Συγγνώμη για την ενόχληση, άρχισε ο ένας αστυνομικός. Αυτή η κυρία ισχυρίζεται ότι η γάτα σας πήδηξε στο μπαλκόνι της, της επιτέθηκε και μετά έκλεψε το γατάκι της…
Ξέρετε αυτά τα νεοκλασικά που φτιάχνουν γωνία; Δύο πολυκατοικίες, ενωμένες κατά κάποιο τρόπο, αλλά σχηματίζουν γωνία 90 μοιρών. Και όπου συναντιούνται, τα μπαλκόνια σχεδόν ενώνονται.
Αυτό το „σχεδόν” είναι ένα μέτρο και κάτι, όλο κι όλο.
Λοιπόν…
Ο Κώστας και η Ειρήνη, ζευγάρι πέντε χρόνια, γυρνούσαν σπίτι από τη δουλειά. Έγραφαν και οι δύο σε διαφημιστική στη Νέα Σμύρνη και πήγαιναν με το υβριδικό τους αυτοκίνητο.
Περνώντας την πυλωτή, βλέπουν τα αδέσποτα σκυλιά να γαβγίζουν σ έναν γάτο έναν μόνιμο θαμώνα της πολυκατοικίας, που τάιζαν και αυτοί.
Ο Κώστας φώναξε «Άντε φύγετε!», τα σκυλιά το βαλαν στα πόδια, αλλά ο γάτος σώθηκε μεν, γρατζουνισμένος δε. Το ζευγάρι τον πήρε αγκαλιά και επέστρεψαν στο αυτοκίνητο.
Στο κτηνιατρείο στην Πλατεία Βάρναλη, του καθάρισαν πληγές, του έκαναν ράμματα, έβαλαν ορό με βιταμίνες και του έδωσαν δόση αντιβίωσης. Και σύσταση: Να τον φέρουν κάθε μέρα για ενέσεις ως το Σάββατο.
Έτσι ήρθε ο Στέλιος στο σπίτι τους.
Γιατί Στέλιος; Από τον «στελάρα» είχε βλέμμα μαφιόζου αλλά όπως φάνηκε αργότερα, η καρδιά του μικρή σαν ελιά Καλαμών.
Ο επιβλητικός Στέλιος γρήγορα συνήθισε στη φροντίδα. Δύο μέρες μετά, απολάμβανε χάδια στον καναπέ, ακουμπούσε το κεφάλι στην Ειρήνη κι αναστέναζε μακρόσυρτα σαν να του κάνανε μασάζ σε σπα στη Γλυφάδα.
Τι κανακάρης! γελούσε η Ειρήνη, τρίβοντάς του την κοιλίτσα.
Ο Στέλιος σφιγγόταν λίγο οι πληγές πονούσαν ακόμη αλλά δεν το βαζε κάτω. Ήταν παραδόξως ευχαριστημένος.
Σε λίγες μέρες έγινε άλλος γάτος: καθαρίστηκε, στρουμπουλοποίησε (όπως λένε οι γιαγιάδες) κι έλαμπε η γούνα του. Σύντομα κοιμόταν ανάσκελα σε πόδια ανθρώπων, χωρίς έγνοιες.
Η παλιά του ζωή κρύο, πείνα, καβγάδες με γάτες και απειλή από κάποιες σκυλοπαρέες ξεθώριαζε σαν καλοκαιρινή ανάμνηση στη Χαλκιδική.
Πλέον έβγαινε στο μπαλκόνι, στηριζόταν εκεί στα κάγκελα και παρατηρούσε τη ζωή της πολυκατοικίας (κάτι σαν reality χωρίς τηλεόραση). Τους διπλανούς μπαλκονάτους δεν τους πολυέδινε σημασία μέχρι…
Μέχρι που, στο σχεδόν ενωμένο μπαλκόνι της διπλανής εισόδου, εμφανίστηκε γατάκι. Πανέμορφο, λουσμένο, υπερβολικά καλοζωισμένο.
Σιγά το φιλετάκι… Τι να ξέρει αυτό από πραγματική ζωή; σκέφτηκε ο Στέλιος κι έκανε τη χαρακτηριστική ελληνική γκριμάτσα με τα φρύδια, τύπου «άστον αυτόν».
Την επόμενη, όμως, ο Στέλιος άκουσε περίεργο ήχο. Ήταν από το μπαλκόνι του πρίγκιπα. Πλησίασε.
Το μικρό λούφαζε σ ένα γωνάκι κλαίγοντας βουβά.
Ε, μικρέ! Τι έγινε; Γιατί το παίζεις δραματική παρθένα; Δεν σου 'φεραν γκουρμέ κονσέρβα;
Ο μικρός σφίχτηκε ακόμα πιο πολύ στον τοίχο, κοίταξε τον Στέλιο λες κι αντίκριζε το Λιοντάρι της Νεμέας.
Ε, κλαις γιατί; επανέλαβε ο Στέλιος.
Το γατάκι, κάτω απ το κασόνι, ψιθύρισε:
Μου ριξε παντόφλα Ξέρεις τι είναι αυτό; Πονάει
Ο Στέλιος δεν είχε γνωρίσει παντόφλα στη δική του ζωή (μόνο κανένα μπουκάλι νερό, παλιότερα). Τώρα τον ντάντευαν. Αλλά το «πονάω» ακόμα το θυμόταν.
Παντόφλα; Γιατί;
Νιαούρισα πρωί. Πείνασα
Ε, κι; Έμεινε με ανοιχτό στόμα ο Στέλιος.
Μ’ έδειρε και φώναζε
Ο Στέλιος πάγωσε. Το μικρό γκρί μπαλάκι έτρεμε σύγκορμο, δεν τολμούσε καν να σιγομουρμουρίσει.
Του θύμισε κάτι σκιές από τη δική του μοναχική ζωή.
Συχνά τρώει παντόφλα; ψέλλισε.
Σχεδόν πάντα, μουρμούρισε ο μικρός. Για κάθε ήχο, για κάθε ζαβολιά. Δε μ αγαπάει
Αλλά με τις φίλες της στο Viber λέει πως είμαι πανάκριβος, πως κόστισα πολλά ευρώ. Κι εγώ δεν ξέρω τι σημαίνει „πανάκριβος”…
Ο Στέλιος ήξερε. Η Ειρήνη του το έλεγε συνέχεια, αλλά εκείνο ήταν «πολύτιμος» με αγάπη εδώ έκρυβε κάτι πικρό.
Σκέφτηκε λίγο. Η κατάσταση ήταν κάπως παράξενη τον λυπόταν πολύ το μικρό. Αν ήταν στον δρόμο ήξερε τι να κάνει, αλλά τώρα;
Τώρα ήταν αρχόντισσα γάτος δεν ήξερες τι του ταίριαζε να κάνει.
Κάποια στιγμή φώναξαν τον μικρό μέσα. Ούτε καν νιαούρισε, μόνο τρύπωσε έντρομος, αφήνοντας πίσω του μια υγρή πιτσιλιά.
Ο Στέλιος κοίταξε το παρκέ. Θυμήθηκε τον εαυτό του, χρόνια πριν, που είχε φοβηθεί τόσο μπροστά σ’ έναν σκύλο, που
Έκτοτε περνούσε ώρες στο μπαλκόνι. Τον είχαν βαφτίσει «Ευρώ» όνομα που του πήγαινε μόνο αν διάβαζες οικονομικά νέα.
Ο Στέλιος θα τον φώναζε καλύτερα «Κουκουρόγατος».
Σε λίγο καιρό ο μικρός άρχισε να του εκμυστηρεύεται τα δράματά του:
Σήμερα απείλησε να με πετάξει από το μπαλκόνι αν ξανακάνω σαματά, έλεγε, με χαμηλωμένα μουστάκια.
Τα μαλλιά στην πλάτη του Στέλιου σηκώνονταν. Καμιά φορά έβλεπε τη σκιά της γειτόνισσας κι άκουγε ατάκες όχι για αθώα αφτιά γατιών.
Και πότε-πότε… πεταγόταν από τον ήχο της παντόφλας στο τρίχωμα του μικρού.
Η απόφαση είχε παρθεί μέσα του, αλλά ακόμα φοβόταν.
Θα μας κάνουν έξωση, σκεφτόταν. Σίγουρο πέταγμα έξω.
Ποτέ δε θα ήθελε πίσω σε παγκάκι στην Ομόνοια και παρέα με περιστέρια. Ούτε να χάσει τους σωτήρες του ήθελε.
Αλλά τι να κάνει όταν φοβάσαι, κυρίως για κάποιον άλλο;
Κάποιο απόγευμα, η φωνή της γειτόνισσας έκοβε τη γειτονιά στα δύο. Τον μικρό τον στόλιζε για όλες τις γατίσιες παραφωνίες του.
Ο Στέλιος έβλεπε τα πάντα στον αντικατοπτρισμό της μπαλκονόπορτας.
Η κυρία Καλλιόπη σηκώνει παντόφλα ψηλά κι αλαλάζει:
Θα σε λιώσω, φουντωμένε μπαμπάκι!
Ο Στέλιος δε θυμάται πώς βρέθηκε δυό μέτρα παραπέρα. Τον πήδηξε τον φράκτη σαν Ολυμπιονίκης.
Η γειτόνισσα κοντοστάθηκε, παντόφλα στο χέρι: ξαφνικά, επάνω στο πάπλωμα, σκάει…
Όχι. Ξεσκάει.
Κάτι σαν γάτα, κάτι σαν τίγρης, με βλέμμα «μην πλησιάζεις», νιαούρισμα γεμάτο απειλή και μάτια που (κατά την κυρία) σπίθιζαν σαν λιωμένες λάμπες.
Η κυρία τσίριξε, της ξέφυγε κι ελάχιστη πιτσιλιά στην πυτζάμα (όπως λέει κι η λαϊκή παράδοση). Νόμιζε ότι αντίκρισε το ίδιο το κακό.
Η «διαολόγατα» σήκωσε χέρι συγγνώμη, πατούσα με νύχια έξω. Η κυρία για καλό και για κακό λιποθύμησε.
Μετά από δέκα λεπτά, κουδούνι στην πόρτα του Κώστα και της Ειρήνης. Στο κατώφλι η γειτόνισσα, αξύριστη, πανικόβλητη.
Η γάτα σας μ επιτέθηκε! Με ξέσκισε και μου σήκωσε τον Ευρώ! S.O.S. και τηλεφωνά στην αστυνομία.
Κυρία μου, λέει ήρεμα η Ειρήνη, η γάτα μας ούτε περπατάει έξω απ το σπίτι. Ούτε Ευρώ ούτε δραχμή δεν έχουμε εδώ.
Η γειτόνισσα αφρίζει στη μούρη, ψελλίζει κάτι ακατάληπτα, μαθαίνει τότε το σπορ του θυρού-χτυπήματος και φεύγει με φόρα.
Σε άλλα δέκα λεπτά: περιπολικό κάτω από την πολυκατοικία. Οι αστυνομικοί διακριτικοί η κυρία από πίσω προσπαθεί να εξηγήσει.
Συγγνώμη, παίρνει τον λόγο ο ένας αξιωματικός. Η κυρία ισχυρίζεται πως η γάτα σας πέρασε το μπαλκόνι, της επιτέθηκε και της έκλεψε το γατάκι…
Ε;! Πέσαν τα σαγόνια του Κώστα και της Ειρήνης.
Ελάτε να δείτε, λέει ήρεμα ο Κώστας. Ο Στέλιος κοιμάται στον καναπέ, εδώ, μπροστά σας. Τίποτα ύποπτο.
Όλοι μπαίνουν. Ο Στέλιος λαγοκοιμάται, το γλυκό του χαμόγελο δεν αφήνει υποψίες.
Αυτός! τσιρίζει η γειτόνισσα. Αυτός μ έσκισε και μου έκλεψε τον Ευρώ μου!
Με συγχωρείτε, ρωτάει ο αστυνόμος με ανασηκωμένο φρύδι. Ο δικός τους γάτος σας πήρε τα ευρώ;
Μα τι λέτε, άνθρωποι! Τον γάτο μου τον λένε Ευρώ!
Οι αστυνομικοί ανταλλάσσουν βλέμματα, βγαίνουν στο μπαλκόνι.
Σχεδόν δύο μέτρα κενό λέει ο πρώτος.
Λέτε, δηλαδή, να πήδηξε γάτα όλο αυτό το διάστημα με γατί στα δόντια; ο δεύτερος.
Δεν μ εμπιστεύεστε;! σηκώνει τους τόνους η κυρία. Τρέχει, σκαλίζει ντουλάπες, αναποδογυρίζει συρτάρια, πετάει ρούχα παντού.
Χρειάστηκε να της κάνουν εγκράτεια οι αστυνομικοί.
Κυρία, της λέει ο ένας αυστηρά, αν συνεχίσετε αυτού του είδους το κομφούζιο, οι ιδιοκτήτες μπορούν να σας πάνε δικαστικά.
Εμένα; Μετά από όσα τράβηξα;
Μπορείτε να μας δείξετε πού ακριβώς σας γρατσούνισε η γάτα;
Η κυρία τα χάνει, ξεσπά σε απειλές σε όλους (εκτός ίσως από τον ίδιο τον Στέλιο).
Συγγνώμη, παρεμβαίνει ευγενικά η Ειρήνη, αλλά μήπως να σηκωθείτε απ’ την καρέκλα μου; Μυρίζει έντονα ούρα
Τα μάτια της γειτόνισσας ανοίγουν διάπλατα· αλλάζει χρώματα σαν σημαία αρχικά κόκκινη, μετά πράσινη και τέλος άσπρη σαν φέτα.
Βγαίνει από το σπίτι τρέχοντας και κλείνει την πόρτα με θόρυβο.
Να καταθέσετε μήνυση; ρωτάει ο αστυνόμος.
Όχι, απαντούν με μια φωνή οι δυο τους.
Μάλλον χρειάζεται βοήθεια, συμπληρώνει γλυκά η Ειρήνη.
Συγγνώμη για την αναστάτωση, αποχαιρετούν οι αστυνομικοί.
Το βλέμμα τους πέφτει στον Στέλιο, που μόλις είχε ξυπνήσει.
Για να δούμε ψιθυρίζει ο Κώστας.
Για να δούμε επαναλαμβάνει η Ειρήνη.
Ο Στέλιος κοιτάζει ένοχα, πηδάει απ τον καναπέ, πάει στο ντουλάπι, χώνει το πόδι του, το ανοίγει, σκαρφαλώνει και βγάζει κάτω απ τις πετσέτες
Ένα τρεμάμενο γκρι γατάκι.
Παναγία μου λένε κι οι δυο και κάθονται βαριά στον καναπέ.
Ο Στέλιος ακουμπάει τον κουκουρόγατο κοντά τους.
Και τώρα; μουρμουράει η Ειρήνη, παίρνοντας τον μικρό στην αγκαλιά της.
Το γατί συρρικνώνεται από φόβο.
Μη φοβάσαι, μικρέ, λέει απαλά ο Κώστας.
Εδώ τα γατιά τα αγαπάμε, πρόσθεσε η Ειρήνη και χάιδεψε την πλάτη του. Εσύ, Στέλιο, είσαι τιμωρημένος. Έτσι δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι
Ποιοι άλλοι; γελάει ο Κώστας. Αν δεν έκανε κάτι, ο μικρός θα ήταν ακόμα στο έλεος της Καλλιόπης. Γιατί να τον μαλώσεις;
Και, στο κάτω κάτω, δεν έχουμε κανένα γατάκι. Μόνο αυτό είπε η αστυνομία πριν λίγο.
Όλο υποστηρίζεστε μεταξύ σας, είπε δήθεν αυστηρά στην Ειρήνη προς το γατί. Δηλαδή να του δώσω και βραβείο;
Μα φυσικά, να τον κεράσουμε κοτόπουλο! λέει ο Κώστας.
Δες τον λίγο, δες! προσποιείται την αγανακτισμένη η Ειρήνη, κοιτάζοντας τον κουκουρόγατο για συμμαχία.
Όμως ο μικρός, ανακουφισμένος για πρώτη φορά, τυλίγει τα ποδαράκια του γύρω από το χέρι της. Στηρίζει το κεφάλι εκεί και κλείνει τα μάτια.
Η Ειρήνη χαμογελάει.
Ε, εντάξει, σου συγχωρώ την πρώτη φορά.
Ο Κώστας και ο Στέλιος πάνε κουζίνα για το καθιερωμένο κοτόπουλο, ενώ ο μικρός παραμένει στην αγαπημένη αγκαλιά, γουργουρίζοντας απ την ευτυχία.
Τώρα ξέρει τι σημαίνει „πολύτιμος” τουλάχιστον όταν το λες σαν αληθινός Έλληνας, με αγάπη από την καρδιάΚι έτσι, στο μικρό σαλόνι της Νέας Σμύρνης, δυο άνθρωποι και δυο γάτοι ο ένας λιώμα από ευγνωμοσύνη κι ο άλλος λιώμα από αγάπη έστησαν άτυπα οικογενειακό συμβούλιο: το πιάτο του κοτόπουλου εξαφανίστηκε μέσα σε πέντε λεπτά, το μαξιλάρι του καναπέ πήρε μια τρίχα γκρι παραπάνω, και ο Στέλιος στριφογυρνούσε περήφανα μπροστά στο τζάμι, κρατώντας μισόκοπο βλέμμα προς το απέναντι μπαλκόνι. Η πολυκατοικία, που πάντα έμοιαζε γεμάτη φωνές κι εκνευρισμούς, εκείνο το βράδυ είχε μια σπάνια σιωπή με μόνη μουσική τα πνιχτά γουργουρητά και τα ήσυχα γελάκια των κατοίκων της.
Ο μικρός κουκουρόγατος, που κάποτε μετρούσε τα λεπτά με φόβο, τώρα μετρούσε τα χάδια στην κοιλιά του. Δεν ήξερε τι σημαίνει πανάκριβος αλλά ήξερε, επιτέλους, πώς μοιάζει το σπίτι.
Κι αν ποτέ τον πλησίαζε η σκιά μιας παντόφλας, είχε ήδη μάθει πως υπάρχουν και σκιές που σε τυλίγουν προστατευτικά, κι όχι για να σε διώξουν.
Από το απέναντι μπαλκόνι, η Καλλιόπη δεν ξαναείδε τον διάολο με το μουστάκι αλλά οι φωνές της χαμήλωσαν. Ίσως μια καινούρια σιωπή είχε μπει στη γειτονιά. Ίσως, τελικά, να μπαίνουν σπίτια τα φαντάσματα μόνο για να μάθουν τι σημαίνει φως.
Κι αν κάποιο βράδυ τα παράθυρα έμεναν ανοιχτά, μπορούσες να διακρίνεις ένα μικρό σμήνος ευτυχίας: δυο γάτοι λαμπεροί, δυο άνθρωποι ήρεμοι, κι ένα καινούριο μάθημα ίσως πως δεν υπάρχουν κλεμμένα πλάσματα, μόνο καρδιές που μας περιμένουν να τα σώσουμε.
Γιατί μερικές φορές αρκεί να ανοίξεις μια αγκαλιά ή μια παλιά ντουλάπα για να βρεις μέσα της ό,τι πολύτιμο νόμιζες χαμένο.





