Λοιπόν, φαντάσου τη Δευτέρα πρωί σε μια μεγάλη εταιρεία στο Μαρούσι. Όλα κυλάνε όπως κάθε εβδομάδα οι υπάλληλοι τρέχουν πάνω-κάτω στους διαδρόμους, ανταλλάσσουν „καλημέρα”, λένε περί ανέμων και υδάτων για το Σαββατοκύριακο τους. Άλλος πήγε σινεμά, άλλη βγήκε για ποτό με φίλες, άλλος τίποτα λες και όλοι κάνουν restart μέχρι να φτάσουν στις θέσεις τους.
Η Ειρήνη δουλεύει σε ένα μεγάλο ανοιχτό γραφείο με άλλους τρεις συναδέλφους. Δεν είναι ιδιαίτερα ψηλή, με κοντά καστανοξανθά μαλλιά και ζωηρά καστανά μάτια. Εκείνο το πρωινό είναι συγκεντρωμένη στους φακέλους της, τα βάζει όλα σε τάξη κλασική Ειρήνη, πάντα οργανωμένη.
Εκεί που δεν το περιμένει, σκάει ο Γιώργος, μάνατζερ από το λογιστήριο, με το τίποτα-δεν-με-κρατάει ύφος του.
Καλημέρα, Ειρήνη! Πώς τα πέρασες το Σαββατοκύριακο; ρωτάει με ένα τεράστιο χαμόγελο.
Αυτή, ευγενική όπως πάντα, του χαρίζει ένα τυπικό χαμόγελο δε θέλει φασαρίες, ούτε να χαλάσει τις ισορροπίες στη δουλειά.
Καλά, ευχαριστώ. Μάζευα το σπίτι, γνωστά, του απαντάει. Εσύ;
Εγώ; Άστα! Με την παρέα πήγαμε σπίτι φίλου στον Ωρωπό, ψήσαμε σουβλάκια, τραγουδήσαμε και με κιθάρα. Κανονικά πρέπει να έρθεις κι εσύ καμιά φορά! Έτσι κι αλλιώς τώρα μόνη είσαι… δεν χώρισες πρόσφατα;
Η Ειρήνη παγώνει μισό δευτερόλεπτο. Όχι ότι της αρέσει να μιλάνε για τα προσωπικά της ειδικά στο γραφείο αλλά συγκρατείται και απαντάει ήρεμα, χωρίς να δείξει τη δυσφορία της.
Ναι, είμαι διαζευγμένη. Σε ευχαριστώ για την πρόταση, αλλά αυτή την περίοδο δεν θέλω να πάω πουθενά, ειδικά με άγνωστη παρέα, του λέει και ξανασκύβει στα χαρτιά.
Έλα μωρέ, γιατί τόσο απόλυτη; Στην εποχή μας αυτά τα ζεις για να ξεπεράσεις τα παλιά, συνεχίζει εκείνος. Λέω να βγούμε οι δυο μας μία Παρασκευή, τι λες;
Η Ειρήνη πλέον ανυπομονεί. Ισιώνει τα χαρτιά της και τον κοιτάζει απευθείας, χωρίς ίχνος χαμόγελου αλλά πάντα ήρεμη.
Γιώργο, εκτιμώ το ενδιαφέρον, αλλά δε με ενδιαφέρει να κάνω σχέση. Ας κρατήσουμε τη συζήτησή μας στα επαγγελματικά.
Εκείνος όμως, δεν μασάει. Κάνει πως δεν ακούει.
Έλα τώρα, τι νάζια είναι αυτά; Ωραίοι άνθρωποι και οι δυο, μια χαρά θα ήταν! επιμένει.
Η Ειρήνη δαγκώθηκε, αλλά θέλει να μείνει ψύχραιμη. Δεν έχει διάθεση να το τραβήξει. Του απαντάει πάλι σταθερά:
Είπα όχι, Γιώργο. Σε παρακαλώ ας το αφήσουμε.
Εντάξει, εντάξει, λέει εκείνος, τάχα αδιάφορα και γυρνάει να φύγει. Άντε, σκέφτεται.
Μόνο το θέμα δεν έμεινε εκεί. Τις επόμενες εβδομάδες, ο Γιώργος το βιολί του. Όλο και „τυχαία” βρισκόταν δίπλα της, όλο και μια απορία είχε για κάποιο excel που δεν του έβγαινε. Κάθε φορά το ίδιο θέμα: μήπως να βγούμε, μήπως να πάμε για καφέ, τι έχεις να φοβηθείς;
Η Ειρήνη σταθερή. Ηρεμία, μέτρο, ψυχραιμία καμία φωνή, μόνο ευγένεια, αλλά δεν του αφήνει κανένα περιθώριο. Κάθε φορά ελπίζει ότι θα καταλάβει επιτέλους πως το „όχι” είναι „όχι”.
Έρχεται ένα βράδυ η Ειρήνη μόνη στο γραφείο, 8 και κάτι. Να τελειώσει μια παρουσίαση για την επόμενη μέρα. Ξάφνου, μπαίνει, ποιος άλλος, ο Γιώργος.
Α μπα, ακόμα εδώ; Μήπως να πάμε σε εκείνο το μπιστρό στην Κηφισιά; Έχει live σήμερα!
Εκείνη κλείνει ήσυχα τον υπολογιστή και γυρνάει προς το μέρος του.
Γιώργο, στο έχω πει πάρα πολλές φορές με ευγένεια: σε παρακαλώ σταμάτα. Θέλω να δουλέψω και να φεύγω ήσυχη από τη δουλειά μου. Σεβάσου το, του λέει στα ίσια.
Το πρόσωπο του σοβαρεύει απότομα.
Δηλαδή ποιο το πρόβλημά σου; Δεν σου κάνω; Μετά το διαζύγιο όλοι χρειάζονται μια δεύτερη ευκαιρία!
Η Ειρήνη παίρνει βαθιά ανάσα.
Δεν έχει να κάνει με σένα, ούτε με το πού αξίζεις έχει να κάνει με μένα. Δεν θέλω σχέση. Τόσο απλό. Δύο μήνες στο λέω.
Ε, εντάξει τότε, λέει φανερά πικραμένος. Θα μετανιώσεις που το παίζεις δύσκολη. Θα μείνεις μόνη.
Εκείνη ανατριχιάζει ελαφρώς, αλλά σηκώνει το βλέμμα της, σταθερή. Ναι, έτσι πρέπει.
Την επόμενη μέρα το κλίμα στο γραφείο ήταν τεταμένο. Όλοι ήξεραν πως κάτι παίζει, ακόμη κι αν κανείς δεν μιλούσε έβλεπες όμως τα βλέμματα, τις στάσεις.
Ο Γιώργος ξεπέρασε τα όριά του. Δοκίμασε ξανά, στο διάλειμμα του καφέ, αυτή τη φορά μπροστά σε άλλους:
Δηλαδή, επειδή είσαι γυναίκα μόνη, δεν δέχεσαι ούτε έναν απλό καφέ; Τι φοβάσαι;
Η Ειρήνη γύρισε και του είπε χαμηλόφωνα, αλλά σταθερά:
Δεν φοβάμαι. Δεν θέλω. Και δεν σου δίνω δικαίωμα να με πιέζεις άλλο. Σταμάτα.
Αυτή τη φορά, έκανε πίσω. Όμως μέσα της η αγανάκτηση είχε φτάσει στο ταβάνι. Το βράδυ στο σπίτι τα σκεφτόταν ξανά και ξανά. Δεν άντεχε άλλο. Είχε ηχογραφήσει κάποια από τις συζητήσεις τους. Την στέλνει στην γυναίκα του, με μήνυμα: «Συγγνώμη που σε ενοχλώ, αλλά ο άντρας σου με φέρνει πολύ συχνά σε δύσκολη θέση στη δουλειά. Άκου αν θες…». Έλεγχος τρεις φορές, αποστολή.
Το επόμενο πρωινό, ταράχη. Σκάει ο Γιώργος κατακόκκινος.
Τι έκανες; Το έστειλες στη γυναίκα μου; ούρλιαξε σχεδόν.
Σε είχα προειδοποιήσει. Δεν με άκουσες. Προχώρησα στο μόνο που μου έμενε, ψιθυρίζει ήρεμα.
Ο καυγάς γίνεται σχεδόν μπροστά σε όλους. Ο Γιώργος λέει το γνωστό κλασικό «δήθεν μου άρεσες, γι αυτό φέρθηκες έτσι και θες να με εκδικηθείς». Η Ειρήνη του απαντάει δυνατά: «Σε παρακαλούσα να μ αφήσεις ήσυχη και όχι, δεν μου άρεσες ποτέ! Μόνο αγνόησες κάθε όχι.»
Ακολούθησαν μέρες βαριάς ατμόσφαιρας μούγκα στο γραφείο, κανείς δεν μίλαγε για το θέμα, όλοι όμως ξέρανε. Ο Γιώργος πλέον ούτε που πλησίαζε την Ειρήνη. Μετά από δύο μέρες, τον φώναξαν στο γραφείο του διευθυντή. Φήμες έλεγαν πως το θέμα πλέον είχε φτάσει ψηλά και πως αν συνέχιζε, θα είχε άσχημες συνέπειες.
Ένα πρωί ήρθε δίπλα της η Ελένη από το μάρκετινγκ.
Θέλω να σου πω ένα ευχαριστώ. Εμένα με είχε ενοχλήσει κι εμένα… αλλά δεν τόλμησα να το πω. Εσύ τα κατάφερες.
Η Ειρήνη χαμογέλασε συγκινημένη και της είπε: «Πάντα πρέπει να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Πάντα».
Περάσαν κάποιες εβδομάδες. Ο διευθυντής έκανε μίνι λόγο στο meeting για όρια, για σεβασμό στη δουλειά, ότι εδώ δεν έχουν θέση οι προσωπικές επιθέσεις. Όλοι κατάλαβαν τι εννοούσε. Ο Γιώργος κοίταξε το πάτωμα, δεν αντέδρασε. Μέχρι κι εκείνος πήρε το μήνυμα, επιτέλους.
Ο καιρός πέρασε. Ένα πρωινό, ανεβαίνοντας με το ασανσέρ, μπήκε κι ο Γιώργος. Δεν μίλησαν. Στην τελευταία στιγμή, λίγο πριν βγει, της λέει ψιθυριστά:
Ειρήνη… Συγγνώμη. Προφανώς το παράκανα.
Γύρισε και τον κοίταξε, ήρεμη.
Το θέμα είναι αυτό. Να καταλαβαίνουμε και να μαθαίνουμε του απαντάει.
Μετά απ αυτό άλλαξε η στάση του. Ήταν ευγενικός, αλλά κρατούσε αποστάσεις. Σίγα-σιγά η καθημερινότητα βρήκε το ρυθμό της. Η Ειρήνη έβγαινε με τις φίλες της, απολάμβανε το άρωμα του καφέ στη Μαβίλη, έπαψε να αγχώνεται για το παρελθόν. Άρχισε να νιώθει ξανά ο εαυτός της.
Σ ένα εταιρικό πάρτι, γνώρισε τον Κώστα από το διπλανό τμήμα. Ήταν διακριτικός, αστείος, ποτέ δεν πίεσε για τίποτε περισσότερο. Ήπιαν καφέ, μίλησαν για ταινίες, για τα νησιά, για ένα ταξίδι στα Ζαγοροχώρια. Ήταν πρώτη φορά που νιώθει ξανά άνετα με κάποιον. Δεν χρειάστηκε να αποδείξει τίποτα.
Με τον καιρό, όλα κυλάνε καλύτερα και στην δουλειά. Δέχεται προτάσεις, αναλαμβάνει κι άλλο ρόλο σε νέο πρότζεκτ, τα βγάζει πέρα μια χαρά με σιγουριά και ψυχραιμία.
Πέρασε ένας χρόνος. Παντρεύτηκε τον Κώστα, ήσυχα σε ένα μαγαζί στο Ψυχικό, μόνο με λίγους καλούς φίλους και την οικογένεια της. Ούτε φανφάρες, ούτε τίποτα, μόνο χαμόγελα. Κάπου εκεί, ανάμεσα στους καλεσμένους, είδε και τον Γιώργο, μαζί με την γυναίκα του. Λιτός, συγκρατημένος, της είπε να είσαι πάντα έτσι ευτυχισμένη.
Και η Ειρήνη ήταν. Τέλος καλό, όλα καλά όχι επειδή όλα πήγαν εύκολα, αλλά επειδή κατάλαβε πως όχι σημαίνει όχι, πρέπει να το λέμε και να το εννοούμε, και να βρίσκουμε δίπλα μας ανθρώπους που το σέβονται αυτό. Και πώς όταν βάζεις τα όρια σου και φροντίζεις τον εαυτό σου, σιγά σιγά, όλα μπαίνουν στη θέση τους.




