Когда το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά, η καρδιά του Γιάννη πήγε να σπάσει από την αγωνία, η ψυχή του έτρεξε να συναντήσει αυτή που περίμενε
– Μα πόσα λάθη θα κάνεις πια, Δήμητρα; Και τι χαζά λάθη είναι αυτά; Για κοίτα εδώ, επιτέλους! – Η κυρία Άννα, με τα μακριά καλοφτιαγμένα νύχια της, πίεσε με τόση ένταση το μηνιαίο report που παραλίγο να σπάσει το μανικιούρ της.
– Πήγαινε! Ξαναφτιάξ το! Και, γενικά, αν δεν τα βγάζεις πέρα, παραιτήσου! Η προϊσταμένη ήταν περιποιημένη και όμορφη, αλλά όταν θύμωνε, νόμιζες πως μπροστά σου έχεις μια αρχαία μέδουσα.
Η Δήμητρα βγήκε χωρίς κουβέντα από το γραφείο. Έμενε κάτι παραπάνω από μια ώρα για να τελειώσει η δουλειά. Έπρεπε να προλάβει, αν και το μπόνους της είχε ήδη κάνει φτερά.
Όλα πήγαιναν στραβά τον τελευταίο καιρό. Λες και η τύχη της είχε κολλήσει σε ένα μαύρο σύννεφο με συνεχείς κεραυνούς. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της στη Θεσσαλονίκη όπως συχνά συνέβαινε, βρέθηκε κακόκεφη, την έβαλε στη γωνία χωρίς λόγο και της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Η Δήμητρα, όπως και κάθε φορά, δεν μπορούσε να το συνηθίσει και όλο αυτό την τσάκιζε ψυχολογικά. Πλέον δίσταζε και να την πάρει.
Δυο μέρες πριν, έχασε την τραπεζική της κάρτα, αναγκάστηκε να την μπλοκάρει και να παραγγείλει καινούρια.
Κι εχθές, η μοναδική ψυχή που είχε κοντά της η τρίχρωμη γατούλα της, η Κλειώ, μόλις ενός έτους, πήγε να κυνηγήσει πουλί από το μπαλκόνι και έπεσε από τον τρίτο. Την είδε να σηκώνεται στα κατεστραμμένα παρτέρια, να τινάζεται και να φεύγει. Κατέβηκε κάτω, αλλά πουθενά η Κλειώ. Είχε περάσει σχεδόν μια μέρα κι η γατούλα δεν εμφανιζόταν πουθενά, ούτε απαντούσε στο κάλεσμα.
Με τα χίλια ζόρια παρέδωσε το βαρύ εκείνο report και έφυγε για το σπίτι. Ούτε στο σούπερ μάρκετ δεν ήθελε να περάσει.
Έπεσε στον καναπέ κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Πικρά δάκρυα, που δε σταματούσαν παρά μόνο μετά από μισή ώρα. Όμως δεν ένιωσε ελαφρύτερη· μαύρες σκέψεις χώθηκαν σα φίδια στο μυαλό της. Ποιος ο λόγος να ζει; Στη μάνα της δεν είναι απαραίτητη, οικογένεια δεν έχει, κι ακόμα κι η γατούλα της χάθηκε. Κι αυτή η σκέψη την έκανε κάπως να ηρεμήσει παράξενο πράγμα.
«Ας αφήσω τους άλλους να σπάσουν τα δάχτυλα και να καταστραφούν!» σιγομουρμούρισε μέσα της με θυμό. «Τότε όμως θα είναι αργά!»
Άρχισε να χαμογελά πικρά με τη σκέψη πως αύριο δε θα χρειαζόταν να ξαναβγεί στη δουλειά, ούτε να πάρει τηλέφωνο τη μάνα της για να απολογηθεί για κάτι που δεν έκανε. Ένα τρελό, σκούρο κέφι την κυρίευσε.
Κι όταν απέμενε μόνο ένα μικρό βήμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός. Ήθελε να μην απαντήσει αλλά, σκέφτηκε, κι αν είναι η τελευταία ανθρώπινη φωνή που θα ακούσει σ αυτήν τη ζωή;
Ναι; Καμία απάντηση. Γιατί τηλεφωνήσατε και σωπαίνετε; Το νεύρο της χτυπούσε ταβάνι.
Καλησπέρα Βαριά, αντρική φωνή γρατζούνισε το ακουστικό. Σας παρακαλώ, μην κλείσετε το τηλέφωνο.
Ποιος είστε; Τι θέλετε; Η Δήμητρα βιαζόταν, κι αυτό ήρθε να της αποσπάσει την προσοχή από κάτι κρίσιμο.
Ήθελα μόνο ν ακούσω ανθρώπινη φωνή Μια εβδομάδα τώρα δε μιλάω με κανέναν. Σκέφτηκα, αν δεν μου απαντήσει κανείς, τέλος Η αναπνοή του τρεμόπαιξε.
Πώς γίνεται αυτό; Δεν έχεις επιλογές να βγεις έξω; Πήγαινε μια βόλτα στο πάρκο, είναι εύκολο! Η Δήμητρα ανέβηκε, με τα πόδια μαζεμένα, στο μεγάλο περβάζι του παραθύρου.
Δεν μπορώ. Μένω στον πέμπτο όροφο. Μια εβδομάδα πριν έφυγε η γυναίκα μου Ο ήχος του βάρυνε.
Κι εγώ θα έφευγα! Είσαι άντρας ή όχι; Η Δήμητρα δεν καταλάβαινε τη δυσκολία του.
Κινούμαι με αναπηρικό αμαξίδιο. Δεν έχει ούτε έναν χρόνο. Και φοβάμαι, δεν θα τα καταφέρω με τις σκάλες. Στην πολυκατοικία μας στην Κυψέλη δεν έχει ασανσέρ. Η φωνή του τώρα είχε αποκτήσει δύναμη.
Δεν έχεις πόδια; αναφώνησε τρομαγμένη η Δήμητρα. Μετά το μετάνιωσε αλλά η κουβέντα είχε ξεφύγει.
Όχι έτσι. Ράγισε η σπονδυλική μου στήλη. Δεν μπορώ να περπατήσω. Της φάνηκε πως χαμογελούσε με παράπονο.
Συνομίλησαν πάνω από μισή ώρα. Η Δήμητρα σημείωσε τη διεύθυνσή του. Μια ώρα μετά, στεκόταν μπροστά του, κρατώντας δύο τεράστιες σακούλες.
Της άνοιξε ένα νέος άντρας, εμφανίσιμος, πάνω στο αναπηρικό του αμαξίδιο.
Είμαι η Δήμητρα! Μόνο τότε κατάλαβε ότι ούτε το όνομά του δεν ήξερε.
Γιάννης! Χάρηκε τόσο πολύ, που έλαμψε όλος, λες και όλη του τη ζωή περίμενε ετούτη τη στιγμή.
Γρήγορα ανακάλυψαν ότι δεν έμεναν καν τόσο μακριά ο ένας απ τον άλλο. Η Δήμητρα έκανε καθημερινά βόλτες στο σπίτι του. Αμέσως κατάλαβε πως τα δικά της προβλήματα ήταν μικρά μπροστά στον αγώνα του. Μικρές αφορμές που της είχαν πάρει τη θέληση για ζωή. Ο χαρακτήρας της άλλαζε. Τον φρόντιζε, δυνάμωνε, γινόταν αποφασιστική και θαρραλέα.
Ώσπου, σαν από θαύμα, εμφανίστηκε η Κλειώ. Καθόταν απλά στο χαλάκι μπροστά στην πόρτα και περίμενε να γυρίσει η Δήμητρα από τη δουλειά.
Η κυρία Άννα, όπως πάντα, προσπάθησε το πρωί να εκτονώσει το άγχος της στην κοπέλα.
Κυρία Άννα, τι δικαίωμα έχετε να μου φωνάζετε και να με προσβάλλετε; Δεν μπορώ να δουλεύω έτσι. Σε λίγο θα με πιάσει ημικρανία και θα πάρω αναρρωτική. Πού θα βρείτε άλλη για τη θέση μου; Τα κορίτσια από το λογιστήριο κρατήθηκαν να μη γελάσουν. Η προϊσταμένη αποχώρησε αμίλητη.
Η μητέρα της, αγανακτισμένη από την παρατεταμένη σιωπή, της τηλεφώνησε ξανά.
Τι κάνεις, κόρη μου! Γιατί δε με παίρνεις; Δεν σε νοιάζει αν ζω; Τι άκαρδη που είσαι! Ανάγωγη! Δήμητρα, με ακούς; Η γυναίκα είχε υψώσει τον τόνο.
Καλησπέρα, μαμά. Δεν θέλω πια να μιλάω μαζί σου έτσι. Η Δήμητρα απάντησε με γαλήνια φωνή.
Ποια είσαι εσύ που θα μου το πεις αυτό; Θα κλείσω το τηλέφωνο! ξέσπασε η μάνα.
Κλείσ το απάντησε αδιάφορα η κόρη.
Δυο ημέρες μετά, η μητέρα της ξαναπήρε. Όχι, συγγνώμη δεν είπε δεν της ταίριαζε αλλά φέρθηκε ευγενικά.
Σε ένα μήνα, η Δήμητρα μετακόμισε στον Γιάννη. Το σπίτι της στην Καλλιθέα το έδωσε για ενοικίαση.
Η φιλία τους εξελίχθηκε σε κάτι βαθύτερο: γλύκα, εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη. Ίσως έτσι ανθίζει η αγάπη.
Με τα ευρώ που έπαιρνε από το νοίκι, προσέλαβε φυσικοθεραπευτή και έγραψε τον Γιάννη κάθε Σάββατο στην πισίνα.
Κι ω του θαύματος, σιγά σιγά, η αίσθηση στα πόδια του άρχισε να επιστρέφει. Μπορούσε πλέον να κουνήσει τα δάχτυλα.
Η μητέρα της Δήμητρας αρρώστησε και η κοπέλα, παίρνοντας δύο μέρες άδεια, ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη να τη δει.
Ο Γιάννης την περίμενε απελπισμένος. Σαν πιστό σκυλί, περνούσε τις μέρες στον καναπέ, καρτερώντας.
Φλεβάρης. Εκείνη τη μέρα έξω μαινόταν κακοκαιρία, χιόνι και αέρας, το λεωφορείο χάθηκε στον δρόμο. Ο Γιάννης ήξερε την ώρα άφιξής της, υπολόγιζε τα λεπτά μέχρι να φτάσει σπίτι. Όλοι οι χρόνοι πέρασαν, η Δήμητρα πουθενά. Έστησε την αναπηρική καρέκλα μπροστά στο παράθυρο.
Μάταια· δεν έβλεπες πέρα από το λευκό του χιονιού. Το κινητό της είχε σβήσει εδώ και ώρα. Πέρασε μία, δύο, τρεις ώρες έτσι
Όταν άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά, η καρδιά του Γιάννη πετάχτηκε έξω απ το στήθος. Η ψυχή του φτερούγισε.
Γιαννάκη, το λεωφορείο χάθηκε στα χιόνια, ώσπου να έρθει η οδική βοήθεια Το κινητό δεν πρόλαβα να το φορτίσω και έσβησε αμέσως, φώναζε βγάζοντας το παλτό της, Γιαννάκη! μπήκε στο σαλόνι κι έμεινε ακίνητη.
Εκείνος στεκόταν δυο βήματα μακριά από την καρέκλα, χαμογελαστός.



