Τι κόψεις, δεν κολλάει ξανά
Όταν η Δανάη έδειχνε τις φωτογραφίες από τον γάμο της στους φίλους της, πάντα έλεγε γελώντας:
Ωχ, ταλαιπωρήθηκα πολύ μ εκείνο το νυφικό! Όμορφο, αλλά βαρύ και άβολο! Την επόμενη φορά που θα παντρευτώ, θα διαλέξω ένα ανάλαφρο, αέρινο φόρεμα.
Όλοι πίστευαν πως η Δανάη αστειευόταν. Γελούσαν μαζί της. Και πράγματι, Δανάη το έλεγε παιχνιδιάρικα. Οι γνωστοί της ήξεραν πως παντρεύτηκε τον Χρήστο από αμοιβαία αγάπη. Ήταν ένα τυπικό καλοκαιρινό ειδύλλιο. Η Δανάη ήταν 21, ο Χρήστος 28.
Αύγουστος, ζεστή θάλασσα, λευκό κρασί, έναστρος ουρανός, μαγεία Όλα αυτά έσμιξαν και κατέληξαν σε μια αίτηση γάμου στο δημαρχείο. Βέβαια, πριν απ αυτό, ο Χρήστος χρειάστηκε να χωρίσει από τη δεύτερη γυναίκα του, ενώ η Δανάη μετακόμισε στη γενέτειρα του Χρήστου.
Αθήνα Θεσσαλονίκη Αθήνα. Αυτή η διαδρομή θα γίνει για τη Δανάη σχεδόν δεύτερη φύση της για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Όμως αυτό αργότερα. Στην αρχή, το νιόπαντρο ζευγάρι έπρεπε να νοικιάσει σπίτι. Ο Χρήστος χάρισε το παλιό του διαμέρισμα στη δεύτερη γυναίκα του, που απειλούσε ότι θα πάρει χάπια, θα ρίξει βιτριόλι στην τρίτη, ή θα πέσει απ το μπαλκόνι αν δεν της μείνει πιστός!
Με τον καιρό, η πρώην ηρέμησε. Ίσως ο Χρήστος της είχε τάξει επιστροφή. Για την πρώτη του γυναίκα δεν μιλούσε ποτέ. «Τέρας που ήτανε, τελείωσε» αυτό μόνο ήξερε να πει. Εκείνος ο γάμος κράτησε ενάμιση χρόνο, δεν ταιριάξανε. Μετά, έδωσε τη γυναίκα του στον κολλητό του, κάνοντας όλους ευτυχισμένους ακόμα και τον εαυτό του.
Η δεύτερη γυναίκα άντεξε παραπάνω. Τρία χρόνια πήρε στον Χρήστο να καταλάβει την τρομακτική της φύση. «Δεν θα κάνω ανθρώπινα μικρούλια ποτέ!» έλεγε. Έτσι αποκαλούσε τα παιδιά.
Τη Δανάη δεν την άγγιζαν όλα αυτά τα δράματα. Ήταν αυτάρκης, φιλόδοξη, σίγουρη για την ομορφιά και τη μοναδικότητά της. Ο Χρήστος την κακόμαθε. Ένιωσε πως ζούσε στον παράδεισο ήδη εδώ, στη γη. Της αγόραζε τεράστια μπουκέτα λουλούδια, γούνες σε τρία χρώματα, παπούτσια αμέτρητα θα μπορούσε να αλλάζει κάθε μέρα. Ταξίδεψαν μαζί στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Μαυροβούνιο. Να «ανοίξουν τα μάτια τους» και να γεμίσουν δυνάμεις για το πρώτο τους παιδί.
Δεν άργησε να γεννηθεί η μικρή Μαρία. Όσο η Δανάη ασχολιόταν με το μωρό, ο Χρήστος αγόρασε ένα σπίτι και το εξόπλισε με όλα τα απαραίτητα. Ό,τι έκανε, το έκανε με ιδιαίτερη φροντίδα για τα κορίτσια του.
Γιόρτασαν το νέο σπίτι· η Μαρία μπήκε σε παιδικό σταθμό.
Η Δανάη αφιερώθηκε αποφασιστικά στη μόρφωσή της. Της άρεσε όμως να σπουδάζει στην πατρίδα της, στην Αθήνα. Εκεί είχε φίλες, τη μητέρα της, ακόμη και οι ξένοι φαίνονταν πιο ζεστοί και εγκάρδιοι. Κάτω από τις παλιές νεραντζιές της γειτονιάς, ήξερε ότι πάντα θα βρει γαλήνη.
Άφηνε τη Μαρία στη πεθερά της, που λάτρευε τη μικρή και της έδινε όλη της την αγάπη. Όταν ερχόταν η εξεταστική, η Δανάη έμενε στην αγαπημένη Αθήνα. Ο Χρήστος τρελαινόταν από τη ζήλεια. Όλο και κατέφτανε ξαφνικά στην Αθήνα, έκανε εικονικές τυχαίες συναντήσεις με τη γυναίκα του (σε άλλη πόλη!). Η Δανάη, ωστόσο, δεν έδινε αφορμές, ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν…
Η αλήθεια ήταν πως πάντα ήθελε να το σκάει από τις ευθύνες του σπιτιού. Ήθελε να μαθαίνει, να μαθαίνει, αρκεί να μη χρειάζεται να πλύνει ούτε ένα πιάτο, να σκουπίσει το πάτωμα, να φροντίσει άντρα και παιδί. Σκεφτόταν πως η ζωή, τόσο σύντομη, κυλάει και τη χάνει. Και γιατί, δηλαδή, μια έξυπνη, όμορφη γυναίκα σαν κι αυτή να ασχολείται με ανούσιες χαζομάρες;
Κάποια στιγμή, στο πορτοφόλι της είχε τρία πτυχία όλα με άριστα. Η κύρια ειδικότητά της ήταν ψυχολόγος. Τα κουβαλούσε μαζί της, γεμάτη ελπίδα να βρει δουλειά. Ο Χρήστος ήταν κάθετα αντίθετος:
Δεν έχουμε λίγα λεφτά; Θα τρελαθώ να σε περιμένω να γυρίσεις από τη δουλειά! Δανάη, μήπως να κάνουμε ένα ακόμα παιδί; Αγόρι, κορίτσι, δεν με νοιάζει. Αρκεί να σαι κοντά μου.
Η Δανάη δεν φανταζόταν τον εαυτό της ξανά μάνα σύντομα. Θεωρούσε την αποστολή της ολοκληρωμένη. Έφερε στον κόσμο μια κόρη, έκανε το Χρήστο πατέρα. Τι άλλο; Η πεθερά, ακούγοντας τις «κομψές» αναλύσεις της, της πρότεινε να κρατήσει αυτή τη Μαρία, μέχρι να… μεγαλώσει η ίδια η Δανάη.
Και η Δανάη, χωρίς ενδοιασμό, συμφώνησε. Έφυγε κατευθείαν για το πατρικό της, χωρίς καν να ενημερώσει τον Χρήστο. «Θα τηλεφωνήσω από την Αθήνα», σκέφτηκε.
Αλλά στην Αθήνα την περίμενε ο ίδιος ο Χρήστος. Είχε καταλάβει τα παιχνίδια της.
Δανάη, η Μαρία πού είναι; Γιατί εδώ, όχι στη Θεσσαλονίκη; Έχεις κάποιον άλλον; φώναξε.
Χρήστο, μην ανησυχείς! Κανέναν δεν έχω. Απλά βαριέμαι μαζί σου, καταλαβαίνεις; Θέλω ελευθερία! απάντησε ήρεμα η Δανάη.
Ελευθερία; Από μένα και το παιδί μας; Κι η αγάπη; Εξαφανίστηκε; Μήπως είναι κρίση ηλικίας; Μαζί θα το ξεπεράσουμε. Τίποτα δεν είναι, Δανάη μου, την ικέτευε ο Χρήστος.
Δεν θα το ξεπεράσουμε… τελείωσε τη συζήτηση η Δανάη.
Ο Χρήστος έτρεξε στη μητέρα της για βοήθεια. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους:
Τι να κάνω εγώ; Βρείτε τα μόνοι σας. Αλλά μην ελπίζεις, γαμπρέ. Η Δανάη είναι πεισματάρα σαν το βράχο!
Ο Χρήστος επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη μόνος. Δεν ήξερε τι να κάνει. Πώς να συνεφέρει τη γυναίκα του; Πώς να φτιάξει την οικογένεια; Σαν παράνοια όλα αυτά Σαν να μην τον ήθελε πια η μοίρα.
Περνούσαν οι μέρες, οι βδομάδες… Η Δανάη δεν ερχόταν. Στα τηλέφωνα απαντούσε ψυχρά «είμαι καλά».
Ο χρόνος όμως κυλούσε…
Ο Χρήστος, μετά από πολλή σκέψη, αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι του, να πάρει τη Μαρία και να γυρίσει στην Αθήνα. Όλα για να σώσει την οικογένειά του.
Η Δανάη αντέδρασε ψυχρά. Προσπάθησε να τον αποτρέψει. «Γιατί να ταράξουμε τη Μαρία; Θα αλλάξει σχολείο, θα αφήσει τις φίλες της… Και η μαμά της δεν θα το εγκρίνει.»
Στην ουσία, όμως, όλα αυτά ήταν προφάσεις. Η Δανάη «κολυμπούσε» στη δική της ελευθερία και δεν ήθελε να την αποχωριστεί. «Να ζω σαν πουλί του ουρανού!» ήταν το μότο της. Άνοιξε δική της επιχείρηση ραπτική. Νοίκιαζε ένα μικρό διαμέρισμα. Είχε θαυμαστές, φυσικά αρκετούς μάλιστα. Δεν υπήρχε χρόνος για βαρεμάρα. Και ξαφνικά άντρας, κόρη Γιατί; Ήθελε να σβήσει το παρελθόν. Ήταν απολύτως σίγουρη στην απόφασή της. Ό,τι έγινε τότε, ήταν λες και δεν της είχε συμβεί.
Ο Χρήστος δεν πτοήθηκε, μετακόμισε με τη Μαρία στην Αθήνα. Είχε ακόμη μια φλόγα ελπίδας και πολύ υπομονή. Η αγάπη του για τη γυναίκα του δεν είχε σβήσει.
Στην αρχή, την περίμενε να σχολάσει απ τη δουλειά, πήγαινε τη Μαρία βόλτες. Άχρηστο όμως. Η Δανάη έμοιαζε πια με άγαλμα. Τίποτα δεν ταραζόταν μέσα της. Τέλος, η Δανάη ξεκαθάρισε:
Χρήστο, άσε με ήσυχη! Πρέπει να χωρίσουμε. Μπορώ να φιλοξενήσω τη Μαρία.
Η Μαρία ήταν 11. Δεν ήθελε φιλοξενία. Είχε στοργικό πατέρα, γιαγιά που προσευχόταν αδιάκοπα για την εγγονή της. Θυμόταν τη μητέρα της, την αγαπούσε. Μα δεν καταλάβαινε πώς μπορούσε εκείνη, μόνη της, να εγκαταλείψει το παιδί της.
Ο χρόνος τρέχει και δεν γυρίζει πίσω.
Η ζωή συνεχίζεται. Ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει.
Ο Χρήστος σταμάτησε να «ψαρεύει σε ξερό τόπο». Κατάλαβε πως η καρδιά της Δανάης ήταν άφταστη.
Η μοίρα του έφερε μια απλή, γήινη γυναίκα. Χωρίς φαντασιώσεις ή πτήσεις στα σύννεφα. Τώρα ζούσαν στο χωριό. Εκείνη είχε δύο γιους από τον προηγούμενο γάμο της.
Δεν ήθελε Λονδίνα ή Παρίσια, ούτε γούνες ή εκατό ζευγάρια παπούτσια. «Ας είχα λάστιχα για τη λάσπη, μια ζεστή ζακέτα για τα κοπάδια και να καταφέρω τα παιδιά μου στη ζωή». Αυτές ήταν οι επιθυμίες της.
Ο Χρήστος ένιωσε άνεση, ζεστασιά, ηρεμία δίπλα στη νέα του γυναίκα. («Όπου υπάρχει απλότητα, εκεί οι άγγελοι πληθαίνουν· όπου τα πράγματα μπερδεύονται, ούτε ένας δεν μένει»). Σύντομα απέκτησαν και μια κορούλα. Ο Χρήστος βρήκε τη γαλήνη του έστω στην τέταρτη προσπάθεια. Ένιωσε την αληθινή αγάπη. Για τους τρεις πρώτους γάμους του προτιμούσε να μη μιλά και πολύ.
Η Δανάη ζει τώρα με τη μητέρα της. Στο σπίτι της μαμάς. Κάποιος συνέταιρος της υποσχέθηκε «γη και ουρανό», ύστερα της τα πήρε όλα. Το ραφτάδικό της ξηλώθηκε κι έσβησε. Οι πρόθυμοι μνηστήρες σκορπίστηκαν.
Όπως λέει ο λαός, «μπόλικες προτάσεις, καμιά προκοπή». Η Δανάη εργάζεται στη σχολική ψυχολογική υποστήριξη τουλάχιστον οι σπουδές της έπιασαν τόπο. Δεν παραδέχεται πως μετανιώνει για τίποτα. Αν και η ανθρώπινη ψυχή έχει βάθος… Ποιος ξέρει αν κάποια στιγμή ανάψει μια σπίθα μετάνοιας;
Η Μαρία, πια μεγάλη (ναι, πέρασαν τα χρόνια), ζει με τον άντρα της στο παλιό σπίτι της γιαγιάς στη Θεσσαλονίκη αυτή που τη μεγάλωσε με αγάπη.
Τη μέρα του γάμου της, η Μαρία φορούσε ένα ελαφρύ και αέρινο νυφικό. Αυτό το φόρεμα της το χάρισε η μαμά Δανάη.





