Με λένε Πατρίτσια και είμαι 49 ετών. Είμαι νοσηλεύτρια στη νυχτερινή βάρδια στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών. Εργάζομαι εκεί εδώ και 20 χρόνια, έχω δει τα πάντα.

Με λένε Αλεξάνδρα και είμαι πια 49 χρονών. Εργάζομαι ως νοσηλεύτρια στην νυχτερινή βάρδια του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών. Δουλεύω εκεί σχεδόν είκοσι χρόνια, έχω δει πολλά. Τα μάτια μου έχουν αντικρίσει και χαρές και λύπες.

Είμαι χωρισμένη εδώ και οχτώ χρόνια. Έχω έναν γιο, τον Νικόλα, που μόλις έκλεισε τα δέκα έξι. Ζει μαζί μου. Είναι καλό παιδί, υπεύθυνο και διαβαστερό. Δεν μου έχει δημιουργήσει ποτέ προβλήματα.

Ή μάλλον, έτσι το έλεγα πάντα Μέχρι που ήρθε το μεγαλύτερο πρόβλημα στη ζωή μας. Όχι, δεν ήταν δικό του φταίξιμο.

Πριν έξι μήνες, ο Νικόλας άρχισε να παραπονιέται για πονοκεφάλους. Στην αρχή πίστεψα πως ήταν τα μάτια του, ότι χρειαζόταν γυαλιά. Τον πήγα στον οφθαλμίατρο, αλλά όλα ήταν μια χαρά.

Οι πόνοι επέμεναν. Μετά ξεκίνησαν οι ναυτίες το πρωί. Νόμιζα πως κάτι του πείραζε το σχολικό του φαγητό. Του ετοίμαζα φαγητό από το σπίτι. Οι ναυτίες όμως δεν σταματούσαν.

Μια μέρα τον βρήκα στο μπάνιο να κάνει εμετό. Το πρόσωπό του χλωμό. Μου είπε πως ζαλιζόταν, ότι όλα του γύριζαν.

Τον πήγα αμέσως στα επείγοντα στο Γενικό, εκεί όπου δουλεύω τόσο καιρό. Έκαναν εξετάσεις αίματος, όλα έβγαιναν φυσιολογικά. Ο γιατρός είπε ότι πιθανότατα είναι το άγχος, οι έφηβοι συχνά σωματοποιούν το σχολικό στρες.

Μα εγώ είμαι νοσηλεύτρια είκοσι χρόνια και το ένστικτό μου φώναζε πως κάτι δεν πάει καλά. Ζήτησα επίμονα και άλλες εξετάσεις. Ο γιατρός με κοίταξε λες και υπερέβαλα, αλλά τελικά έδωσε εντολή για αξονική.

Θυμάμαι εκείνη την μέρα ξεκάθαρα. Ήταν Τρίτη. Εργαζόμουν όταν χτύπησε το τηλέφωνο από το νοσοκομείο όπου του έκαναν την αξονική. „Έλατε όσο πιο σύντομα μπορείτε,” μου είπαν.

Άφησα τη βάρδια μου στη μέση και έτρεξα ως την Πατησίων με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Με οδήγησαν σε ένα γραφείο. Εκεί ήταν ο νευρολόγος, ένας κύριος πενήντα κάτι, σοβαρός.

„Κυρία, βρήκαμε κάτι στην αξονική του γιου σας,” είπε. „Πρόκειται για όγκο στον εγκέφαλο. Πρέπει να κάνουμε περισσότερες εξετάσεις για να δούμε τι τύπος είναι και πόσο έχει προχωρήσει.”

Ένιωσα τον κόσμο να γκρεμίζεται. Εγώ, που έχω δώσει άσχημα νέα τόσες φορές. Που έχω κλάψει για ασθενείς δίπλα στους δικούς τους. Που νόμιζα ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μη μπορώ να αντέξω. Τίποτα δεν με είχε προετοιμάσει να ακούσω αυτές τις λέξεις για το παιδί μου.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν κόλαση. Ατέλειωτες εξετάσεις, μαγνητικές, βιοψίες, συμβούλια με ογκολόγους. Ιατρικοί όροι που γνώριζα καλά και τώρα ηχούσαν σαν καταδίκη.

Γλοιοβλάστωμα, βαθμός IV, επιθετικό, αδύνατον να χειρουργηθεί λόγω θέσης. Θεραπεία: χημειοθεραπεία και ακτινοβολία, απλώς για να κρατηθεί λίγο ακόμα. Το προσδόκιμο κακό. Ο γιατρός εξήγησε τα πάντα μπροστά στον Νικόλα. Το αγόρι μου, το μωρό μου, άκουγε ότι έχει καρκίνο τελικού σταδίου στον εγκέφαλό του.

„Θα πεθάνω;” με ένα ήρεμο τόνο που έσπασε την ψυχή μου.

Ο γιατρός τον κοίταξε με εκείνη τη συμπόνια που κι εγώ είχα προσπαθήσει να δώσω τόσες φορές. „Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να έχεις λίγο παραπάνω χρόνο,” του είπε.

Λίγο παραπάνω χρόνος Όχι „θα γίνεις καλά”. Όχι „θα το ξεπεράσεις”. Μόνο χρόνος.

Εκείνο το βράδυ με αγκάλιασε και μου είπε: „Μαμά, μη στεναχωριέσαι. Θα το παλέψουμε μαζί.”

Και ξεκινήσαμε να παλεύουμε. Χημειοθεραπείες κάθε δύο βδομάδες. Τα μαλλιά του έπεσαν. Έχασε κιλά. Έκανε συχνά εμετό, μα ποτέ δεν παραπονέθηκε. Ποτέ δεν είπε „Γιατί εγώ;”. Δεν σταμάτησε να χαμογελά.

Οι φίλοι του ερχόντουσαν στην αρχή συχνά. Αρχικά γινόταν χαμός στο σπίτι. Μετά λιγόστεψαν τα παιδιά, δύσκολο για έφηβους να αντιμετωπίσουν τον θάνατο κάποιου συνομήλικου. Ένας μόνο δεν έλειψε ούτε μέρα: Ο Στέφανος, ο καλύτερός του φίλος από το δημοτικό. Ερχόταν μετά το σχολείο, του έλεγε τα νέα, του έφερνε ασκήσεις για το σχολείο, παίζανε μαζί βιντεοπαιχνίδια ακόμη κι όταν ο Νικόλας με το ζόρι κρατούσε το χειριστήριο.

Ένα απόγευμα άκουσα τυχαία τη συζήτησή τους πίσω από την ανοιχτή πόρτα.

„Φοβάσαι;” ρώτησε ο Στέφανος.

„Συνέχεια,” είπε ο Νικόλας. „Αλλά δεν το λέω στη μαμά. Έχει κι αυτή αρκετά.”

„Τι φοβάσαι πιο πολύ;”

„Ότι θα μείνει μόνη της. Ότι θα πονέσει. Ότι δεν θα προλάβω να της πω ένα σωστό αντίο. Ότι θα νιώθει τύψεις για κάτι που δεν της αναλογεί.”

Έκλεισα την πόρτα και πήγα στο δωμάτιό μου για να μην με ακούσουν να κλαίω.

Η αγωγή δεν έχει αποτέλεσμα. Ο όγκος δεν υποχωρεί, μεγαλώνει. Οι γιατροί μίλησαν για παρηγορική φροντίδα πλέον. Να επικεντρωθούμε στην ποιότητα του χρόνου που απομένει.

Πόσος χρόνος; Κανείς δεν μπορεί να πει ακριβώς. Ίσως τρεις μήνες. Ίσως έξι. Ίσως και λιγότερο.

Σήμερα το πρωί, ο Νικόλας μου ζήτησε να πάει στο σχολείο. Είχε βδομάδες να πάει, κουράζεται πολύ. Μου είπε όμως ότι ήθελε να ξαναδεί τους συμμαθητές του, να αισθανθεί έστω για λίγες ώρες ένας κανονικός έφηβος.

Τον πήγα. Τον βοήθησα να κατέβει από το αυτοκίνητο. Τόσο αδύναμος πια, τόσο ελαφρύς. Οι φίλοι του τον αγκάλιασαν, η αγαπημένη του φιλόλογος τον χαιρέτησε τρυφερά. Τον είδα να χαμογελά, να παύει έστω για λίγο να είναι „το παιδί με τον καρκίνο” και να είναι απλώς ο Νικόλας.

Τον πήρα τρεις ώρες μετά, εξάντληση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, μα ευτυχία στα μάτια του.

„Ευχαριστώ, μαμά,” μου είπε στο αυτοκίνητο. „Ευχαριστώ που με πήγες, σε ευχαριστώ για όλα. Γιατί είσαι η καλύτερη μαμά στον κόσμο.”

„Κι εσύ, το καλύτερο παιδί στον κόσμο,” του απάντησα.

„Μαμά,” μου είπε μετά από παύση, „όταν φύγω, θέλω να είσαι ευτυχισμένη. Να ζήσεις. Να μην περάσεις τη ζωή σου κλαίγοντας για εμένα.”

„Νικόλα, μην τα λες αυτά”

„Πρέπει να τα πούμε, μαμά. Κι οι δύο ξέρουμε τι θα συμβεί. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα είσαι καλά. Ότι θα συνεχίσεις. Ότι θα με θυμάσαι με χαμόγελο και όχι μόνο με λύπη.”

Και το υποσχέθηκα, αν και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω.

Απόψε κοιμάται στο δωμάτιό του. Πήγα πριν λίγο να τον δω, να βεβαιωθώ πως είναι ήρεμος. Πόσο μικρός φαίνεται στον ύπνο του. Για μένα, πάντα παιδί θα είναι.

Αύριο το πρωί έρχεται η νοσηλεύτρια της παρηγορικής φροντίδας. Μεθαύριο έχουμε πάλι ραντεβού με τον ογκολόγο για τα τελευταία αποτελέσματα, μα ξέρω ήδη μέσα μου τι θα ακούσουμε.

Κάθισα στη σάλα της πολυκατοικίας μας, μια παλιά που φαίνεται πάνω στον Πειραιά, με το φλιτζάνι του καφέ να παγώνει στα χέρια μου. Κοιτώ τις φωτογραφίες στον τοίχο. Ο Νικόλας μωρό. Ο Νικόλας στην πρώτη του μέρα στο νηπιαγωγείο. Ο Νικόλας στα 10 του γενέθλια. Ο Νικόλας έξι μήνες πριν, υγιής, χαμογελαστός, με όλο το μέλλον μπροστά του.

Δεν ξέρω πώς θα επιβιώσω. Δεν ξέρω πώς αντέχεται να χάνει κανείς το παιδί του στα 16. Να μην ζήσει αυτά που ονειρεύτηκε.

Μα για εκείνον θα τα καταφέρω, όσο μπορώ. Θα σταθώ όσο με χρειάζεται, θα χαμογελάω όταν με κοιτάει, θα προσπαθήσω να του χαρίσω τις πιο όμορφες τελευταίες μέρες που μπορώ.

Κι όταν βρει τη γαλήνη του, δεν ξέρω πώς θα ζήσω, τι δρόμο θα τραβήξω Αυτά, θα τα δω τότε. Τώρα, μόνο ένα μετράει να είμαι εδώ, παρούσα, για Εκείνον.

Πώς να χωρέσει κανείς μια ζωή αγάπης μέσα σε τόσο λίγες μέρες; Πώς να πει σε ένα παιδί πόσο το αγαπάει, όταν το ρολόι μετράει αντίστροφα;Ξημέρωσε. Ο ήλιος μόλις έγλειφε τις πολυκατοικίες απέναντι, φέρνοντας εκείνη τη χρυσοκόκκινη αντανάκλαση στο λευκό των τοίχων. Άκουσα τον Νικόλα να με φωνάζει ήρεμα από το δωμάτιό του. Μπήκα μέσα, κάθισα δίπλα του και εκείνος άνοιξε τα μάτια με ένα αχνό χαμόγελο το ίδιο χαμόγελο που με είχε γλυκάνει πρώτη φορά δεκαέξι χρόνια πριν.

«Καλημέρα, μαμά. Μπορούμε να δούμε μαζί τον ήλιο να ανατέλλει;» ρώτησε, και παρότι έτρεμαν τα πόδια του σηκώθηκε, τον πήρα αγκαλιά και βγήκαμε δίπλα στο παράθυρο.

Καθίσαμε εκεί όπως παλιά, όταν ήταν μικρός και κοιτούσε το φως με περιέργεια και ελπίδα, όπως μόνο τα παιδιά ξέρουν. Ακτινοβολούσε μια ηρεμία, ένα παράξενο φως γύρω του. Έγειρε το κεφάλι στον ώμο μου κι εγώ τον κράτησα σφιχτά.

Για λίγα λεπτά, το μόνο που υπήρχε ήταν φως, ανάσες, δυο χέρια σφιχτά πλεγμένα.

«Σ αγαπώ», μου ψιθύρισε, κι εγώ το ψιθύρισα πίσω, αμέτρητες φορές, να είμαι σίγουρη πως πρόλαβε να το ακούσει να το νιώσει.

Όταν, λίγες μέρες αργότερα, ήρθε η στιγμή που περίμενα με τρόμο, ήξερα πως η υπόσχεση που του έδωσα θα χαράξει για πάντα τη δική μου ζωή. Τον κράτησα ως το τέλος γαλήνιος, ήσυχος, με χαμόγελο. Του τραγουδούσα όπως όταν ήταν μωρό, κρατούσα το χέρι του, δεν τον άφησα στιγμή.

Ο θρήνος ήταν αβάσταχτος, μα δεν με κατέστρεψε. Και τις μέρες που ακολούθησαν, όταν όλοι είχαν φύγει κι είχαν μείνει μόνο οι σκιές και οι φωτογραφίες, άκουγα ακόμα το τελευταίο του «σ αγαπώ» να αντηχεί στους τοίχους.

Με το χρόνο, άρχισα πάλι να πηγαίνω στο παράθυρο τα πρωινά, να κοιτώ τον ουρανό όπως εκείνη τη μέρα.

Ένα Σάββατο, ήρθε ο Στέφανος, μου έφερε ένα λευκό τριαντάφυλλο. Καθίσαμε μαζί, μιλήσαμε για εκείνον για γέλια, αστεία, όνειρα που είχε. Γελάσαμε κι οι δύο, πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Κι εκεί, ανάμεσα στα δάκρυα, κατάλαβα πως το χαμόγελό του δεν χάθηκε. Είχε αφήσει κομμάτια του σε όλους.

Ο Νικόλας ήταν εδώ. Κάθε αυγή που έβλεπα, κάθε φορά που έδινα ελπίδα σε κάποιον ασθενή, κάθε φορά που κρατούσα ένα χέρι στη βάρδια, κάθε φορά που το δωμάτιο φωτιζόταν από το πρώτο φως.

Μπορεί να μην νικιούνται πάντα τα τέρατα μα όταν δίνεις αγάπη, αφήνεις πίσω σου έναν ήλιο που θα ανατέλλει για πάντα, και για άλλους. Και στην αγκαλιά μου, μέσα στη μνήμη και το χαμόγελο, ο Νικόλας δεν έφυγε ποτέ.

Ήμουν παρούσα, για Εκείνον, και από εδώ και πέρα θα είμαι παρούσα, για εμένα μα και για κάθε παιδί, για κάθε μάνα, για κάθε αδύναμη στιγμή που έγινε φως.

Oceń artykuł
Με λένε Πατρίτσια και είμαι 49 ετών. Είμαι νοσηλεύτρια στη νυχτερινή βάρδια στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών. Εργάζομαι εκεί εδώ και 20 χρόνια, έχω δει τα πάντα.