Γιατί να θέλετε να μετακομίσετε; Ειδικά στην επαρχία. Όλοι προσπαθούν να πάνε στην Αθήνα ή σε άλλες μεγάλες πόλεις, κι εσείς το αντίθετο. Τι καλό έχει; Ειλικρινά, δεν σας καταλαβαίνω. Μόνο το καλοκαίρι είναι όμορφα εκεί, το χειμώνα δεν έχεις τι να κάνεις.
Έχω μια φίλη, η Ελένη, η οποία έκανε τα πάντα για να μας πείσει να μη φύγουμε από την Αθήνα και να μην καταλήξουμε στο χωριό. Εμάς αυτό μας στενοχώρησε, τόσο εμένα όσο και τον άντρα μου, τον Κώστα. Σαν να πρέπει να κάνουμε πάντα αυτό που θέλουν οι άλλοι.
Μετά από έναν χρόνο αναζήτησης, καταφέραμε επιτέλους να βρούμε το κατάλληλο σπίτι και μετακομίσαμε. Η Ελένη με έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα και με ρώταγε ειρωνικά αν βρήκα δουλειά παρόλο που ήξερε πολύ καλά ότι δουλεύω από το σπίτι και δεν είχα σκοπό να αλλάξω επάγγελμα. Συνέχιζε και με ρωτούσε: Το ίντερνετ πιάνει εκεί πέρα;
Η Ελένη ήρθε πρώτη φορά στο χωριό στις αρχές Οκτώβρη. Είχε περάσει πάνω από ένας χρόνος από τη μετακόμισή μας. Γύρισε με απροθυμία στον κήπο μας και τις δύο μέρες που έμεινε, προτίμησε να κάθεται μέσα στο σπίτι, πίνοντας μπύρες με τον άντρα της, τον Γιάννη.
Όλο το διάστημα εκείνο, παρότι είχαμε φιλοξενούμενους, εμείς συνεχίσαμε να κατεβάζουμε λαχανικά στο υπόγειο και να κλείνουμε κομπόστες στα βάζα. Την τρίτη μέρα η Ελένη και ο άντρας της άρχισαν να μαζεύουν τα πράγματά τους για να φύγουν με το λεωφορείο το απόγευμα. Δεν τους προσφέραμε κάποιο ενθύμιο. Παρ όλ αυτά, η ίδια η Ελένη μου ζήτησε να της δώσω μια σακούλα με πατάτες και μήλα.
Προσφέρθηκα να κατέβω στο υπόγειο για να τα φέρω, αλλά δεν ήρθαν γιατί ήταν ακόμα ζαλισμένοι από τη μπύρα. Τους έδωσα μια σακούλα κάτω από τα μήλα και μερικούς κουβάδες. Μη ικανοποιημένοι από την εμφάνισή τους, πήγαν και μάζεψαν μόνα τους μερικά φρούτα. Αναρωτήθηκα πώς θα τα κουβαλήσουν όλα αυτά στο λεωφορείο, αλλά αργότερα κατάλαβα είχαν ζητήσει στον άντρα μου να τους μεταφέρει μέχρι την Αθήνα.
Η διαδρομή ήταν περίπου τρεις ώρες με επιστροφή. Ο Κώστας κατάλαβε αμέσως τι ήθελαν και τους είπε ότι είχε ήδη πιει μία μπύρα και δεν μπορούσε να οδηγήσει. Τελικά έφυγαν μόνοι τους με τα πράγματά τους. Δεν τους είδαμε ξανά για χρόνια. Φυσικά μιλούσαμε στο τηλέφωνο, αλλά δεν ξαναήρθαν ποτέ. Μάλλον δεν είχαν και μεγάλο ενθουσιασμό για τη ζωή στην επαρχία.
Ωστόσο, στα τέλη του Νοέμβρη, εμφανίστηκαν ξαφνικά στην πόρτα μας. Χωρίς να μας ειδοποιήσουν. Ήθελαν να μας κάνουν έκπληξη, είπαν. Ήρθαν Σαββατοκύριακο, αλλά εγώ δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένη. Είχα πολλές παραγγελίες για γιορτινά εδέσματα, κι όλη την εβδομάδα ασχολιόμουν με πουλερικά που ετοιμάζαμε για παραδόσεις. Εννοείται, όμως, πως η φιλοξενία είναι φιλοξενία.
Έστρωσα γρήγορα το τραπέζι. Η Ελένη κι ο Γιάννης έτρωγαν και έπιναν και εμείς τρέχαμε να προλάβουμε τα διαδικαστικά. Προσφέρθηκαν να βοηθήσουν, μα ήταν σαφές πως δεν είχαν ποτέ καθαρίσει πουλερικά αν και κατάγονταν κι αυτοί από χωριό.
Όλα τα πουλερικά που είχαμε ήταν ήδη κλεισμένα για παραγγελίες και τα είχαμε κρατήσει και για τους γονείς μας για τις γιορτές. Εγώ είχα άγχος, όμως τους πρόσφερα μια χήνα, διευκρινίζοντας πως θα πρέπει να τη μαδήσουν μόνοι τους. Δέχτηκαν, λέγοντας ότι θα το έκαναν την επόμενη μέρα.
Την άλλη μέρα, σιωπή. Δεν το ανέφεραν καν. Αυτήν τη φορά είχαν έρθει με αυτοκίνητο, οπότε αγόρασαν κάτι από το μπακάλικο. Πριν φύγουν, τους πρόσφερα λαχανικά και τουρσιά. Τους είπα να διαλέξουν ό,τι θέλουν και γέμισαν το πορτμπαγκάζ. Δεν το μετάνιωσα, είναι καλοδεχούμενοι να τα φάνε εμείς έχουμε αρκετά για χρόνια.
Η επόμενη ερώτηση της Ελένης όμως με εξέπληξε. «Δεν έχετε καθόλου μοσχάρι παραπάνω;»
Της απάντησα ειλικρινά πως όχι, δεν είχα. Οι παραγγελίες έρχονται πρώτα, ύστερα σφάζουμε τα μοσχάρια. Πρέπει κι εμείς να ζήσουμε. Κι αν είχα περίσσευμα θα έδινα στους γονείς, τα αδέρφια, στους δικούς μας πρώτα.
Ίσως να παρεξηγήθηκαν που δεν τους δώσαμε κρέας. Από τότε η Ελένη δε με πήρε ούτε τηλέφωνο ούτε έγραψε. Κάποια γνωστή μας είπε ότι είμαστε τσιγκούνιδες. Ήρθαν στο χωριό και έφυγαν χωρίς να πάρουν κρέας, πήγε και τους είπε.
Όμως αν κάτι έμαθα σε αυτή τη διαδρομή, είναι ότι όσα και να προσφέρεις, πρέπει να βάζεις όρια και να θυμάσαι: η αληθινή φιλία δεν μετριέται με σακούλες κι ούτε αγοράζεται με καλούδια. Η αξία της ζωής στην επαρχία είναι να ζεις αυτάρκης, να σέβεσαι τους ανθρώπους και τον κόπο σου και να αγαπάς αληθινά αυτούς που εκτιμούν όσα έχεις να προσφέρεις.





