόκ σα να κρατιούνται από το χέρι:
«Ξεμείναμε μόνα μας στο συρτάρι, κανείς δεν πάει πια στο εξοχικό. Όμως, εμείς τουλάχιστον, επιστρέψαμε μόνοι μας».
Η Ειρήνη τα χασε.
Σε εκείνα τα σημειώματα υπήρχε κάτι ειρωνικό αλλά και σοφό και λίγο θλιμμένο. Σαν να τα είχε γράψει μια άλλη εκδοχή του εαυτού της, στεγασμένη όμως σε μια πιο ονειροπόλα ζωή.
Έτοιμη να κλείσει το κουτί, διέκρινε στο βάθος ένα ακόμη μικρό γκρι τετράγωνο χαρτί. Χωρίς συνημμένο αντικείμενο. Μόνο ένα σημείωμα.
Τα γράμματα έτρεμαν, σα να είχε πέσει βροχή πάνω τους:
«Είχες υποσχεθεί σε εκείνο το κορίτσι στον καθρέφτη να γίνεις ζωγράφος.
Είμαι εκείνο το κορίτσι.
Και νιώθω πολύ μοναχική εδώ, στο κουτί με τις χαμένες υποσχέσεις και τις ξεχασμένες ελπίδες».
Η Ειρήνη έμεινε πολλή ώρα στο πάτωμα της αποθήκης, γερμένη στα γεμάτα ράφια, να θυμάται.
Να τη στην αυλή του νηπιαγωγείου, με τη γλώσσα έξω από τη συγκέντρωση, να σχεδιάζει με μαρκαδόρους ένα σπίτι, ήλιο, τον πατέρα, τη μητέρα και την αδερφούλα της.
Να την στο μάθημα ζωγραφικής στο σχολείο, κι ο ενθουσιασμός όταν το νερό μεταμόρφωνε τα χρώματα.
Η μυρωδιά των λαδιών στο εργαστήριο. Ησυχία στο μουσείο. Κάθε πινελιά, μια μελωδία. Οι επεξηγήσεις της ξεναγού, καθάριες.
Στην αρχή πίστευε ότι έτσι θα ήταν η ζωή της.
Ύστερα, το είδε σαν χόμπι. Μια ανάσα.
Και μετά
Τίποτα.
Όχι από έλλειψη χρόνου, αλλά γιατί όλο έβαζε άλλες προτεραιότητες και σιγά-σιγά, η ζεστή προσμονή χάθηκε, όπως είχαν χαθεί οι κάλτσες, τα στυλό, τα κλειδιά.
Χάιδεψε το τελευταίο σημείωμα.
Της φάνηκε πως είχε ζωή ήταν θερμότερο, ελαφρώς πάλλονταν. Ίσως να έτρεμαν τα δικά της χέρια.
Ήταν ποτέ δυνατό μια ώρα ψώνια ή ακόμα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να αξίζουν περισσότερο απ το όνειρο;
Εκείνο το βράδυ η Ειρήνη δεν κοιμήθηκε εύκολα. Γυρνούσε στο κρεβάτι πολλές ώρες, ώσπου στις δύο τα ξημερώματα σηκώθηκε σιγανά.
Πού πας; ψιθύρισε αγουροξυπνημένος ο Νίκος.
Κοιμήσου εσύ… μουρμούρισε.
Σκεφτόταν: «Κάπου, ανάμεσα στα κουτιά στην αποθήκη, έχω κρατήσει τα παλιά μου χρώματα».
Περνώντας μπροστά από τον καθρέφτη στη χολ, έπιασε το βλέμμα εκείνου του μικρού κοριτσιού. Ήταν διστακτικό. Μα και γεμάτο ελπίδα.
Κανένα όνειρο δεν πρέπει να μείνει για πάντα κλεισμένο σε κουτί. Μόνο αν δώσεις στον εαυτό σου την ευκαιρία να τα κυνηγήσεις, νιώθεις πραγματικά ζωντανός.






