Λοιπόν, φίλη μου, σου λέω την ιστορία γιατί πραγματικά νιώθω να έχω μπερδευτεί. Είμαι σε σχέση με τον Μανώλη εδώ και δύο χρόνια και πρόσφατα μου έκανε πρόταση γάμου. Φυσικά και είπα ναι. Μόνο που από τότε δεν έδειχνε καμία βιασύνη να μείνουμε μαζί.
Ο Μανώλης ζει με τους γονείς του σε ένα τριάρι στο Περιστέρι κι εγώ μένω σε φοιτητική εστία στην Αθήνα. Για μένα είναι βασικό να ζήσουμε μαζί πριν παντρευτούμε, ώστε να δοκιμαστούμε και να συνηθίσουμε ο ένας τον άλλον. Του το έλεγα του Μανώλη, αλλά έκανε ότι δεν καταλαβαίνει. Εντέλει όλα ήρθαν κι έδεσαν όταν οι γονείς του έφυγαν στην Κρήτη για δύο εβδομάδες και είχαμε το σπίτι μόνοι μας.
Προσπάθησα να είμαι η τέλεια νοικοκυρά. Κουζίνες, σκούπισμα, σφουγγάρισμα, τα πάντα τα είχα στην πένα. Κάθε μέρα του έφτιαχνα λαχταριστά φαγητά, προσπαθούσα να τον ευχαριστήσω όσο μπορούσα.
Μόνο που υπήρχε ένα αλλά που με ξενέρωσε: ζήτησα από τον Μανώλη να περάσει με την ηλεκτρική σκούπα κι εκείνος μου είπε πως αυτά είναι γυναικεία δουλειά. Μου εξήγησε, λέει, πως στην οικογένειά του ο άντρας είναι υπεύθυνος μόνο για τα οικονομικά και δεν βοηθάει τη γυναίκα με το σπίτι. Δεν είπα τίποτα, σκέφτηκα πως αν μείνουμε μαζί θα αλλάξει λίγο η νοοτροπία του.
Μέχρι να γυρίσουν οι γονείς του, το διαμέρισμα άστραφτε από καθαριότητα. Ήθελα να κάνω καλή εντύπωση. Έψησα μια πίτα, ετοίμασα ωραίο δείπνο και μετά γύρισα στη δική μου εστία.
Την επόμενη μέρα, ο Μανώλης μου λέει ότι η μάνα του δεν είχε καλές εντυπώσεις για μένα. Είπε πως δεν ήμουν καλή οικοδέσποινα. Έμεινα άναυδη! Όταν πήγα πρώτη φορά στο σπίτι τους, ήταν πολύ πιο βρώμικο. Γιατί να με κακολογήσει; Ούτε τα φαγητά μου εκτίμησε, την ενοχλούσε δήθεν η γεύση τους. Ένιωσα τόσο προσβεβλημένη!
Νομίζω απλώς δε θέλει να αφήσει τον γιο της να φύγει από την φωλιά, γι αυτό και με απορρίπτει. Ίσως να έχει βρει καλύτερη νύφη για τον Μανώλη της. Το λέω αυτό γιατί από τότε που γύρισαν οι γονείς του, ο Μανώλης έχει γίνει ψυχρός και πλέον βλεπόμαστε και μιλάμε σπάνια. Δεν πιστεύω ότι θα γίνει ποτέ ο γάμος.
Τι λες κι εσύ;Αποφάσισα να του ζητήσω να μιλήσουμε ανοιχτά. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι στο πάρκο κοντά στον σταθμό και του είπα ό,τι είχα μαζέψει μέσα μου. Του είπα πως δεν πρόκειται να ανεχθώ μια ζωή όπου η νοοτροπία του και η οικογένειά του θα μου επιβάλλονται. Ο Μανώλης, βουβός, έσκυψε το κεφάλι.
Ένιωσα σαν να άφηνα κάτω ένα βάρος. Δεν ήταν αυτό που ήθελα από τη ζωή μου, ούτε το „ναι” μου είχε εδώ νόημα πλέον. Του ζήτησα να δώσει το δαχτυλίδι στην μάνα του, αφού αυτός δεν θα το φορέσει ποτέ. Και όσο εκείνος δεν μιλούσε, εγώ σηκώθηκα και έφυγα.
Στον δρόμο, ανασαίνω βαθιά, και νιώθω πιο δυνατή. Για πρώτη φορά, δε φοβάμαι τη μοναξιά μου. Ίσως η αληθινή αγάπη δεν είναι να βρεις κάποιον που να ταιριάζεις στις συνήθειες του, αλλά κάποιον που να ξαναφτιάχνεις μαζί του το σπίτι από την αρχή. Και ο Μανώλης, τελικά, ήταν απλώς ένα κεφάλαιο το επόμενο θα το γράψω μόνη μου, χωρίς να χωράει οικογενειακές σκούπες ούτε ψεύτικες πίτες.



