Όλοι βοηθούν, μόνο εσύ είσαι η ξεχωριστή μας
Δήμητρα, άκου, μήπως έρθετε σήμερα από το σπίτι; είπε με προσμονή η αδερφή της στο τηλέφωνο. Ο Μανώλης έφυγε για δουλειά και βαριέμαι μόνη μου με τα παιδιά.
Η Δήμητρα έτριψε τη γέφυρα της μύτης της, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια δικαιολογία, πιο αστεία απ την άλλη. Να πει ότι έχει δουλειά-φωτιά; Η Ελένη δεν θα το πίστευε Σάββατο ήταν. Να πει ότι έχει κουραστεί; Θα άκουγε ιστορίες, συμβουλές, λίγη ηθικολογία για να χει να πίνει και να τρώει. Δάγκωσε τα χείλη και πήρε μια βαθιά ανάσα για να απαντήσει.
Ελενάκι, δεν γίνεται σήμερα, προσπάθησε να βάλει όσο περισσότερη θλίψη γινόταν στη φωνή της. Η Χαρά είναι λίγο άρρωστη, είμαστε σπίτι, ούτε στη λαϊκή δεν ξεμυτίζουμε.
Στην άλλη άκρη του τηλεφώνου έπεσε μια παύση, κι ύστερα ένα βαθύ, μελαγχολικό αναστεναγμό.
Α, τι κρίμα μουρμούρισε η Ελένη. Θα καθόμασταν, θα τα λέγαμε, θα έπαιζαν τα παιδιά μεταξύ τους…
Η Δήμητρα αναστέναξε και έβαλε σχεδόν τα μάτια της ανάποδα ευτυχώς που δεν τη βλέπει η αδερφή της. „Θα έπαιζαν μαζί τα παιδιά”. Ναι, καλά. Η Χαρά θα κυνηγούσε τα μικρότερα και οι «μεγάλοι» θα πίνανε καφέ.
Ναι, λυπάμαι πολύ, συμφώνησε. Θα συνέλθει η Χαρά και θα τα πούμε.
Η Ελένη αναστέναξε μερικές φορές, ευχήθηκε περαστικά στη Χαρά και το έκλεισε. Η Δήμητρα έμεινε να κοιτά το κινητό με εκείνο το κρυφό, ανακούφιση-με-νοήμα χαμόγελο. Τέσσερα λεπτά μιλούσαν. Η Ελένη ούτε που ρώτησε αν είναι καλά. Ούτε για δουλειά, ούτε για υγεία, ούτε καν για τα ψυχολογικά της. Το μόνο που την ένοιαζε, αν θα πάνε σπίτι να κρατήσει τα παιδιά της τζάμπα. Ήθελε πάλι δωρεάν νταντά.
Η Χαρά ξεπρόβαλε στην πόρτα. Tην κοίταξε με ύφος μισό βαριεστημένο, μισό ελαφρωμένο.
Πάλι η θεία Ελένη πήρε; ρώτησε.
Η Δήμητρα έγνεψε και άφησε το κινητό στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ. Η κόρη της ήρθε να κουρνιάσει δίπλα της, μαζεύοντας τα πόδια σαν κουλούρι. Φαινόταν αγχωμένη, αλλά και λίγο πιο ήρεμη από πριν.
Μαμά, δεν θέλω άλλο να πηγαίνω σε εκείνο το σπίτι, πρόλαβε να ξεστομίσει αποφασιστικά η Χαρά.
Η Δήμητρα την κοίταξε με περιέργεια και σήκωσε το φρύδι. Η Χαρά μάζεψε τα λόγια της, τα μασούλησε για λίγο κι ύστερα άρχισε να ξεφουρνίζει όσα την έπνιγαν.
Με φορτώνει πάντα με τα μωρά, είπε, συνοφρυωμένη. Να τα προσέχω, να παίζω, να τα διασκεδάζω Κι ο μεγάλος πέντε χρονών είναι! Ενότητα φουλ. Δεν είμαι νταντά, μαμά!
Η Δήμητρα κοίταξε την εννιάχρονη κόρη της με χαμόγελο που ξέφυγε πριν προλάβει να το μαζέψει. Η μικρή της ήξερε να λέει ξεκάθαρα τι δεν της αρέσει. Ήξερε να τα υπερασπίζεται και να μιλάει χωρίς φόβο. Και η Δήμητρα ένιωσε περήφανη.
Μην ανησυχείς, αγάπη μου, της χάιδεψε το κεφάλι. Δεν πρόκειται να ξαναγίνει.
Η κορούλα της το εκτίμησε με μια τεράστια χαμογελαστή ματιά και έτρεξε στο δωμάτιό της.
Άφησε τη ματιά της στον αέρα και χάθηκε στις σκέψεις της. Περίεργα πράγματα στις οικογένειες… Η Ελένη τέσσερα χρόνια μικρότερη, αλλά έχει τέσσερα παιδιά τέσσερα! Η Δήμητρα ακόμη πασχίζει με τη μία της κόρη, που δεν έχει ακόμη μεγαλώσει εντελώς. Πόση αγάπη, χρόνο, κουράγιο είχαν μπροστά τους ακόμα! Και η αδερφούλα με το κοπάδι της…
Τρίβει τους κροτάφους. Η Ελένη πάντα πίστευε, ότι την ευθύνη για τα παιδιά της την είχε όλη η πλάση: παππούδες, η κυρία Νίκη και ο κύριος Γιώργος γονείς τους. Μετά μπήκαν στο χορό οι πεθερικά της, γείτονες, συγγενείς, ακόμα και μακρινά ξαδέρφια. Μια πολυκατοικία για να μεγαλώνει τα δικά της. Όλοι, εκτός από την ίδια.
Η Δήμητρα γελάει από μέσα της. Πάντα βολευόταν μόνη της μόνο σε ακραίες στιγμές ζητούσε βοήθεια απ τη μάνα. Όταν είχε πυρετό, όταν στη δουλειά γινόταν της τρελής ή είχε τελειώσει τα αποθέματα υπομονής. Τις υπόλοιπες φορές, «μόνη και καμαρωτή». Δύσκολα, ειδικά τότε που η Χαρά ήταν μικρή. Αλλά επέζησε. Κι έγινε μια χαρά παιδί. Μόνη της με μυαλό και με τσαγανό.
Ενώ η Ελένη όσο περνούσαν τα χρόνια το τράβαγε στα άκρα.
Διώχνει τις βαριές σκέψεις και σηκώνεται. Σήμερα κατάφερε να ξεφύγει και μόνο αυτό ήταν επιτυχία! Η λάντζα της κουζίνας την περιμένει.
… Οι μέρες πέρασαν με τον κλασικό ρυθμό δουλειάς και σπιτιού. Ως που, Παρασκευή βράδυ, το κινητό άναψε πάλι: «Ελένη». Τραβάει μια ανάσα και απαντάει.
Δήμητρα, πώς είναι η Χαρούλα; η φωνή της Ελένης στάζει γλύκα (αλλά και κάτι ύπουλο). Έγινε καλά;
Ναι, όλα καλά, αγγίζει τον τοίχο η Δήμητρα. Τρέχει σαν το ζαρκάδι.
Τέλεια! κάνει ένα αχ η Ελένη. Οπότε Σαββατοκύριακο, σας περιμένουμε εδώ για διανυκτέρευση!
Η Δήμητρα κάνει στροφή ματιών με χάρη. Ξεκινά ο επόμενος γύρος.
Εγώ εδώ μονάχη μου απόψε, λέει θλιμμένα η Ελένη. Τα παιδιά κλαψουρίζουν· ο Μανώλης πάλι ταξίδι.
Δεν γίνεται για ύπνο, κουνάει το κεφάλι η Δήμητρα. Μπορώ, όμως, το Σαββάτο το πρωί να περάσω.
Στην άλλη άκρη, παγώνει η δυσφορία. Η Ελένη δεν το περίμενε, μάλλον λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Τελικά, μετά από παζάρι, συμβιβάστηκε: επίσκεψη αλλά χωρίς ύπνο.
… Σάββατο πρωί, συννεφιά, ψύχρα. Η Δήμητρα φόρεσε μπουφάν και βγήκε μόνη της, όχι και με τρελή χαρά, απ το διαμέρισμα. Μέχρι το σπίτι της αδερφής, μισή ώρα λεωφορείο, δέκα λεπτά με τα πόδια.
Η Ελένη άνοιξε την πόρτα και γέμισε απορία κοιτώντας πίσω από την αδερφή της.
Πού είναι η Χαρά; κατσούφιασε.
Σχολεία και τεστ, λέει η Δήμητρα σα να εξηγεί σε νηπιαγωγό. Μαθήματα, μελέτη, τρέχει να τα βγάλει πέρα.
Η Ελένη στραβοκατάπιε, λες και έφαγε λεμόνι. Έκλεισε την πόρτα με απελπισία.
Πω πω, η ανιψιά μου έχει αγριέψει, σταύρωσε τα χέρια της η Ελένη. Ούτε έρχεται, ούτε τηλεφωνεί, ούτε γράφει.
Η Δήμητρα έβγαλε το μπουφάν και είδε να σαλεύουν παιδιά στην άλλη άκρη, με ήχους τρανταχτούς και γκρινιάρικους. Στάθηκε απέναντί της και την κοίταξε στα μάτια.
Απλά βαρέθηκε να κάνει τη νταντά, της είπε ήρεμα.
Η Ελένη άρπαξε φωτιά σαν ξερόκλαδο, έτοιμο να γίνει κάρβουνο. Πρόσωπο κατακόκκινο, μάτια βγάζαν αστραπές.
Είναι φυσικό! φώναξε η Ελένη. Οι μεγάλοι να βοηθούν με τα μικρά!
Καθόλου φυσικό, αντιγύρισε η Δήμητρα. Όχι με ξένα παιδιά.
Ποια ξένα; έκανε υστερία η Ελένη. Εξάλλου, ξαδέρφια της είναι!
Δέκα χρονών είναι ακόμα, σφίγγεται η Δήμητρα. Παιδί, όχι οικιακή βοηθός.
Η Ελένη ήρθε καταπάνω της αγριεμένη. Ακούγονταν κλάματα η μικρότερη, αλλά ούτε γύρισε να κοιτάξει.
Θα της κάνει καλό! φώναξε με το δάχτυλο υψωμένο. Θα μάθει να προσέχει παιδιά.
Δεν χρειάζεται τέτοιες πρακτικές, ανέβασε τόνο και η Δήμητρα. Δεν έχει αδέρφια, να της γίνουν τα παιδιά σου πρόβα.
Ακριβώς! τσίριξε η Ελένη. Γι αυτό να μάθει με τα δικά μου! Να κάνει «πρόβα»!
Η Δήμητρα έκανε πίσω, δεν πίστευε στ αυτιά της. Η άλλη το λεγε ξεκάθαρα.
Καταλαβαίνεις τι λες; κουνούσε το κεφάλι. Χρησιμοποιείς τη δική μου για τζάμπα νταντά!
Και πού το πρόβλημα; αγρίεψε η Ελένη. Μόνη μου δεν την παλεύω!
Και τότε γιατί έκανες τέσσερα; πέταξε η Δήμητρα, χωρίς φίλτρο.
Η Ελένη κοκκίνισε, τα νεύρα της φαίνονταν στα μηνίγγια.
Εσύ έχεις σχεδόν ενήλικη κόρη! ούρλιαξε. Θα μπορούσε, κάθε δεύτερη μέρα τουλάχιστον, να βοηθάει.
Ήταν η σταγόνα που της ξεχείλισε το ποτήρι. Κάτι χάλασε μέσα της κι όλη η αγανάκτηση βγήκε έξω.
Έχεις ξεπεράσει κάθε όριο, του πε μέσα από τα δόντια. Θες όλοι να αναλάβουν το δικό σου φορτίο.
Ζητάω βοήθεια, αντέτεινε η Ελένη.
Δεν ζητάς, απαιτείς, άρπαξε η Δήμητρα το μπουφάν. Νομίζεις πως όλος ο κόσμος σου χρωστάει.
Και λοιπόν; Οι γονείς μας με βοηθάνε! Η πεθερά μου το ίδιο! Εσείς είστε οι περίεργοι!
Οι γονείς μας μεγάλωσαν πια, θέλουν να χαλαρώσουν, όχι να νταντεύουν στρατιές εγγόνια.
Αυτοί χαίρονται! έπιασε το μανίκι της Ελένης.
Η Δήμητρα τράβηξε το χέρι, πήγε στην πόρτα. Η Ελένη στο χολ, ακόμη κατάκοκκινη.
Δεν θα ξανάρθουμε, είπε Βρες άλλη νταντά.
Βγήκε, αφήνοντας την Ελένη να φωνάζει πίσω της. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο.
Το ίδιο βράδυ, τηλέφωνο απ της μάνας. Στην οθόνη, γράφει «Κα Νίκη». Το σηκώνει.
Δήμητρα, τι πήγες και έκανες; η φωνή της Νίκης είναι μισό κλάμα, μισό θυμός. Η αδερφή σου μες τα νεύρα! Κλαίει! Την διέλυσες!
Μαμά, απλά της είπα την αλήθεια, κάθεται στον καναπέ.
Ποια αλήθεια; εκνευρίζεται. Ότι παρατάς την οικογένειά σου;
Άλλο το να βοηθάω, άλλο να είμαι δούλα, σφίγγει το κινητό.
Μόνη με τέσσερα παιδιά! Ο άντρας της λείπει! Πόσο να αντέξει;
Δική της επιλογή ήταν, όχι δική μου ούτε της Χαράς.
Η Χαρά ας τα πρόσεχε κι εκείνη λίγο, επέμεινε η μάνα. Όλοι βοηθάνε όσο μπορούν, μόνο εσύ διαφέρεις!
Όχι, διακόπτει η Δήμητρα. Η κόρη μου δεν θα γίνει νταντά για παιδιά άλλων.
Είναι συγγενείς!
Αν θέλετε με τον μπαμπά να χαραμίσετε τα γεράματά σας, δικό σας θέμα, απαντάει. Εγώ δεν το ανέχομαι.
Είσαι εγωίστρια! άλλαξε τόνο η μητέρα.
Έχω κι εγώ οικογένεια, απάντησε αταλάντευτη. Άντρα, κόρη. Δεν θα ζω για την αδερφή.
Το κλείνει. Το κινητό πέφτει στον καναπέ, τα χέρια κρύβουν το πρόσωπο.
Ζεστά μπρατσάκια αγκαλιάζουν από πίσω. Η Χαρά κουρνιάζει δίπλα της.
Μαμά, τα άκουσα όλα, της λέει ήσυχα.
Η Δήμητρα γυρίζει και την σφίγγει στην αγκαλιά της, γεμίζοντας τα πνευμόνια της με το άρωμα απο το σαμπουάν της.
Ό,τι έκανα, το έκανα για σένα, τη χαϊδεύει στο κεφάλι. Και θα το κάνω ξανά αν χρειαστεί.
Η Χαρά σηκώνει το βλέμμα και της χαμογελά, κι εκεί μέσα τα καταλαβαίνει όλα.
Το ξέρω, μαμά, πιάνει το χέρι της δυνατά. Σ ευχαριστώ.
Μένουν στην αγκαλιά, κοιτάζοντας από το παράθυρο τον βραδινό Πειραιά. Εκεί κάπου παραέξω, η Ελένη θα κλαίει στη πεθερά, η μάνα θα στέλνει SMS σε θείες και ξαδέρφες, η «κακιά» θα είναι πάντα η Δήμητρα. Όμως εδώ, σε αυτό το διαμέρισμα, υπήρχε ζεστασιά και ηρεμία.
Η Δήμητρα είχε πάρει την απόφασή της και δεν θα έκανε πίσω. Ακόμα και αν στοίχιζε σε δεσμούς με μάνα και αδερφή η Χαρά μετρούσε περισσότερο. Η παιδική της ηλικία, η ελευθερία της, το δικαίωμα να μείνει ένα αληθινό παιδί.





