Άρχισες, λοιπόν τώρα πες το μέχρι το τέλος! ο Αντρέας ύψωσε τη φωνή του προς τη Νεφέλη, Κι άμα δεν ξέρεις καλά, σταμάτα να μιλάς χωρίς λόγο
Ξέρω, του χαμογέλασε ειρωνικά η Νεφέλη, καρφώνοντας το βλέμμα της στα μάτια του, Με τη Δήμητρα ποτέ δεν είχαμε μυστικά
Ο Αντρέας και η Δήμητρα γνωρίστηκαν με τον πιο απλό τρόπο. Ήταν χειμώνας, πολύ κρύο και ο δρόμος γλιστρούσε από τον πάγο. Η Δήμητρα γλίστρησε νωρίς το πρωί, πηγαίνοντας για τη δουλειά της, έπεσε δυνατά και χτύπησε το γόνατό της. Ο Αντρέας την βοήθησε να σηκωθεί και τη συνόδεψε απευθείας στο Κέντρο Υγείας.
Οι εξετάσεις έδειξαν πως δεν υπήρχε κάταγμα, οπότε η Δήμητρα έφυγε για το σπίτι της με τις κατάλληλες οδηγίες: ξεκούραση και ελαστικός επίδεσμος. Ο Αντρέας, όλο εκεί μαζί της, έμεινε ως το τέλος πήρε μέχρι και άδεια μισής μέρας από τη δουλειά του. Μόνο όταν βοήθησε τη Δήμητρα να μπει σε ταξί ηρέμησε, ζητώντας της να τον πάρει ένα τηλέφωνο μόλις φτάσει σπίτι, για να ξέρει πως όλα πήγανε καλά.
Ο Αντρέας άρεσε πολύ στη Δήμητρα: τέτοια φροντίδα και καλοσύνη δεν είχε ξαναδεί από κανέναν άντρα. Την είχε μαγέψει. Ακολούθησε η πιο ρομαντική περίοδος στη σχέση τους. Τηλεφωνόντουσαν όλη μέρα, μιλούσαν για τα πάντα. Ο Αντρέας ήθελε να ξέρει κάθε λεπτομέρεια από τη ζωή της. Το πρωί της ευχόταν καλή μέρα, το βράδυ καληνύχτα. Μέσα στη μέρα τη ρωτούσε αν ντύθηκε ζεστά, αν έφαγε, πώς πέρασε.
Ο ίδιος ο Αντρέας μεγάλωσε σε τέτοιες συνήθειες: πάντα ένοιαζε η μια οικογένεια τον άλλον. Μπορεί να ζούσε πλέον μόνος του, στο διαμέρισμα που είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του στα Πατήσια, αλλά οι γονείς του, ο Παναγιώτης και η Ειρήνη, έμεναν μόλις στην Κηφισιά, κοντά του. Παλιά ζούσαν όλοι μαζί, το διαμέρισμα της γιαγιάς το νοίκιαζαν, ήταν πολύ αγαπημένοι, χωρίς φωνές και καβγάδες, με μια ζεστασιά και εμπιστοσύνη καθημερινή. Όταν έφυγε η γιαγιά, ο Αντρέας είχε ήδη μεγαλώσει, μετακόμισε στο δικό του σπίτι.
Με τα κορίτσια δεν του πήγαινε ποτέ καλά. Ήταν κλειστός χαρακτήρας, ντροπαλός, και δεν πήγαινε ποτέ σε μπαράκια ή παρέες. Τους φίλους με το σταγονόμετρο, παρέες σχεδόν να βγει έξω δεν είχε. Με τη Δήμητρα όλα έγιναν τυχαία, όμως ήθελε να τη βοηθήσει, να μην την αφήσει έτσι στον δρόμο, δεν του το επέτρεπε η καρδιά του. Αργότερα σκέφτηκε ότι ήταν η μοίρα που τους ένωσε.
Δύο μήνες μετά, παντρεύτηκαν. Έτσι απλά. Ο Αντρέας, για αστείο, μια μέρα της λέει να παντρευτούν, και η Δήμητρα χωρίς να το σκεφτεί απαντάει:
Γιατί όχι; Πάμε τώρα αμέσως να κάνουμε αίτηση στο Δημαρχείο!
Μόλις μία ώρα απέμενε μέχρι να κλείσει το Ληξιαρχείο, όταν και πήγαν. Τον γάμο τον όρισαν την πιο κοντινή ημερομηνία. Οι γονείς του Αντρέα, αν και παραξενεύτηκαν για τη βιασύνη, χάρηκαν για την επιλογή του, άλλωστε η Δήμητρα τους άρεσε πολύ.
Η μαμά της Δήμητρας ζούσε στη Γλυφάδα. Της το είπε από το τηλέφωνο. Δυστυχώς δεν κατάφερε να έρθει, καθώς η γιαγιά της Δήμητρας ήταν άρρωστη και δεν γινόταν να την αφήσει μόνη της.
Έφτιαξαν μια καλή οικογένεια. Δεν μάλωναν, η αγάπη τους φαινόταν να μεγαλώνει μετά τον γάμο. Απέκτησαν κι έναν γιο, τον Μάξιμο, και όλα έγιναν ακόμα πιο όμορφα, αλλά και πιο απαιτητικά. Κι ένα βράδυ σε μια γιορτή, η κολλητή φίλη της Δήμητρας, η Νεφέλη, το παράκανε στο ποτό, και χρειάστηκε να της καλέσουν ταξί για να φύγει με ασφάλεια.
Γιόρταζαν όλοι μαζί την επέτειο γάμου τους, είχαν μαζευτεί σε ένα καφέ στη Νέα Σμύρνη. Εκείνοι, οι γονείς του Αντρέα η Ειρήνη και ο Παναγιώτης ο μικρός Μάξιμος, που όλο περηφάνια έπινε τον χυμό του και έλεγε στην υγειά μας, και η κολλητή της Δήμητρας από το σχολείο, η Νεφέλη. Μπορεί η προσωπική της ζωή να μην είχε πάρει το δρόμο που ήθελε τριαντάρα πια, όπως και η Δήμητρα, αλλά μόνη της μέχρι τώρα αλλά ποτέ δεν την πείραξε που η καλύτερή της φίλη ήταν πάντα η ωραία της παρέας και της ζωής. Ενώ η Δήμητρα μάζευε βλέμματα και προσκλήσεις για γάμο απ το λύκειο, εκείνη έμενε κάπως στην άκρη κοντούλα, γεματούλα, χωρίς το πρόσωπο που θα έλεγες όμορφο.
Όμως, η φιλία με τη Δήμητρα της έδινε πάντα προνόμια μόνο με τη Νεφέλη της επέτρεπε η μάνα της να βγαίνει. Έτσι γνώριζε κι εκείνη τους φίλους της και είχε κι αυτή λίγη από την προσοχή των αγοριών. Μέχρι τον Αντρέα, κανείς δεν την είχε αποζητήσει σοβαρά, η Δήμητρα όμως ήταν αλλιώς: προσεκτική στην επιλογή, παντρεύτηκε μετά τα 25.
Η Νεφέλη κατέβαινε τις σκάλες του καφέ, σκόνταψε τρεις φορές, ο Αντρέας να τη συγκρατεί σχεδόν, να μην πέσει. Επάνω τους περίμεναν η Δήμητρα, ο Μάξιμος και οι γονείς του, κάτω το ταξί που της είχε καλέσει η Δήμητρα. Ο Αντρέας δεν είχε ξαναδεί έτσι τη Νεφέλη σχεδόν δεν στεκόταν στα πόδια της. Γι αυτό και προσφέρθηκε να τη συνοδέψει.
Να ζήσουν τα παιδιά! Χα! Σ άλλους η τύχη κι εμένα τίποτα Από την αρχή που γνωριστήκαμε, πάντα η Δήμητρα ήτανε η τυχερή! Τίποτα δεν την άγγιζε, ό,τι ήθελε, το είχε! Τρελαίνετε για τα ωραία κορίτσια, εσείς οι άντρες Μόνο το μυαλό δε βλέπετε!
Έξω από το καφέ, λίγο πριν πέσει στο ταξί, ξαφνικά η Νεφέλη σηκώθηκε σωστή, του μίλησε καθαρά:
Ξέρεις ποιανού παιδί μεγαλώνεις; Δεν είναι δικό σου ο Μάξιμος!
Τι λες, ρε κοπέλα μου! ο Αντρέας έτρεμε, παλεύοντας να μην τη χαστουκίσει. Όλα γύρω του άρχισαν να γυρίζουν, έσφιξε τα μάτια να κλείσει τη φρενίτιδα που ένοιωσε. Ήθελε να αρπάξει τη Νεφέλη και να τη σείσει να σταματήσει να μιλάει. Αλλά αυτή συνέχιζε αδιάφορη:
Κοίτα πώς άσπρισες! Δεν το είχες σκεφτεί ποτέ; Ο μικρός σας ήρθε νωρίς στον κόσμο! Ο γάμος έγινε βιαστικά, γιατί την αγάπησε τόσο πολύ η Δήμητρα που δεν μπορούσε να περιμένει; Χα! Και δεν σου μοιάζει στο παραμικρό! Είχε άλλον πριν, που την κορόιδεψε και την παράτησε. Καλά να πάθει!
Ο Αντρέας της έκλεισε άγρια την πόρτα του ταξί, μην αντέχοντας άλλο, αλλά εκείνη τη στιγμή τον πήρε τηλέφωνο κι αυτός από συνήθεια απάντησε:
Ρώτα τη γυναίκα σου! Μόνο εμένα να με τρώει η μαυρίλα στην ευτυχία σας; Να δούμε τώρα τα μαγειρέματα! γέλασε σκληρά η Νεφέλη
Το γέλιο της αντηχούσε στ αυτιά του όλο το βράδυ. Ήξερε πως ο Μάξιμος γεννήθηκε πιο νωρίς, αλλά ποτέ δε σκέφτηκε τίποτα περίεργο. Παιδιά πρόωρα γεννιούνται, του φάνηκε τότε. Ούτε του πέρασε από το μυαλό το βάρος ή το χρώμα ήταν τόσο ευτυχισμένος, που δεν έδινε σημασία. Από την πρώτη στιγμή αγάπησε το γιο του, δεν υπήρξε στιγμή που αμφέβαλε πως είναι δικό του.
Οι γονείς του Αντρέα λάτρευαν επίσης το εγγόνι τους. Τον έπαιρναν μαζί ταξίδια, τον πήγαιναν στο Αττικό Πάρκο, στο Μουσείο. Μέχρι που ήρθαν τα λόγια της Νεφέλης και του έσκαψαν την καρδιά. Και, να, ο Μάξιμος αδύνατος, ξανθός, απαλόδερμος, ενώ ο Αντρέας σκούρος, γεροδεμένος. Η μάνα του, η Ειρήνη, του έλεγε „Τα μαλλιά αλλάζουν, θα δεις”, αλλά το σώμα; Ο Αντρέας ένα βουνό κι η Δήμητρα ψηλή κι αυτή Τα μάτια του μικρού και πάλι Έφαγε τη βδομάδα σκεπτόμενος, μες στη σιωπή μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Έπρεπε να τη ρωτήσει
Η Δήμητρα τον κοίταξε παράξενα και ύστερα του είπε:
Ήξερα πως κάποια μέρα θα το ρωτήσεις. Τι περίμενες πέντε χρόνια για να το πεις; Θα χώριζες έτσι απλά, ε; Έκανα λάθος! Δεν σου φέρθηκα δίκαια! Πες μου, φώναξε μου, τι περιμένεις;
Ο Αντρέας έκανε πίσω. Γιατί τα λέει όλα αυτά; Τόσο πολύ την αγαπούσε, που ακόμα κι αν ήξερε, θα την παντρευόταν ξανά. Τώρα, τέτοια ψυχραιμία σαν να το περίμενε. Χωρισμό δεν ήθελε. Τον Μάξιμο τον λάτρευε. Δεν πρέπει να του στερήσει τον πατέρα του. Οι γονείς του; Να τους το πει ή καλύτερα να μην το μάθουν ποτέ;
Η Δήμητρα δεν ήθελε να ρισκάρει τα συναισθήματά του, έτσι τσακώθηκαν άσχημα. Ο Αντρέας μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε για το παλιό διαμέρισμα της γιαγιάς, στην Κυψέλη. Ευτυχώς ήταν άδειο, δεν είχε ενοικιαστές. Έμεινε εκεί δύο βδομάδες, μακριά απ όλους, με την καρδιά του να πονάει, να του λείπει ο γιος και η γυναίκα του. Το σκέφτηκε καλά. Η Νεφέλη προσπάθησε να τους καταστρέψει την ευτυχία, όμως δεν θα τους αφήσει να χαρούν. Δεν θα τους το κάνει το χατίρι!
Ο Αντρέας γύρισε στο σπίτι, στη Δήμητρα και τον γιο του.
Μη μου θυμώνεις! Σου είπα πολλά άδικα λόγια, δεν σου άξιζε αυτό, έκλαιγε η Δήμητρα, Νομίζω ότι αφού το έμαθες, θα σταματήσεις να με αγαπάς, και προτιμούσα να το πω εγώ μόνη μου, ήθελα να τελειώσει. Τόσα χρόνια το περίμενα και το φοβόμουν.
Αχ, Δήμητρά μου, την αγκάλιασε τρυφερά ο Αντρέας, Πέντε χρόνια ζήσαμε, και δεν με κατάλαβες. Νομίζεις θα σας άφηνα; Σε αγαπώ, κι εσένα και τον Μάξιμο. Τίποτα δεν το αλλάζει αυτό. Καταλαβαίνω ήσουν φοβισμένη, γι’ αυτό δεν μου είπες τίποτα τότε. Έχουμε αληθινή αγάπη, κι η Νεφέλη δεν θα μας τη χαλάσει ποτέ.
Έτσι είναι, του απάντησε η Δήμητρα, σκουπίζοντας τα δάκρυά της κι ακουμπώντας τον, μόνο αυτήν δεν θέλω να τη βλέπω ξανά!
Κι οι γονείς μου; τη ρώτησε ο Αντρέας, το μόνο που τον βασάνιζε Αυτοί αγαπούν τον μικρό σαν δικό τους. Πώς να τους το πούμε;
Το είπαν στους γονείς, αλλά όχι αυτό. Τους είπαν ότι περιμένουν δεύτερο παιδί· σε λίγο θα είχαν δυο εγγόνιαΤο είπαν στους γονείς, αλλά όχι αυτό. Είπαν μόνο πως οι δυσκολίες τούς κούρασαν, πως κουράστηκαν από τα λόγια των τρίτων και ήθελαν λίγη ησυχία. Η Ειρήνη πήρε την Δήμητρα στην αγκαλιά της χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Ο Παναγιώτης φίλησε τον εγγονό του, του είπε „παλικάρι μου” και κάθισε στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, σαν να συνέβαινε το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο.
Το βράδυ, ο Αντρέας πήγε στο δωμάτιο του Μάξιμου και τον κοίταξε να κοιμάται. Κάθισε στο κρεβάτι, χάιδεψε απαλά το κεφάλι του και ψιθύρισε:
Είσαι το δικό μου παιδί. Εσένα διάλεξα να μεγαλώσω, εσένα αγαπώ, όπως και να ρθες σ αυτή τη ζωή.
Την άλλη μέρα, η Δήμητρα του έφτιαξε ζεστό καφέ και τον κοίταξε στα μάτια μ εκείνο το πρώτο χαμόγελο εκείνο που τον είχε μαγέψει στο κρύο πεζοδρόμιο.
Εμείς θα γράφουμε την ιστορία μας μην τους αφήσεις να τη χαλάσουν, του ψιθύρισε.
Και, κάπως έτσι, απάντησε κι ο Αντρέας με το πιο βαθύ του φιλί:
Μονάχα οι δικοί μας άνθρωποι ξέρουν την αλήθεια μας. Κι αυτή είναι αρκετή.
Έξω, χιόνιζε ξανά, όπως εκείνον τον πρώτο χειμώνα και αυτήν τη φορά, δεν φοβήθηκαν ούτε το κρύο, ούτε τις σκιές. Μαζί, γύρισαν στη ζεστασιά που μόνο δύο άνθρωποι που διαλέγουν να μείνουν μπορούν να φτιάξουν. Και η Νεφέλη; Αυτή χάθηκε στα δικά της σκοτάδια, μα η αγάπη που έμεινε στο σπίτι τους έλαμψε ακόμα πιο δυνατά σαν φως σε χειμωνιάτικη νύχτα, που όσο κι αν φυσάει, δεν σβήνει ποτέ.





