Εκδίκηση στη σκιά της χλιδής: Μαρίνα και Ειρήνη
Η Μαρίνα στεκόταν δίπλα στο παράθυρο του πολυτελούς της διαμερίσματος στην Κηφισιά, ατενίζοντας τα αμέτρητα φώτα της νυχτερινής Αθήνας. Πίσω από το τζάμι, το ηλιοβασίλεμα έσβηνε πάνω από την Πεντέλη, αλλά το βλέμμα της δεν είχε ίχνος ζεστασιάς μόνο την παγωμάρα που είχε γίνει συνήθειά της τα τελευταία χρόνια. Είχε φτιάξει μόνη της την «ευτυχία» της, δίχως να περιμένει βοήθεια από κανέναν, και τώρα το όμορφο αυτό σπίτι της είχε καταντήσει κάτι σαν γκλαμουράτη φυλακή. Όχι από τα μάρμαρα και τις πολυθρόνες, αλλά από εκείνους που της ζητούσαν συνεχώς να τους σώσει, δίχως μια σταλιά ευγνωμοσύνης. Αυτήν τη φορά, όμως, είχε φτάσει στα όριά της ξεκάθαρα.
Εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε η Ειρήνη, η πεθερά της. Ψηλή, αγέρωχη, με μπεζ ταγέρ και ένα καπέλο που ορκιζόσουν ότι δάνειζαν στις σειρές της ΕΡΤ για να παίζουν τις μεγαλοκυρίες. Η Ειρήνη ήταν πάντα σίγουρη ότι η Μαρίνα όφειλε να στέκεται στο πλάι όλων, πάντα. Εκείνη την ημέρα ήρθε με βλέμμα που προμήνυε τι άλλο ακόμα μια απαίτηση. Κι όχι, δεν ήταν μια τυπική χάρη. Ήταν ένα από εκείνα τα «χειριστικά» αιτήματα που καταλήγουν να σου ρημάξουν την ψυχική ηρεμία.
Μαρίνα, ο αδερφός μου θέλει να κάνει ανακαίνιση. Έλεος πια, δώσε μας κανένα ευρώ, θα πνιγούμε, είπε με μισό χαμόγελο, τείνοντας το χέρι σαν να περίμενε να της πέσουν στη χούφτα πενηντάευρα από τον ουρανό.
Η Μαρίνα κοκάλωσε. Νάτα μας, πάλι τα ίδια. Ένιωσε την καρδιά της να της κάνει κόλπα λες και έβλεπε τον λογαριασμό της ΔΕΗ. Δεν πίστευε ότι η Ειρήνη τολμούσε τέτοιο θράσος, μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Δεν βλέπετε, Ειρήνη, πως δεν είμαι τράπεζα; Τόσο καιρό σας συντηρώ όλους! της απάντησε με όσο ψυχραιμία της είχε απομείνει. Όλα της τα ξενύχτια, όλος ο ιδρώτας της, έμοιαζαν να μη μετρούν για κανέναν.
Η Ειρήνη, βράχος. Μάλλον βράχος Σαντορίνης που θέλει να πέσει στο κεφάλι σου.
Και δεν ντρέπεσαι; Πιο πολλά ευρώ έχεις κι από τον Μαρινάκη! είπε, τάχα αδιάφορη, λοξοκοιτώντας τις κουρτίνες σαν να τις μέτραγε για φανερά πλούτη που της ανήκουν.
Ε αυτό ήταν. Η σταγόνα. Η Μαρίνα άρπαξε το παλτό άντε να πεις παλτό, το καλοκαίρι στην Αθήνα και της το πέταξε στα μούτρα.
Φύγετε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Δεν αντέχω άλλο το θράσος σας! ξέσπασε, για πρώτη φορά νιώθοντας πως έκανε επιτέλους αυτό που της άξιζε.
Η Ειρήνη οπισθοχώρησε, με βλέμμα πληγωμένου εισαγγελέα που μόλις τον έκοψαν στο ριάλιτι. Κοντοστάθηκε να βρει λόγια μα η Μαρίνα είχε ήδη αδειάσει το μυαλό της από τα «δικά τους».
Θα το μετανιώσεις! Ο Ανδρέας θα μάθει τι τσιγγούνα είσαι! ούρλιαξε, την ώρα που η πόρτα έκλεινε με δραματικό γδούπο πίσω της.
Η Μαρίνα, μόνη σε έναν διάδρομο που τώρα της φαινόταν σαλόνι λυτρωτικής ελευθερίας, άρχισε να ανασαίνει πιο βαθιά. Για πρώτη φορά, οι ώμοι της ελάφρυναν.
Λίγες μέρες αργότερα, στην ίδια θέση μπροστά στο παράθυρο, η σκέψη της αυτή τη φορά δεν ρέμβαζε τα φώτα του Λυκαβηττού, αλλά την εσωτερική της πάλη. Είχε πάρει, άλλωστε, πολλές «στροφές» στη ζωή της, αλλά την έβγαζε πάντα καθαρή. Τώρα, όμως, ό,τι και να έκανε, καρφί στο μυαλό της: ο Ανδρέας, ο άντρας της, ακόμη δεν καταλάβαινε τίποτα πόσο μάλλον το πώς η μητέρα του τους τραβολογούσε σαν μαριονέτες στο Καρναβάλι της Πάτρας.
Πήρε το κινητό στα χέρια της. Και τι να δει; Τον αριθμό του Ανδρέα. Το σηκώνει; Δεν το σηκώνει. Ήξερε ότι κάθε μέρα που περνούσε, η απόσταση μεγάλωνε το τούνελ χωρίς φως. Ο Ανδρέας δεν φανταζόταν τις πραγματικές διαστάσεις. Μα το μόνο που της έμενε πια, ήταν να βγάλει τη μάσκα.
Μερικά βράδια μετά, σε ένα από εκείνα τα ρουστίκ εστιατόρια στο Κολωνάκι ξέρετε, με τα κεριά που κάνουν ατμόσφαιρα για δράματα καθόταν η Μαρίνα με το φόρεμά της, το μόνο που της είχε απομείνει ακλόνητο. Ο Ανδρέας μπήκε διστακτικός, από τους τύπους που ρίχνουν πρώτη φορά βλέμμα στο μενού πριν στη γυναίκα τους. Την αντίκρισε και για μερικά δευτερόλεπτα σκέφτηκε δεύτερη έξοδο, αλλά τελικά κάθισε.
Μαρίνα, γιατί δεν μας αφήνεις να μιλήσουμε; Όλα λύνονται, αν το θέλουμε, της είπε και πιο πολύ κούνησε το μαντήλι παρά την αυτοπεποίθησή του.
Η Μαρίνα κοκαλωμένη, με ψυχρό βλέμμα τυλιγμένο σαν φθινοπωρινό μπουφάν απρόσιτη.
Δεν καταλαβαίνεις, Ανδρέα. Δεν πρόκειται για μια κουβέντα μετά το σινεμά. Έχω κουραστεί να είμαι το μαξιλάρι σας, του απάντησε, κάθε φράση και ένας κόμπος.
Ο Ανδρέας σηκώθηκε, ίσιωσε το σακάκι πιο πολύ για στάση παρά για ντύσιμο.
Μαρίνα, δεν ήθελα να φτάσουν εδώ τα πράγματα. Ξέρεις η μαμά δεν μπόρεσα να τη σταματήσω, προσπάθησε να τη μεταπείσει, αλλά πιο πολύ φοβόταν το τι έρχεται.
Η Μαρίνα σηκώθηκε ελαφρώς ειρωνικά, με βλέμμα που δε σήκωνε πολλά-πολλά.
Ως εδώ, Ανδρέα. Δεν σε χρειάζομαι άλλο. Τελειώσαμε, του ξεκαθάρισε, και βγήκε με πατημένο γκάζι, αφήνοντας πίσω μια τούφα αρώματος και έναν Ανδρέα άγαλμα μπροστά απ το ριζότο.
Πέρασε και άλλη μια βδομάδα, και η Μαρίνα δεν έκρυβε πλέον πως πονούσε. Καθισμένη στον καναπέ της, έβλεπε έξω την Αθήνα να μεθά από τα φώτα και τους ήχους αλλά εκείνη ένιωθε, επιτέλους, πιο ελαφριά. Δεν ήξερε τι επιφύλασσε η επόμενη μέρα, ήξερε, όμως, πως σε κανέναν δεν θα ξαναχαρίσει την αυτονομία της.
Το κινητό της δόνησε. Ξανά ο Ανδρέας. Το σήκωσε μια τελευταία φορά.
Μαρίνα, πρέπει να με καταλάβεις. Δεν μπορείς τόσο απλά να τα παρατήσεις, έτρεξε η φωνή του στην άκρη του χολ.
Μα, ήδη πήρα την απόφασή μου, Ανδρέα. Δε γυρνάω πίσω, είπε, με μια θλίψη, χωρίς όμως ψήγμα αμφιβολίας.
Άφησε το κινητό στο τραπέζι και, για πρώτη φορά, η πιο βαθιά ανάσα της βγήκε χωρίς βάρος. Αυτή ήταν πια η αρχή της δικής της ζωής έστω και με μπόλικη ειρωνεία και μισή Αθήνα να μαθαίνει τα νέα της.





