Η Ζωή Συνεχίζεται

Η ζωή συνεχίζεται

Μα πού είσαι; Μη μου πεις ότι στ αλήθεια θες να με αφήσεις;

Η Κατερίνα στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, καρφώνοντας το βλέμμα της στο δρόμο. Έξω έβρεχε σαν να είμασταν καταχείμωνο στην Αθήνα και οι στάλες έκαναν αγώνες δρόμου στο τζάμι, μέχρι που άρχισαν να πλέκονται μεταξύ τους σε περίεργες ζωγραφιές. Στο χέρι της κρατούσε μια κούπα τσάι, που φυσικά είχε παγώσει, μόνο που η ίδια δεν το είχε πάρει μυρωδιά. Ο χρόνος κυλούσε σιγά, βασανιστικά, σαν κάποιος να είχε αποφασίσει να τον σπρώχνει με το χέρι. Οι στιγμές γίνονταν αιώνες, τα λεπτά απλωμένες ώρες. Πολύ ζεν, αν δεν ήσουν εσύ που το ζούσες

Στο μυαλό της ξαναγύριζαν σαν χαλασμένο βιντεοκασετόφωνο τα λόγια που της είχε πει το πρωί ο Αλέξανδρος στο τηλέφωνο: «Πρέπει να μιλήσουμε». Της ήρθαν μπουκιά παγωμένο νερό στον αυχένα. Μάταια προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως, ίσως, θα ήθελε να «συζητήσουν» για τη δουλειά ή για διακοπές, αλλά μέσα της ήξερε πως πλησίαζε το τέλος. Της σχέσης τους κι εκείνης της αυταπάτης πως όλα είναι ρόδινα άμα ψήσεις καλά τις μπάμιες.

Όταν, τελικά, ο Αλέξανδρος άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος στα Εξάρχεια, η Κατερίνα το κατάλαβε αμέσως. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Εκείνος δεν σήκωσε καν το βλέμμα λες και αν τη δει στα μάτια θα πάθει λογοδοσία. Σιωπηλός, πέταξε το μπουφάν του πάνω στο πουφ του διαδρόμου, πήγε και κάθισε στο τραπέζι σαν να ήθελε να κάνει διαλογισμό στην κουζίνα. Όσο περνούσε το λεπτό, τόσο εκείνη η ψυχοπλάκωση γινόταν πιο βαριά.

Κι όμως, δεν ήταν πάντα έτσι! Τέσσερα χρόνια πριν, ο Αλέξανδρος, κάθε που γύριζε σπίτι, της έδινε ένα δυνατό αγκάλιασμα, της φιλούσε το μέτωπο και, χαμογελαστός, τη ρωτούσε πώς πέρασε τη μέρα της. Καθόντουσαν με τις ώρες στην κουζίνα, με χύμα συζητήσεις για τα πάντα, φτιάχνοντας σχεδία για διακοπές, ιδέες για το πού θα πάνε το καλοκαίρι, ποια κουρτίνα ταιριάζει και αν τα υπόλοιπα είναι όντως χρήσιμα. Εκείνος της έφτιαχνε τσάι τα πρωινά, αυτή του έψηνε τα αγαπημένα του μάφιν με μαστίχα και σταφίδες. Για τον σκύλο που ονειρεύονταν να πάρουν είχαν βρει και όνομα: θα τον έλεγαν Μάνη, έναν γελαστό λαμπραντόρ. Όλα μια ανάσα, μια απλότητα.

Τώρα, όμως, ο Αλέξανδρος απέναντί της φαινόταν ξένος. Καμπουριασμένος πάνω από το τραπέζι, μούγκα στη στρούγκα. Η Κατερίνα δεν άντεχε κι άλλο τον θόρυβο της σιωπής μια αμηχανία που θέριευε.

Τι έγινε; αναφώνησε, αφήνοντας πιο δυνατά απ όσο θα ήθελε την κούπα της στο τραπέζι. Μίλα! Πραγματικά με τρομάζεις έτσι όπως κάθεσαι!

Ο Αλέξανδρος πήρε μια βαθειά ανάσα σαν να πήγαινε για βουτιά στην Βουλιαγμένη. Έριξε μια ματιά έξω, λες και περίμενε να του φωνάξει ιδέες το λεωφορείο.

Δεν σ αγαπάω πια, Κατερίνα.

Τι είπες; ψιθύρισε εκείνη, προσπαθώντας αποτυχημένα να συναντήσει το βλέμμα του. Μα αυτός τώρα χάζευε μια φωτογραφία στο ράφι τραβηγμένη πέρσι, στις διακοπές στη Σίφνο. Τότε όλα ήταν καλοκαίρι, αλάτι, αναμαλλιασμένοι απ το μελτέμι. Κι όμως Γιατί;

Συγνώμη. Προσπάθησα να καταλάβω τι μου φταίει, πέρασε τα χέρια στο πρόσωπο, σαν να θελε να σβήσει τη σκιά της κούρασής του. Αλλά έτσι νιώθω. Δεν αντέχω πια να σε βλέπω κάθε μέρα, ούτε ν ακούω τη φωνή σου Μου έχεις γίνει αδιάφορη.

Τάκα-τάκα, η καρδιά της Κατερίνας πετάχτηκε από το παράθυρο. Από μέσα της έβγαινε ένας περίεργος ήχος, κάτι μεταξύ λυγμού και πνιγμένου γέλιου. Κάθισε αργά στην καρέκλα, σφίγγοντας τα χέρια της. Αυτό ΔΕΝ μπορεί να συμβαίνει στ αλήθεια. Ή μήπως μπορεί;

Πότε το κατάλαβες; αναρωτήθηκε, έκπληκτη με τη φωνή της που τώρα έμοιαζε ξένη, τριγυρισμένη στην υγρασία της ηττοπάθειας.

Όχι αμέσως, απάντησε εκείνος και, ναι, τώρα την κοίταξε. Τα μάτια του κουρασμένα, αλλά καθόλου αμφίβολα. Αλλά πια είμαι σίγουρος. Δεν έχουμε μέλλον μαζί σου.

Η Κατερίνα είχε πιασμένο τόσο σφιχτά το τραπέζι, που άσπρισαν τα δάχτυλά της. Στο μυαλό της χόρευαν εικόνες σαν ασπρόμαυρες σκηνές: Κυριακές στο σινεμά, καβγάδες για το ποιος θα φέρει περισσότερο ποπ κορν, αγγίγματα στα φανάρια, βράδια μπροστά στο τζάκι κι ένας άμοιρος μισοτελειωμένος κασκόλ. Όλα εκείνα τώρα έμοιαζαν να τα βαψε κάποιος με το γκρίζο της αποπλάνησης.

Γιατί δεν το είπες νωρίτερα; ψιθύρισε, με τα δάχτυλα να ψαχουλεύουν το τραπεζομάντηλο σαν να έψαχναν να βρουν την απάντηση στις χειροτεχνίες της γιαγιάς.

Δεν ήθελα να σε πληγώσω, κατέβασε το βλέμμα ο Αλέξανδρος, λες και ο σεβασμός του είχε μείνει στην τσέπη του. Αλλά δεν μπορώ να λέω ψέματα πια.

Βρήκες άλλη; ρώτησε τελικά, σχεδόν με ανακούφιση. Καλύτερα να υπάρχει άλλη, παρά να ναι ΤΟΣΟ απλά αδιάφορη εκείνη

Όχι, δε βρήκα. Δεν είναι αυτό. Απλά έφυγαν τα αισθήματα.

Η Κατερίνα έκανε ένα νεύμα. Δηλαδή φταίει αυτή που βαρέθηκε ο κύριος. Με βαριά καρδιά σηκώθηκε, πλησίασε το παράθυρο αδιάφορη για το τι συμβαίνει έξω, ήθελε απλώς να κρατήσει λίγη περηφάνια, μακριά απ τα μάτια του.

Ξέρεις ευχαριστώ που ήσουν ειλικρινής. Πονάει, αλλά

Συγγνώμη, δεν το ήθελα, ψιθύρισε εκείνος.

Όλα καλά, απάντησε προσπαθώντας να μ ένα χαμόγελο πιο εύθραυστο κι απ τα φύλλα φθινοπώρου. Απλά φύγε, σε παρακαλώ.

Όταν ο Αλέξανδρος τελικά έκλεισε την πόρτα πίσω του όσο η πόρτα παύει να τρίζει, βέβαια, το σπίτι γέμισε από μια ασυνήθιστη σιγή. Κατερίνα έμεινε για λίγο ακίνητη, μετά σηκώθηκε, πήγε στη ντουλάπα, τράβηξε μια βαλίτσα και άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του: πουκάμισα που του σιδέρωνε τα βράδια παρακολουθώντας «Σασμό», βιβλία που καυγαδίζανε για το αν άξιζαν, φωτογραφίες μέσα σε κορνίζες χαμογελαστοί, μακριά από τα γκρίζα. Όλα αυτά τώρα ξανάγιναν απλώς ξένα αντικείμενα σε ένα διαμέρισμα στου Γκύζη.

Αργότερα, με μια φρεσκοφτιαγμένη κούπα ελληνικό (αν και το χε ρίξει λίγο παραπάνω στο νερό), η Κατερίνα ξέσπασε σε γέλια πρώτα αθόρυβα, μετά δυνατά, σχεδόν αμήχανα. Γέλιο που εναλλασσόταν με δάκρυα. Πόνος, αλλά και μια έξαφνη ανακούφιση, λες και κάποιος άνοιξε επιτέλους το παράθυρο μετά από εβδομάδες μούχλας.

Την επομένη πήρε ρεπό. Ήθελε να αποσυρθεί, να μαζέψει το μυαλό της, να ξεκουφαθεί από τα «πρέπει» και τα «μήπως». Πήγε στο Ζάππειο το πράσινο της πόλης, όπου όλα μοιάζουν πιο ανάλαφρα, όπου ο θόρυβος ακούγεται από μακριά και μυρίζει χώμα, χόρτα και γιασεμί μετά τη βροχή. Το αθηναϊκό ήλιος δειλά ξεμύτισε, παίζοντας με τις λακκούβες, σαν μικρές λίμνες γεμάτες φως και ουρανό. Να! Ουράνιο τόξο πάνω απ τα δέντρα σκέφτηκε, ανοίγοντας το κινητό να το απαθανατίσει.

Τότε της έκοψε το δρόμο μια γυναίκα. Ψηλή, καλοβαλμένη, στη λογική της «είμαι μαμά αλλά δεν το φωνάζω».

Κατερίνα; της μίλησε. Εγώ είμαι, η Ελενή Τριγώνη. Η μητέρα του Αλέξανδρου.

Η καρδιά της Κατερίνας έκανε μια τούμπα γύρο. Την είχε συναντήσει μερικές φορές πάντα με εκείνη την ψυχρολουσία ενός ανθρώπου πιο φιλικού προς τα φυτά παρά προς τις νύφες. Μέρες γιορτών, ευχές στο Viber, και το πολύ μια ξερή απάντηση «Να σαι καλά». Καμία πρόσκληση για μελομακάρονα, ποτέ «έλα να τα πούμε»…

Καλημέρα σας, απάντησε, προσπαθώντας να δείχνει κουλ αν και της ίδρωσαν οι παλάμες.

Μπορούμε να μιλήσουμε; Έδειξε τη διπλανή παγκάδα. Ξέρω πως χωρίσατε, μου το είπε χθες.

Ο κόμπος ανέβηκε πάλι στο λαιμό της Κατερίνας. Τι γυρεύει τώρα η άλλη, να πει «εγώ τα έλεγα»;

Το σκέφτηκα πολύ αν έπρεπε να στο πω αλλά τελικά πρέπει. Δεν ήμουν ποτέ αντίθετη με σένα, είπε η Ελενή, κοιτώντας λίγο στο πουθενά. Αυτό το εφηύρε για να σε κρατήσει σε απόσταση. Τις ιστορίες για τη μάνα-δράκο ο ίδιος τις μοίραζε. Ήθελε παρέα μέχρι να φύγει στο εξωτερικό. Εσύ βρέθηκες τότε Κι επειδή φοβήθηκε μη σε ξυπνήσω, σε έπεισε πως εγώ τον έσπρωχνα αλλού.

Να φύγει; Πού; η φωνή της Κατερίνας ράγισε.

Ήθελε να πάει Ολλανδία για δουλειά, απλά περίμενε να σταθεροποιηθεί η εταιρία του εκεί. Όλο αυτό τον καιρό σε είχε για ενδιάμεσο στάδιο. Συγνώμη που στο λέω έτσι

Τέσσερα χρόνια «Γεια σου λατρεία», τέσσερα χρόνια κοινά όνειρα. Ήταν απλώς μια διευκόλυνση; Όλες εκείνες οι στιγμές, ένα ενδιάμεσο; Ουφ η αδικία της πραγματικότητας είναι ανελέητη.

Γιατί μου το λέτε τώρα; ρώτησε, σκυμμένη, όπως κοιτάς το κινητό μπας και βρεις απάντηση σ ένα Google search.

Γιατί το αξίζεις. Γιατί ελπίζω πως τώρα που ξέρεις, θα σταματήσεις να αυτονομίζεσαι άχρηστη. Και γιατί το μετάνιωσα που δεν σου το είπα νωρίτερα, είπε η Ελενή και άγγιξε μαλακά το χέρι της. Εύχομαι πραγματικά να σαι ευτυχισμένη, Κατερίνα.

Εκεί, πάνω στην παγκάδα, ήρθε μια ξαφνική ελευθερία. Ας ήταν και με φόντο μια καταρρακτώδη απογοήτευση. Το παρελθόν πήρε τη σωστή του θέση: πίσω της.

Σας ευχαριστώ, ψιθύρισε. Η φωνή της ήταν ήδη πιο ζωντανή.

Και τώρα; Τι θα κάνεις; ρώτησε η Ελενή με ένα ειλικρινές ενδιαφέρον που λίγες φορές βρίσκεις στα ελληνικά σόγια.

Η Κατερίνα κοίταξε ψηλά, εκεί που ηλιόλουστα φώτιζε το πάρκο.

Θα ζήσω, απάντησε μ ένα ελαφρύ, σχεδόν ωραίο χαμόγελο. Θα ζήσω και μάλιστα όπως θέλω εγώ!

Η κουβέντα εξελίχθηκε απροσδόκητα όμορφα. Αντάλλαξαν απόψεις για βιβλία, γέλασαν με αστεία για κουτσομπολιά στις ουρές των ΕΛΤΑ. Α, και οι δύο τρελαίνονταν για καφέ με κανέλα. Η Ελενή ήθελε λίγο η Κατερίνα έριχνε πάντα μισό σακουλάκι.

Όταν ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού, η Κατερίνα κατάλαβε πως μέσα της είχε μείνει ένα φως πήρε κουράγιο απ αυτό το «ώριμο» κλείσιμο. Γύρισε σπίτι και για πρώτη φορά πρόσεξε τα μικρά πράγματα: τον ήλιο που πέρναγε από τις γρίλιες κάνοντας μωσαϊκό τοίχου, τις γλάστρες με τα βασιλικά που ως τώρα τα πότιζε περισσότερο μηχανικά, ακόμα και τα πουλιά που φλυαρούσαν στους πεύκους. Όλα της φαίνονταν καινούρια.

Κατέβασε από το ράφι μια κορνίζα το γνωστό καλοκαιρινό «ενθύμιο Σίφνου». Τους κοίταξε να γελούν μπροστά στη θάλασσα και, έχοντας δακρύσει λίγο, ακούμπησε τη φωτογραφία σε ένα συρτάρι. Τράβηξε το παράθυρο φρέσκος αέρας, τα κουρτινάκια άρχισαν χορό. Άνοιγμα, καινούριο φως.

Στο τραπέζι, ένα μπλοκάκι με λίστα «Κινήσεις για νέα αρχή». Ανοίγει, γράφει, πρώτα διστακτικά μα μετά λίγο-λίγο της έρχεται ορμή:

1. Να γραφτώ σε μαθήματα ζωγραφικής πάντα ήθελα ακουαρέλα.
2. Να πάω Θεσσαλονίκη για ένα σαββατοκύριακο βόλτες στις γκαλερί, τσουρέκια στη Ζαμπέλια.
3. Να μάθω να φτιάχνω τέλειο καπουτσίνο, να πετύχω τη σωστή κρέμα.
4. Ραντεβού με τη Μαργαρίτα, να πούμε όλα όσα μας έμειναν για φοιτητικά χρόνια.
5. Καινούρια γόβα. Άνετη, για όπου τύχει Ακρόπολη, ψυρρή ή και ταβέρνα Καλαμάκι.

Όση περισσότερη λίστα, τόση περισσότερη ελευθερία. Τίποτα «πρέπει», ούτε πόνος, απλώς Κατερίνα νασαι πλέον.

Το βράδυ έψησε λίγα γεμιστά (κουζίνα μυρίζει μαραθόριζα), άνοιξε τον παλιό «Love Songs ελληνικά» playlist αυτόν που κάποτε φτιάχναν παρέα με τον Αλέξανδρο. Καθόταν στο τραπέζι, τσάι στο φλιτζάνι, κι αυτή τη φορά, μόνη της, γύρισε τη μουσική πιο δυνατά και το ριξε στον χορό. Ξεκίνησε άτσαλα, αλλά το πήρε η μπάλα. Έριξε μια στροφή γύρω από το τραπέζι, μετά άλλη μία δίπλα στα παράθυρα και μετά το πιάσε τελείως: Κατερίνα, μόνη σου, κάνεις κουμάντο.

Οι χοροί με τον Αλέξανδρο στην κουζίνα παλιά ήταν ρομαντικοί αγκαλιά, αργόσυρτοι. Τώρα, όμως, αυτός ο κυκλικός μπαμπούλας ήταν για εκείνη και μόνο: πιο ξέγνοιαστα δεν γίνονταν.

Χωρίς άγχος τι θα πει ο άλλος, χωρίς ενοχές για το αν «θα του αρέσουν οι κινήσεις μου». Όλα πια δικά της. Γέλιο, χορός, φως σαν το σπίτι της να ξανάγινε ζωγραφιά παιδιού.

Έξω είχε αρχίσει να νυχτώνει. Αθήνα άρχισε τα φώτα φανάρια, στήλες, μπαλκόνια, μαγαζιά, όλα παρέλαση νέων ελπίδων. Στάθηκε στο παράθυρο, χάζευε εκείνο το λαμπερό μωσαϊκό και χαμογέλασε για πρώτη φορά χωρίς να ντρέπεται. Η ζωή συνεχίζεται με ή χωρίς ζεστό τσάι και ερωτικά φαξ.

********************

Την επόμενη μέρα ξύπνησε νωρίς. Άνοιξε το ημερολόγιο, κοίταξε τις ανοιχτές ημέρες. «Αποκλείεται να περάσω έτσι τον χρόνο μου,» σκέφτηκε. Ούτε κλάματα ούτε «μα τι έφταιξα» στις κουρτίνες. Η ζωή έχει και καλούς και κακούς, δεν θα μας σκοτώσει κι ένα σπασμένο ταβάνι!

Έκλεισε έξυπνα ραντεβού με τη Μαργαρίτα, την καλύτερη της φίλη. Είχαν να ιδωθούν μήνες πάντα κάτι συνέβαινε και, να πεις, και ο Αλέξανδρος ήθελε τις μόνες εξόδους να είναι μαζί του. Με ύφος πασά «μήπως πάμε αύριο, να σε πάω κάπου που θα χαλαρώσεις;». Κι αυτή κατέληγε να λέει ναι.

Αυτή τη φορά, όμως, είχε σειρά η Κατερίνα!

Μαργαρίτα, καλημέρα! η φωνή της τόσο ανάλαφρη, που την μπέρδεψε και η ίδια. Για να το κάνουμε πράξη; Πάμε σε εκείνο το καφέ στον Εθνικό Κήπο; Εκεί που πίναμε σοκολάτα και ονειρευόμασταν βαρκάδες στην Αυστρία;

Μέσα! ακούστηκε η φωνή της Μαργαρίτας, γεμάτη ενθουσιασμό. Σε δυο ώρες εκεί!

Σαν καιρό να είχε να ετοιμαστεί τόσο ωραία. Έφερνε στο μυαλό της πώς ήταν παλιά: τα πάντα στον ρυθμό του άλλου. Ο Αλέξανδρος, το πρόγραμμά του, οι ορέξεις του σαν να της είχε λερώσει κι αυτή την εφηβεία. Είχε ξεχάσει πώς ήταν να διαλέγει μόνη της.

Τώρα, όμως, κάτι στις κινήσεις της ήταν καινούριο μια ελαφράδα, σχεδόν διάθεση να ανοίξεις τέρμα τον δρόμο. Είχε πετάξει ένα «έλα μωρέ» στον εγωισμό της και ξαναβρήκε το μέσα της.

Το καφέ, διαχρονικό, ακόμα μύριζε εσπρέσο και κουλούρι με ταχίνι. Τα καλάθια με τους βασιλικούς κρεμόντουσαν στα παράθυρα. Μαργαρίτα στο παράθυρο με πλατύ χαμόγελο.

Είσαι διαφορετική! της λέει κοφτά, με ένα χαμόγελο γεμάτο αλήθεια.

Έτσι νιώθω, απάντησε η Κατερίνα, ακουμπώντας την τσάντα δίπλα της. Ο Αλέξανδρος με χώρισε επειδή «δε μ αγαπούσε πια». Μετά έμαθα πως ήταν να φύγει εξωτερικό και βασικά με κράταγε για πατερίτσα. Πατάτα κατάσταση!

Έλεος! πετάχτηκε η Μαργαρίτα.

Ξέρεις κάτι; συνέχισε η Κατερίνα, Τον ευχαριστώ τελικά. Με ελευθέρωσε. Τώρα μπορώ να σκεφτώ, να ζω, να χορεύω όπως θέλω. Μπορώ να πίνω κακάο κι όχι γάλα με ζάχαρη, μπορώ να πηγαίνω στις γκαλερί χωρίς να περιμένω νότα έγκρισης. Και, φυσικά, επιτέλους μπορώ να βλέπω εσένα όποτε θέλω!

Το γέλιο κόλλησε στο τραπέζι και δεν έλεγε να φύγει. Η Μαργαρίτα της έσφιξε το χέρι, στο βλέμμα της μια αποδοχή. Άρχισαν να φλυαρούν, σαν παλιές φίλες που είχες χάσει λόγο του «καημένου του Αλέξανδρου».

Η συζήτηση απλώθηκε δουλειά, σχέδια για διακοπές, όνειρα που είχαν μπει στην καραντίνα όλα τα χρόνια. Μαργαρίτα με φρέσκα νέα από την νέα θέση της στο γραφείο, ιστορίες για ταξίδια στη Μάνη, για μοναστήρια στο Πήλιο και για το βράδυ που είδε βόρειο σέλας με το YouTube. Κατερίνα να ζηλεύει γλυκά και να παίρνει θάρρος.

Μετά άρχισε να μιλάει κι αυτή. Για ζωγραφική, καινούρια βιβλία, για τα καινούρια παπούτσια που ονειρευόταν αλλά είχε ξεχάσει. Για το πώς θα ξαναγράψει μόνη της τη λίστα με στόχους.

Και στην αγκαλιά πριν το φινάλε, ήρθε εκείνη η βεβαιότητα. Η ζωή, ναι, συνεχίζεται, με ή χωρίς σαπουνόπερες στο MEGA και μισοφτιαγμένο κασκόλ.

Γυρνώτας σπίτι με τα πόδια, το βράδυ ευωδίαζε μούσμουλα και μπαχάρια από κοντινή πιτσαρία. Ο αέρας φρέσκος αλλαγή εποχής και αλλαγή σελίδας. Όχι άγχη, όχι απογοήτευση. Μόνο ανυπομονησία για το αύριο.

Αυτή τη φορά δεν έβαλε τηλεόραση, απλά άπλωσε τραπεζομάντηλο με τεράστια παπαρούνες, τοποθέτησε μήλα σε γυάλινη πιατέλα, άναψε κεράκι. Ένα σπίτι δικό της, γιατί το ένιωθε ξανά δικό της.

«Αυτό είναι το σπίτι μου. Αυτή είναι η ζωή μου. Κι εγώ πλέον βάζω το δικό μου χρώμα».

Έξω τα φώτα της Αθήνας, σαν χιλιάδες αστέρια στην πόλη. Σαν να υπόσχονταν: Έρχεται κάτι καινούριο. Και ναι τώρα, πρώτη φορά μετά από καιρό, ήταν έτοιμη να το συναντήσει.

Oceń artykuł
Η Ζωή Συνεχίζεται