Όταν το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η καρδιά του έτοιμη να πεταχτεί απ’ το στήθος κι η ψυχή του έτρεξε να την προϋπαντήσει…🤔 — Πόσα λάθη πια να κάνεις; Και τι χαζά λάθη! Έλα εδώ, τι είναι αυτό; — η κυρία Αλίκη Εδουάρδου έχωσε το μακρύ νύχι της στον μηνιαίο απολογισμό, σχεδόν ραγίζοντας το μανικιούρ της. — Άντε πήγαινε να το ξαναφτιάξεις! Κι αν δεν μπορείς, παραιτήσου! — Παρ’ όλα τα εξωτερικά της προσόντα, η διευθύντρια όταν θύμωνε, γινόταν δαίμονας. Η Λίζα βγήκε χωρίς λέξη. Μία ώρα έμενε για να σχολάσει, πρέπει να προλάβει. Έχει χάσει ήδη το επίδομα. Μαύρη περίοδος κι εμπόδια παντού. Πριν μια βδομάδα, καβγάς με τη μάνα της – τίποτα καινούριο. Ξαφνικός θυμός και κατηγορίες, έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα της. Η Ελισάβετ δεν είχε συνηθίσει, της κόστιζε. Φοβόταν πια και να πάρει τη μητέρα της. Έχασε την κάρτα της, μπλοκάρισμα και αιτήσεις για καινούρια. Και χθες, το μόνο της πλάσμα, η τρίχρωμη μονόχρονη γάτα Φένια, βγήκε στο μπαλκόνι, έπεσε απ’ τον τρίτο, κατέβηκε κι από τότε αγνοείται. Τώρα ούτε η Φένια ανταποκρίνεται. Με τα χίλια ζόρια παρέδωσε τον άτιμο τον απολογισμό και πήγε σπίτι. Ούτε για σούπερ μάρκετ δεν είχε όρεξη. Ξάπλωσε στον καναπέ και ξέσπασε σε πικρά δάκρυα. Μισή ώρα μετά, τα δάκρυα στέρεψαν, αλλά η μαυρίλα μεγάλωσε. Οι μαύρες σκέψεις, σαν φίδια. Για ποιον να ζήσω; Μητέρα δεν θέλει, οικογένεια δεν έχει, γάτα εξαφανίστηκε. Μια απόφαση έκανε την ψυχή της να νιώσει ελαφρύτερη. „Ας παλέψουν οι άλλοι μετά – ας σπάσουν τα δάχτυλα τους, ας φάνε τα μούτρα τους” — σκέφτηκε πικρόχολα. — „Μόνο που θα είναι αργά”. Η ιδέα να μη χρειάζεται να πάει δουλειά, να μην πάρει τη μάνα της τηλέφωνο – της φάνηκε λυτρωτική. Πλημμύρισε με περίεργη χαρά. Κι εκεί που απέμενε ένα μικρό βήμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός. Πήγε να το αγνοήσει, αλλά σκέφτηκε: „κι αν είναι η τελευταία ανθρώπινη φωνή που ακούσω;” — Ναι… — Σιωπή. — Μα γιατί πήρατε αν δεν μιλάτε; — Η ενόχληση εμφανής. — Καλησπέρα… — χαμηλή, αντρική φωνή. — Μην το κλείσετε, σας παρακαλώ. — Ποιος είστε; Τι θέλετε; — Βιαζόταν, το θεωρούσε χάσιμο χρόνου. — Ήθελα απλώς να μιλήσω σε έναν άνθρωπο… Έχω μια βδομάδα να επικοινωνήσω με κανέναν. Σκέφτηκα: αν κανείς δεν μου απαντήσει… — Βαθιά ανάσα απ’ τον άγνωστο. — Πώς γίνεται να μην έχεις παρέα; Βγες μια βόλτα, στο πάρκο, είναι τόσο απλό! — Η Λίζα κάθισε στο πλατύ περβάζι με τα πόδια μαζεμένα. — Δεν μπορώ. Μένω 5ο όροφο. Πριν μία εβδομάδα με άφησε η γυναίκα μου… — Ο τόνος του κατέβηκε. — Θα έφευγα κι εγώ, αν ήμουν στη θέση της! Είσαι άντρας ή όχι; — Δεν αντιλαμβανόταν το πρόβλημα. — Είμαι σε αμαξίδιο. Λιγότερο από χρόνο. Φοβάμαι, δεν αντέχω ανεβοκατεβάσματα πέντε ορόφων χωρίς ασανσέρ. — Η φωνή του γίνεται σίγουρη. — Δεν έχεις πόδια; — ρωτάει τρομαγμένη η Λίζα κι αμέσως το μετανιώνει. — Όχι, απλώς τραυμάτισμα στη σπονδυλική στήλη. Δε μπορώ να περπατήσω… — της φάνηκε πως χαμογελούσε. Μίλησαν μισή ώρα. Η Λίζα σημείωσε τη διεύθυνσή του. Μια ώρα μετά, ήταν μπροστά στην πόρτα του, φορτωμένη σακούλες. Της άνοιξε ένας νέος, όμορφος άντρας σε αμαξίδιο. — Λίζα, — συνειδητοποίησε – ούτε τ’ όνομά του δεν ήξερε. — Αρσένιος! — της χαμογέλασε σαν ήλιος, λες και την περίμενε μια ζωή. Έμεναν κοντά. Η Λίζα τον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Κατάλαβε πως τα δικά της βάσανα μπροστά στη δική του δοκιμασία ήταν ανούσια. Συνήθιζε να φροντίζει και να δυναμώνει μέσα από εκείνον. Σαν από θαύμα, εμφανίστηκε κι η Φένια. Επέστρεψε, καθισμένη στο χαλάκι, να την περιμένει. Το επόμενο πρωί η προϊσταμένη, η κα Αλίκη, δοκίμασε να ξεσπάσει πάνω της. Η Λίζα αυτή τη φορά δεν άκουσε: — Κυρία Εδουάρδου, τι δικαίωμα έχετε να φωνάζετε και να με προσβάλλετε; Δε μπορώ να δουλέψω έτσι, με πιάνει ημικρανία. Πού θα βρείτε αντικατάσταση; — Μισοχαμογέλασαν τα κορίτσια στο τμήμα, κι η διευθύντρια αποχώρησε άφωνη. Η μητέρα της, μην αντέχοντας τη σιωπή, ξανατηλεφώνησε: — Καλησπέρα παιδί μου! Γιατί δεν παίρνεις; Δεν σ’ ενδιαφέρει η μάνα σου; Πόσο άκαρδη είσαι! Ελένη, μιλάω μαζί σου; — ανέβασε τόνους. — Καλησπέρα μάνα, δε θα συζητώ μ’ εσένα αυτόν τον τρόπο. — μίλησε γαλήνια η Λίζα. — Πώς τολμάς; Θα κλείσω το τηλέφωνο! — φώναζε η μητέρα. — Κλείστο… — απάντησε αδιάφορα η Λίζα. Δυο μέρες μετά ξαναπήρε. Συγγνώμη δεν ζήτησε — δεν ήταν του χαρακτήρα της. Όμως κράτησε το επίπεδο της κουβέντας. Ένα μήνα μετά, η Λίζα μετακόμισε στον Αρσένιο. Το σπίτι της το νοίκιαζε. Η φιλία τους έγινε κάτι περισσότερο: τρυφερότητα, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη. Έτσι, ίσως, αρχίζει η αγάπη. Με το ενοίκιο, η Λίζα προσέλαβε μασέρ, βρήκε πισίνα για τα Σαββατοκύριακα. Κι, ω χαρά, η αίσθηση σταδιακά επέστρεφε· κουνήθηκε πρώτο το δάχτυλο στο πόδι. Αρρώστησε η μητέρα της Λίζας. Η Λίζα πήρε άδεια δυο μέρες για να τη φροντίσει. Ο Αρσένιος περίμενε, του έλειψε αφόρητα. Ήταν στο σπίτι μέρες, σαν πιστό σκυλί μπροστά στο παράθυρο. Φεβρουάριος. Είχε παγωνιά και χιονοθύελλα. Ήξερε πότε καταφθάνει το λεωφορείο, μέτραγε λεπτά μέχρι ν’ ανέβει σπίτι, κι απ’ τη Λίζα τίποτα. Κάθισε με το αμαξίδιο στο παράθυρο. Ούτε φως, μόνο θύελλα. Το κινητό της, κλειστό. Πέρασε μία ώρα, μετά δεύτερη, τρίτη… Όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα, η καρδιά του παραλίγο να σπάσει και η ψυχή του έτρεξε να την αγκαλιάσει. — Σενάκο μου, το λεωφορείο κόλλησε στα χιόνια, ώσπου να έρθει βοήθεια… Το τηλέφωνο έμεινε από μπαταρία. — φώναζε βγάζοντας το παλτό. — Σενά! — ξέπνοη μπήκε στο σαλόνι κι έμεινε άφωνη. Στεκόταν δυο βήματα απ’ το αμαξίδιό του· της χαμογελούσε.

Когда το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η καρδιά του Γιάννη πήγε να σπάσει από την αγωνία, η ψυχή του έτρεξε να συναντήσει αυτή που περίμενε

– Μα πόσα λάθη θα κάνεις πια, Δήμητρα; Και τι χαζά λάθη είναι αυτά; Για κοίτα εδώ, επιτέλους! – Η κυρία Άννα, με τα μακριά καλοφτιαγμένα νύχια της, πίεσε με τόση ένταση το μηνιαίο report που παραλίγο να σπάσει το μανικιούρ της.
– Πήγαινε! Ξαναφτιάξ το! Και, γενικά, αν δεν τα βγάζεις πέρα, παραιτήσου! Η προϊσταμένη ήταν περιποιημένη και όμορφη, αλλά όταν θύμωνε, νόμιζες πως μπροστά σου έχεις μια αρχαία μέδουσα.

Η Δήμητρα βγήκε χωρίς κουβέντα από το γραφείο. Έμενε κάτι παραπάνω από μια ώρα για να τελειώσει η δουλειά. Έπρεπε να προλάβει, αν και το μπόνους της είχε ήδη κάνει φτερά.

Όλα πήγαιναν στραβά τον τελευταίο καιρό. Λες και η τύχη της είχε κολλήσει σε ένα μαύρο σύννεφο με συνεχείς κεραυνούς. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της στη Θεσσαλονίκη όπως συχνά συνέβαινε, βρέθηκε κακόκεφη, την έβαλε στη γωνία χωρίς λόγο και της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Η Δήμητρα, όπως και κάθε φορά, δεν μπορούσε να το συνηθίσει και όλο αυτό την τσάκιζε ψυχολογικά. Πλέον δίσταζε και να την πάρει.

Δυο μέρες πριν, έχασε την τραπεζική της κάρτα, αναγκάστηκε να την μπλοκάρει και να παραγγείλει καινούρια.

Κι εχθές, η μοναδική ψυχή που είχε κοντά της η τρίχρωμη γατούλα της, η Κλειώ, μόλις ενός έτους, πήγε να κυνηγήσει πουλί από το μπαλκόνι και έπεσε από τον τρίτο. Την είδε να σηκώνεται στα κατεστραμμένα παρτέρια, να τινάζεται και να φεύγει. Κατέβηκε κάτω, αλλά πουθενά η Κλειώ. Είχε περάσει σχεδόν μια μέρα κι η γατούλα δεν εμφανιζόταν πουθενά, ούτε απαντούσε στο κάλεσμα.

Με τα χίλια ζόρια παρέδωσε το βαρύ εκείνο report και έφυγε για το σπίτι. Ούτε στο σούπερ μάρκετ δεν ήθελε να περάσει.

Έπεσε στον καναπέ κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Πικρά δάκρυα, που δε σταματούσαν παρά μόνο μετά από μισή ώρα. Όμως δεν ένιωσε ελαφρύτερη· μαύρες σκέψεις χώθηκαν σα φίδια στο μυαλό της. Ποιος ο λόγος να ζει; Στη μάνα της δεν είναι απαραίτητη, οικογένεια δεν έχει, κι ακόμα κι η γατούλα της χάθηκε. Κι αυτή η σκέψη την έκανε κάπως να ηρεμήσει παράξενο πράγμα.

«Ας αφήσω τους άλλους να σπάσουν τα δάχτυλα και να καταστραφούν!» σιγομουρμούρισε μέσα της με θυμό. «Τότε όμως θα είναι αργά!»

Άρχισε να χαμογελά πικρά με τη σκέψη πως αύριο δε θα χρειαζόταν να ξαναβγεί στη δουλειά, ούτε να πάρει τηλέφωνο τη μάνα της για να απολογηθεί για κάτι που δεν έκανε. Ένα τρελό, σκούρο κέφι την κυρίευσε.

Κι όταν απέμενε μόνο ένα μικρό βήμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός. Ήθελε να μην απαντήσει αλλά, σκέφτηκε, κι αν είναι η τελευταία ανθρώπινη φωνή που θα ακούσει σ αυτήν τη ζωή;

Ναι; Καμία απάντηση. Γιατί τηλεφωνήσατε και σωπαίνετε; Το νεύρο της χτυπούσε ταβάνι.

Καλησπέρα Βαριά, αντρική φωνή γρατζούνισε το ακουστικό. Σας παρακαλώ, μην κλείσετε το τηλέφωνο.

Ποιος είστε; Τι θέλετε; Η Δήμητρα βιαζόταν, κι αυτό ήρθε να της αποσπάσει την προσοχή από κάτι κρίσιμο.

Ήθελα μόνο ν ακούσω ανθρώπινη φωνή Μια εβδομάδα τώρα δε μιλάω με κανέναν. Σκέφτηκα, αν δεν μου απαντήσει κανείς, τέλος Η αναπνοή του τρεμόπαιξε.

Πώς γίνεται αυτό; Δεν έχεις επιλογές να βγεις έξω; Πήγαινε μια βόλτα στο πάρκο, είναι εύκολο! Η Δήμητρα ανέβηκε, με τα πόδια μαζεμένα, στο μεγάλο περβάζι του παραθύρου.

Δεν μπορώ. Μένω στον πέμπτο όροφο. Μια εβδομάδα πριν έφυγε η γυναίκα μου Ο ήχος του βάρυνε.

Κι εγώ θα έφευγα! Είσαι άντρας ή όχι; Η Δήμητρα δεν καταλάβαινε τη δυσκολία του.

Κινούμαι με αναπηρικό αμαξίδιο. Δεν έχει ούτε έναν χρόνο. Και φοβάμαι, δεν θα τα καταφέρω με τις σκάλες. Στην πολυκατοικία μας στην Κυψέλη δεν έχει ασανσέρ. Η φωνή του τώρα είχε αποκτήσει δύναμη.

Δεν έχεις πόδια; αναφώνησε τρομαγμένη η Δήμητρα. Μετά το μετάνιωσε αλλά η κουβέντα είχε ξεφύγει.

Όχι έτσι. Ράγισε η σπονδυλική μου στήλη. Δεν μπορώ να περπατήσω. Της φάνηκε πως χαμογελούσε με παράπονο.

Συνομίλησαν πάνω από μισή ώρα. Η Δήμητρα σημείωσε τη διεύθυνσή του. Μια ώρα μετά, στεκόταν μπροστά του, κρατώντας δύο τεράστιες σακούλες.

Της άνοιξε ένα νέος άντρας, εμφανίσιμος, πάνω στο αναπηρικό του αμαξίδιο.

Είμαι η Δήμητρα! Μόνο τότε κατάλαβε ότι ούτε το όνομά του δεν ήξερε.

Γιάννης! Χάρηκε τόσο πολύ, που έλαμψε όλος, λες και όλη του τη ζωή περίμενε ετούτη τη στιγμή.

Γρήγορα ανακάλυψαν ότι δεν έμεναν καν τόσο μακριά ο ένας απ τον άλλο. Η Δήμητρα έκανε καθημερινά βόλτες στο σπίτι του. Αμέσως κατάλαβε πως τα δικά της προβλήματα ήταν μικρά μπροστά στον αγώνα του. Μικρές αφορμές που της είχαν πάρει τη θέληση για ζωή. Ο χαρακτήρας της άλλαζε. Τον φρόντιζε, δυνάμωνε, γινόταν αποφασιστική και θαρραλέα.

Ώσπου, σαν από θαύμα, εμφανίστηκε η Κλειώ. Καθόταν απλά στο χαλάκι μπροστά στην πόρτα και περίμενε να γυρίσει η Δήμητρα από τη δουλειά.

Η κυρία Άννα, όπως πάντα, προσπάθησε το πρωί να εκτονώσει το άγχος της στην κοπέλα.

Κυρία Άννα, τι δικαίωμα έχετε να μου φωνάζετε και να με προσβάλλετε; Δεν μπορώ να δουλεύω έτσι. Σε λίγο θα με πιάσει ημικρανία και θα πάρω αναρρωτική. Πού θα βρείτε άλλη για τη θέση μου; Τα κορίτσια από το λογιστήριο κρατήθηκαν να μη γελάσουν. Η προϊσταμένη αποχώρησε αμίλητη.

Η μητέρα της, αγανακτισμένη από την παρατεταμένη σιωπή, της τηλεφώνησε ξανά.

Τι κάνεις, κόρη μου! Γιατί δε με παίρνεις; Δεν σε νοιάζει αν ζω; Τι άκαρδη που είσαι! Ανάγωγη! Δήμητρα, με ακούς; Η γυναίκα είχε υψώσει τον τόνο.

Καλησπέρα, μαμά. Δεν θέλω πια να μιλάω μαζί σου έτσι. Η Δήμητρα απάντησε με γαλήνια φωνή.

Ποια είσαι εσύ που θα μου το πεις αυτό; Θα κλείσω το τηλέφωνο! ξέσπασε η μάνα.

Κλείσ το απάντησε αδιάφορα η κόρη.

Δυο ημέρες μετά, η μητέρα της ξαναπήρε. Όχι, συγγνώμη δεν είπε δεν της ταίριαζε αλλά φέρθηκε ευγενικά.

Σε ένα μήνα, η Δήμητρα μετακόμισε στον Γιάννη. Το σπίτι της στην Καλλιθέα το έδωσε για ενοικίαση.

Η φιλία τους εξελίχθηκε σε κάτι βαθύτερο: γλύκα, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη. Ίσως έτσι ανθίζει η αγάπη.

Με τα ευρώ που έπαιρνε από το νοίκι, προσέλαβε φυσικοθεραπευτή και έγραψε τον Γιάννη κάθε Σάββατο στην πισίνα.

Κι ω του θαύματος, σιγά σιγά, η αίσθηση στα πόδια του άρχισε να επιστρέφει. Μπορούσε πλέον να κουνήσει τα δάχτυλα.

Η μητέρα της Δήμητρας αρρώστησε και η κοπέλα, παίρνοντας δύο μέρες άδεια, ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη να τη δει.

Ο Γιάννης την περίμενε απελπισμένος. Σαν πιστό σκυλί, περνούσε τις μέρες στον καναπέ, καρτερώντας.

Φλεβάρης. Εκείνη τη μέρα έξω μαινόταν κακοκαιρία, χιόνι και αέρας, το λεωφορείο χάθηκε στον δρόμο. Ο Γιάννης ήξερε την ώρα άφιξής της, υπολόγιζε τα λεπτά μέχρι να φτάσει σπίτι. Όλοι οι χρόνοι πέρασαν, η Δήμητρα πουθενά. Έστησε την αναπηρική καρέκλα μπροστά στο παράθυρο.

Μάταια· δεν έβλεπες πέρα από το λευκό του χιονιού. Το κινητό της είχε σβήσει εδώ και ώρα. Πέρασε μία, δύο, τρεις ώρες έτσι

Όταν άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά, η καρδιά του Γιάννη πετάχτηκε έξω απ το στήθος. Η ψυχή του φτερούγισε.

Γιαννάκη, το λεωφορείο χάθηκε στα χιόνια, ώσπου να έρθει η οδική βοήθεια Το κινητό δεν πρόλαβα να το φορτίσω και έσβησε αμέσως, φώναζε βγάζοντας το παλτό της, Γιαννάκη! μπήκε στο σαλόνι κι έμεινε ακίνητη.

Εκείνος στεκόταν δυο βήματα μακριά από την καρέκλα, χαμογελαστός.

Oceń artykuł
Όταν το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η καρδιά του έτοιμη να πεταχτεί απ’ το στήθος κι η ψυχή του έτρεξε να την προϋπαντήσει…🤔 — Πόσα λάθη πια να κάνεις; Και τι χαζά λάθη! Έλα εδώ, τι είναι αυτό; — η κυρία Αλίκη Εδουάρδου έχωσε το μακρύ νύχι της στον μηνιαίο απολογισμό, σχεδόν ραγίζοντας το μανικιούρ της. — Άντε πήγαινε να το ξαναφτιάξεις! Κι αν δεν μπορείς, παραιτήσου! — Παρ’ όλα τα εξωτερικά της προσόντα, η διευθύντρια όταν θύμωνε, γινόταν δαίμονας. Η Λίζα βγήκε χωρίς λέξη. Μία ώρα έμενε για να σχολάσει, πρέπει να προλάβει. Έχει χάσει ήδη το επίδομα. Μαύρη περίοδος κι εμπόδια παντού. Πριν μια βδομάδα, καβγάς με τη μάνα της – τίποτα καινούριο. Ξαφνικός θυμός και κατηγορίες, έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα της. Η Ελισάβετ δεν είχε συνηθίσει, της κόστιζε. Φοβόταν πια και να πάρει τη μητέρα της. Έχασε την κάρτα της, μπλοκάρισμα και αιτήσεις για καινούρια. Και χθες, το μόνο της πλάσμα, η τρίχρωμη μονόχρονη γάτα Φένια, βγήκε στο μπαλκόνι, έπεσε απ’ τον τρίτο, κατέβηκε κι από τότε αγνοείται. Τώρα ούτε η Φένια ανταποκρίνεται. Με τα χίλια ζόρια παρέδωσε τον άτιμο τον απολογισμό και πήγε σπίτι. Ούτε για σούπερ μάρκετ δεν είχε όρεξη. Ξάπλωσε στον καναπέ και ξέσπασε σε πικρά δάκρυα. Μισή ώρα μετά, τα δάκρυα στέρεψαν, αλλά η μαυρίλα μεγάλωσε. Οι μαύρες σκέψεις, σαν φίδια. Για ποιον να ζήσω; Μητέρα δεν θέλει, οικογένεια δεν έχει, γάτα εξαφανίστηκε. Μια απόφαση έκανε την ψυχή της να νιώσει ελαφρύτερη. „Ας παλέψουν οι άλλοι μετά – ας σπάσουν τα δάχτυλα τους, ας φάνε τα μούτρα τους” — σκέφτηκε πικρόχολα. — „Μόνο που θα είναι αργά”. Η ιδέα να μη χρειάζεται να πάει δουλειά, να μην πάρει τη μάνα της τηλέφωνο – της φάνηκε λυτρωτική. Πλημμύρισε με περίεργη χαρά. Κι εκεί που απέμενε ένα μικρό βήμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός. Πήγε να το αγνοήσει, αλλά σκέφτηκε: „κι αν είναι η τελευταία ανθρώπινη φωνή που ακούσω;” — Ναι… — Σιωπή. — Μα γιατί πήρατε αν δεν μιλάτε; — Η ενόχληση εμφανής. — Καλησπέρα… — χαμηλή, αντρική φωνή. — Μην το κλείσετε, σας παρακαλώ. — Ποιος είστε; Τι θέλετε; — Βιαζόταν, το θεωρούσε χάσιμο χρόνου. — Ήθελα απλώς να μιλήσω σε έναν άνθρωπο… Έχω μια βδομάδα να επικοινωνήσω με κανέναν. Σκέφτηκα: αν κανείς δεν μου απαντήσει… — Βαθιά ανάσα απ’ τον άγνωστο. — Πώς γίνεται να μην έχεις παρέα; Βγες μια βόλτα, στο πάρκο, είναι τόσο απλό! — Η Λίζα κάθισε στο πλατύ περβάζι με τα πόδια μαζεμένα. — Δεν μπορώ. Μένω 5ο όροφο. Πριν μία εβδομάδα με άφησε η γυναίκα μου… — Ο τόνος του κατέβηκε. — Θα έφευγα κι εγώ, αν ήμουν στη θέση της! Είσαι άντρας ή όχι; — Δεν αντιλαμβανόταν το πρόβλημα. — Είμαι σε αμαξίδιο. Λιγότερο από χρόνο. Φοβάμαι, δεν αντέχω ανεβοκατεβάσματα πέντε ορόφων χωρίς ασανσέρ. — Η φωνή του γίνεται σίγουρη. — Δεν έχεις πόδια; — ρωτάει τρομαγμένη η Λίζα κι αμέσως το μετανιώνει. — Όχι, απλώς τραυμάτισμα στη σπονδυλική στήλη. Δε μπορώ να περπατήσω… — της φάνηκε πως χαμογελούσε. Μίλησαν μισή ώρα. Η Λίζα σημείωσε τη διεύθυνσή του. Μια ώρα μετά, ήταν μπροστά στην πόρτα του, φορτωμένη σακούλες. Της άνοιξε ένας νέος, όμορφος άντρας σε αμαξίδιο. — Λίζα, — συνειδητοποίησε – ούτε τ’ όνομά του δεν ήξερε. — Αρσένιος! — της χαμογέλασε σαν ήλιος, λες και την περίμενε μια ζωή. Έμεναν κοντά. Η Λίζα τον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Κατάλαβε πως τα δικά της βάσανα μπροστά στη δική του δοκιμασία ήταν ανούσια. Συνήθιζε να φροντίζει και να δυναμώνει μέσα από εκείνον. Σαν από θαύμα, εμφανίστηκε κι η Φένια. Επέστρεψε, καθισμένη στο χαλάκι, να την περιμένει. Το επόμενο πρωί η προϊσταμένη, η κα Αλίκη, δοκίμασε να ξεσπάσει πάνω της. Η Λίζα αυτή τη φορά δεν άκουσε: — Κυρία Εδουάρδου, τι δικαίωμα έχετε να φωνάζετε και να με προσβάλλετε; Δε μπορώ να δουλέψω έτσι, με πιάνει ημικρανία. Πού θα βρείτε αντικατάσταση; — Μισοχαμογέλασαν τα κορίτσια στο τμήμα, κι η διευθύντρια αποχώρησε άφωνη. Η μητέρα της, μην αντέχοντας τη σιωπή, ξανατηλεφώνησε: — Καλησπέρα παιδί μου! Γιατί δεν παίρνεις; Δεν σ’ ενδιαφέρει η μάνα σου; Πόσο άκαρδη είσαι! Ελένη, μιλάω μαζί σου; — ανέβασε τόνους. — Καλησπέρα μάνα, δε θα συζητώ μ’ εσένα αυτόν τον τρόπο. — μίλησε γαλήνια η Λίζα. — Πώς τολμάς; Θα κλείσω το τηλέφωνο! — φώναζε η μητέρα. — Κλείστο… — απάντησε αδιάφορα η Λίζα. Δυο μέρες μετά ξαναπήρε. Συγγνώμη δεν ζήτησε — δεν ήταν του χαρακτήρα της. Όμως κράτησε το επίπεδο της κουβέντας. Ένα μήνα μετά, η Λίζα μετακόμισε στον Αρσένιο. Το σπίτι της το νοίκιαζε. Η φιλία τους έγινε κάτι περισσότερο: τρυφερότητα, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη. Έτσι, ίσως, αρχίζει η αγάπη. Με το ενοίκιο, η Λίζα προσέλαβε μασέρ, βρήκε πισίνα για τα Σαββατοκύριακα. Κι, ω χαρά, η αίσθηση σταδιακά επέστρεφε· κουνήθηκε πρώτο το δάχτυλο στο πόδι. Αρρώστησε η μητέρα της Λίζας. Η Λίζα πήρε άδεια δυο μέρες για να τη φροντίσει. Ο Αρσένιος περίμενε, του έλειψε αφόρητα. Ήταν στο σπίτι μέρες, σαν πιστό σκυλί μπροστά στο παράθυρο. Φεβρουάριος. Είχε παγωνιά και χιονοθύελλα. Ήξερε πότε καταφθάνει το λεωφορείο, μέτραγε λεπτά μέχρι ν’ ανέβει σπίτι, κι απ’ τη Λίζα τίποτα. Κάθισε με το αμαξίδιο στο παράθυρο. Ούτε φως, μόνο θύελλα. Το κινητό της, κλειστό. Πέρασε μία ώρα, μετά δεύτερη, τρίτη… Όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα, η καρδιά του παραλίγο να σπάσει και η ψυχή του έτρεξε να την αγκαλιάσει. — Σενάκο μου, το λεωφορείο κόλλησε στα χιόνια, ώσπου να έρθει βοήθεια… Το τηλέφωνο έμεινε από μπαταρία. — φώναζε βγάζοντας το παλτό. — Σενά! — ξέπνοη μπήκε στο σαλόνι κι έμεινε άφωνη. Στεκόταν δυο βήματα απ’ το αμαξίδιό του· της χαμογελούσε.