Μαμά, γύρισα! ακούγεται δυνατά η φωνή της Χριστίνας μπαίνοντας στο διαμέρισμα και αφήνοντας προσεκτικά το σακίδιό της δίπλα στην πόρτα. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να καταπνίξει την ανησυχία της: πάντα ένιωθε φόβο όταν γυρνούσε απ το σχολείο ποτέ δεν ήξερε σε τι διάθεση θα την έβρισκε η μητέρα της. Η καρδιά της χτυπά δυνατά, τα χέρια της έχουν ιδρώσει μικρές σταγόνες.
Μέσα στη σιωπή του σπιτιού σκίζει ο ήχος της φωνής της μάνας της, κοφτερή σαν μαστίγιο:
Λοιπόν, τι έγινε πάλι; Πάλι χαμηλός βαθμός πήρες;
Η Χριστίνα τινάζεται και κατεβάζει το βλέμμα της, καρφώνοντας τα μάτια της στα φθαρμένα αθλητικά παπούτσια της. Μόνο δώδεκα ετών κι όμως είχε ήδη συνηθίσει αυτόν τον τόνο σχεδόν καθημερινά της στοίχειωνε τα αυτιά, κάνοντάς την να συστέλλει τα συναισθήματά της και να τα θάβει βαθιά, όσο πιο βαθιά μπορούσε. Η ψυχή της παγώνει, νιώθει την ανάσα της τρεμάμενη.
Όχι, μαμά Πήρα οκτώ στα μαθηματικά, ψιθυρίζει το κορίτσι, προσέχοντας να μην την κοιτάξει στα μάτια. Η φωνή της τρέμει, μαρτυρώντας το φόβο της. Μια ερώτηση μου ξέφυγε
Η Ελένη πετάει το περιοδικό μόδας που ξεφύλλιζε στον καναπέ και περισσότερο θυμωμένη τη διαπερνά με το βλέμμα της. Τα φρύδια της σμίγουν στη μέση του μετώπου της, τα χείλη της γίνονται μια ευθεία, τα μάτια της λάμπουν με μια άγρια ενόχληση.
Οκτώ; Σοβαρά μιλάς; η φωνή της μητέρας αναβλύζει οργή. Η κόρη μου δεν μπορεί να παίρνει οκτάρια! Καταλαβαίνεις τι νομίζουν οι άλλοι; Ότι εγώ δεν είμαι σωστή μάνα! Ότι δεν σε έμαθα όπως πρέπει!
Προσπάθησα ψιθυρίζει η Χριστίνα, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό. Ήταν δύσκολη άσκηση Χτες κάθισα δύο ώρες να προσπαθώ
Δύσκολη! ειρωνεύεται η μητέρα με ένα πικρό χαμόγελο. Απλά βαριέσαι! Πάλι στο κινητό θα ήσουν αντί να διαβάζεις, έτσι δεν είναι; Όλο χαζεύεις με ανοησίες!
Αρπάζει το σακίδιο της κόρης, το τραβά απότομα και αδειάζει το περιεχόμενό του κάτω τα τετράδια σκορπάνε στο χωλ σαν τρομαγμένα πουλιά, η κασετίνα ανοίγει και σκορπίζει στυλό και μολύβια παντού. Η Χριστίνα μένει ακίνητη, να παλέψει να κρατήσει τα δάκρυα στα μάτια της μέσα της σφίγγεται από το παράπονο και την αίσθηση του αβοήθητου: ήξερε πως προσπάθησε χθες, είχε διαβάσει, έψαξε στο ίντερνετ για παραδείγματα, αλλά
Χωρίς να τη νοιάζουν οι αντιρρήσεις, η μητέρα τη σπρώχνει στην πόρτα:
Μέχρι να μάθεις να λύνεις σωστά τις ασκήσεις, μην τολμήσεις να γυρίσεις ξανά! Κι άλλη φορά οκτάρι να μη μου ξαναφέρεις! Κατάλαβες;
Η πόρτα κλείνει με πάταγο πίσω της, και η ηχώ σκιρτά στην ψυχή της Χριστίνας με οξύ πόνο. Μένει να στέκεται στην κλειδωμένη σκάλα, κρατώντας ένα τετράδιο που της ξέφυγε απ τα χέρια της μητέρας. Καθώς τα πρώτα δάκρυα καίνε τα μάγουλα και πέφτουν πάνω στο εξώφυλλο, σκούροι λεκέδες σχηματίζονται στο χαρτί.
«Γιατί να είναι πάντα έτσι;» συλλογίζεται κατεβαίνοντας αργά τα σκαλιά, λες κι είναι κρυφά, αόρατα εμπόδια στα πόδια της. Τυλίγεται με τα χέρια της από το κρύο το μπουφάν της έμεινε στο σπίτι, και η υγρασία της πολυκατοικίας της παγώνει τα κόκαλα.
Της λείπει ο πατέρας της! Ο μπαμπάς της πάντα κατάφερνε να ηρεμεί τη μαμά, να βρίσκει τις σωστές λέξεις, να κάνει την ατμόσφαιρα πιο γαλήνια με ένα αστείο, μια αγκαλιά. Αλλά δουλεύει εκτός Αθηνών, στο εργοτάξιο ενός υδροηλεκτρικού φράγματος στη Δράμα. Της τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα, τη ρωτά για το σχολείο, της υπόσχεται δώρα Όμως τώρα δεν είναι εδώ, κι η μοναξιά βαραίνει σαν μολύβι.
Η πρώτη φορά που η μητέρα της φώναξε ήταν όταν ήταν μόλις εννιά χρονών είχε πάρει μια χαμηλή βαθμολογία στην έκθεση. Τότε η μητέρα της ξέσπασε, της έσφιξε το μπράτσο και την τράβηξε απότομα, αφήνοντάς της σημάδι:
Με ντροπιάζεις! Πώς να αντικρίσω τον κόσμο τώρα; Όλοι θα νομίζουν πως είμαι άχρηστη μάνα και δεν σε έμαθα τίποτα!
Η μικρή τότε κατέφυγε τρέχοντας στον πατέρα της και του τα είπε όλα. Ο Στέλιος έγινε έξαλλος· συζήτησε αυστηρά μαζί της μητέρας της και της ξεκαθάρισε ότι οι βαθμοί δεν είναι το παν. Αλλά την επομένη του αναχώρησε και η μαμά κάλεσε τη Χριστίνα στο δωμάτιο.
Άμα ξαναπείς κάτι στον πατέρα σου, ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της και της έσφιξε τον ώμο, θα το μετανιώσεις πολύ. Σου ξεκαθαρίζω ότι δεν θέλω να τον ενοχλείς με τις παιδικές σου ανοησίες!
Από τότε η Χριστίνα σώπαινε. Έμαθε να είναι αόρατη, άψογη, μα όσο κι αν προσπαθούσε η μητέρα της πάντα έβρισκε αφορμή για γκρίνια. Κάθε πρωί ξεκινούσε με έλεγχο του σχολικού, κάθε βράδυ με ανάκριση για τους βαθμούς. Ένιωθε ότι φοβόταν να μπει στο σπίτι, κάθε της κίνηση γινόταν με κόπο, λες κι έσπαγε πάγο.
Μια μέρα που τακτοποιούσε το δωμάτιό της, άκουσε άθελά της τη μητέρα της να μιλά με τη φίλη της, τη Σοφία, στο τηλέφωνο με ανοιχτή ακρόαση. Η Χριστίνα έμεινε ακίνητη, κρατώντας την ανάσα της στην ανοιχτή πόρτα.
Δεν ήθελα παιδί, έλεγε η Ελένη, ο τόνος της σκληρός, ξένος. Ο Στέλιος το ήθελε! Ότι χωρίς παιδί δεν υπάρχει οικογένεια. Εγώ φοβόμουν μη τον χάσω Περίμενα να βγει αγόρι, μήπως μου αφήσει χώρο. Αλλά βγήκε η Χριστίνα. Κι ο Στέλιος μόνο μ αυτήν ασχολείται! Εμένα σαν να με ξέχασε!
Δηλαδή ζηλεύεις το ίδιο σου το παιδί; ακούστηκε η έκπληξη στη φωνή της Σοφίας.
Δεν ζηλεύω! Απλά αυτή είναι η αιτία όλων! Αυτή μας χώρισε, μακάρι να μην υπήρχε καν! τα λόγια βύθισαν βαθιά μαχαίρια στην καρδιά της μικρής.
Η Χριστίνα μαζεύεται στη γωνία, σιωπηλή, με κόμπο στο λαιμό και μάτια που τσούζουν. Από τότε προσπαθεί να είναι σχεδόν αόρατη. Μα η Ελένη πάντα έβρισκε λόγο να την επικρίνει και να την τιμωρήσει λες κι έψαχνε αφορμή να ξεσπάσει όλη της τη δυσαρέσκεια σε εκείνη.
~~~~~~~~~~~~
Χριστίνα; Τι κάνεις εδώ έξω; μια ζεστή, γεμάτη φροντίδα φωνή ακούγεται πίσω της.
Η Χριστίνα γυρνά. Είναι η κυρία Αγγελική, η καλή γειτόνισσα του πρώτου ορόφου. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με κοντά, καλοχτενισμένα λευκά μαλλιά και φωτεινά, βαθιά μάτια που πάντα χαμογελούν. Φορά μια ρόμπα με λουλούδια και παντόφλες με πον πον. Μοιάζει να ήρθε από έναν κόσμο ζεστασιάς.
Με πέταξε έξω η μαμά ρουφάει τη μύτη της η Χριστίνα, κι η φωνή της τρέμει.
Πάλι για το σχολείο; αναστενάζει η Αγγελική, κοιτάζοντας το κόκκινο πρόσωπό της. Κινεί το κεφάλι με συμπόνια, κι η Χριστίνα αισθάνεται έτοιμη να βάλει τα κλάματα ξανά. Έλα, έλα στο σπίτι μου. Είναι βροχερός ο καιρός, θα κρυώσεις. Δεν θα σε αφήσω έτσι.
Της κρατά το χέρι ζεστό και απαλό , και μπαίνουν στο διαμέρισμά της, όπου μυρίζει βανίλια και φρεσκοκομμένο τσάι, και γεράνια ανθίζουν στο περβάζι.
Κάτσε, θα σου ετοιμάσω τοστ, λέει η Αγγελική, βάζοντας το βραστήρα στη φωτιά. Πες μου, τι συνέβη; Είμαι όλη αυτιά.
Η Χριστίνα κάθεται, κοιτώντας το τραπεζομάντιλο με τα κεντημένα χαμομήλια. Τα χέρια της τρέμουν, ένας κόμπος στο λαιμό της.
Μόνο οκτώ ψιθυρίζει, κι η φωνή σπάζει. Λέει πως ντροπιάζω την οικογένεια Πως είμαι τεμπέλα, άχρηστη. Πως για όλα φταίω εγώ
Αυτά είναι ανοησίες, αποκρίνεται αυστηρά η κυρία Αγγελική τεμαχίζοντας το ψωμί. Είσαι έξυπνη και ικανή, απλά η μαμά σου έχει δικά της θέματα. Θες να της μιλήσω εγώ;
Όχι, γνέφει αρνητικά η Χριστίνα, σκουπίζοντας τα μάτια με το μανίκι της. Θα γίνει χειρότερα. Μόνο ο μπαμπάς καταλάβαινε μα είναι μακριά.
Η γυναίκα την αγκαλιάζει απαλά, αυτό το χάδι ζεσταίνει την ψυχή της Χριστίνας, σαν να την τύλιξε ένα αόρατο πάπλωμα.
Ξέρεις, μερικές φορές κι οι μεγάλοι χρειάζονται μια σπρωξιά, λέει και τοποθετεί μπροστά της αχνιστά τοστ με τυρί και ζαμπόν. Μήπως πρέπει να γυρίσει ο πατέρας σου; Ή να μιλήσει σοβαρά με τη μαμά σου. Σε αγαπά πολύ, φαίνεται.
Η Χριστίνα σηκώνει το βλέμμα και για πρώτη φορά νιώθει πως κάποιος την καταλαβαίνει. Μια ήσυχη ευγνωμοσύνη απλώνεται σιγά-σιγά μέσα της. Δοκιμάζει μια μπουκιά πιο νόστιμη απ ό,τι περίμενε. Μυρίζει μέντα κι άνθη φλαμουριάς ο ζεστός της τσάι, αγκαλιάζοντάς τη μέσα έξω.
Ο μπαμπάς είπε θα έρθει στις διακοπές, μουρμουρίζει η Χριστίνα. Αλλά είναι τόσο μακριά Κι η μαμά δεν τον αφήνει να ανακατεύεται. Λέει, «είναι δική μου κόρη· ξέρω καλύτερα εγώ».
Η κυρία Αγγελική κάθεται απέναντι και την κοιτάζει συλλογισμένη.
Το να μεγαλώνεις ένα παιδί δεν σημαίνει φωνές και τιμωρίες, λέει. Είναι να στηρίζεις, να εμπιστεύεσαι. Η μαμά σου ίσως απλώς δεν ξέρει άλλον τρόπο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχιστεί.
Κάνει μια παύση, κι έπειτα λέει αποφασιστικά:
Θέλεις να μιλήσω εγώ με τον Στέλιο; Να του πω πως χρειάζεσαι βοήθεια; Δεν θα αρνηθεί, έτσι;
Η Χριστίνα παγώνει. Την τρομάζει η ιδέα να αποκαλυφθεί η αλήθεια, μα ταυτόχρονα τρέφει ελπίδα. Κουνά το κεφάλι χωρίς να μπορεί να μιλήσει, κι απλά κρατά το φλιτζάνι της τρυφερά με τα δάχτυλα.
*************************
Δυο βδομάδες μετά, όλα ανατρέπονται.
Η Χριστίνα φτάνει σπίτι από το σχολείο και στέκεται έκπληκτη στο χωλ. Τα παπούτσια του πατέρα της είναι εκεί λερωμένα από τα εργοτάξια. Γύρισε νωρίτερα; Η καρδιά της πάει να σπάσει από προσμονή και φοβία μαζί. Ανυπομονεί για το χαμόγελο και τις αγκαλιές του, για τις στιγμές που πάντα εξομάλυνε κάθε στεναχώρια.
Από το σαλόνι ακούγονται φωνές:
Δεν μπορείς να φύγεις έτσι! Είμαστε οικογένεια! τσιρίζει η Ελένη, η φωνή της γεμάτη ανασφάλεια.
Οικογένεια; απαντά κουρασμένος, αλλά σταθερός ο Στέλιος. Ποια οικογένεια όταν φέρεσαι με τρομοκρατία στην κόρη μας; Μίλησα με τους δασκάλους, μίλησα με την Αγγελική Ξέρω τι κάνεις, κάθε σου φωνή, κάθε σου προσβολή.
Αυτή σου τα λέει, αυτή η ψεύτρα! φωνάζει η Ελένη.
Ξέρω πώς της φέρεσαι, πώς τη μειώνεις και την κάνεις να φοβάται το ίδιο της το σπίτι. Κατέστρεψες την παιδική της ηλικία, Ελένη. Δεν βλέπεις ότι νιώθει φυλακισμένη;
Εσύ τη χαϊδεύεις! ουρλιάζει εκείνη. Πρέπει να μαθαίνει πώς είναι η ζωή!
Μα όχι εις βάρος της ψυχής της! η φωνή του Στέλιου είναι πια ατσάλινη. Δεν θα την αφήσω άλλο.
Αν φύγεις, δεν θα τη δεις ξανά! φωνάζει σε απελπισία εκείνη.
Ποιος είπε ότι θα μείνει μαζί σου; της απαντά παγωμένος. Δεν θα σ αφήσω να την πληγώνεις άλλο!
Ο Στέλιος βγαίνει δίπλα στη Χριστίνα. Τα χαρακτηριστικά του μαλακώνουν, τα μάτια του φωτίζονται από αληθινή αγάπη. Γονατίζει μπροστά της, της πιάνει τα χέρια είναι ζεστά και γερά.
Κορίτσι μου, ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω. Όλα τα έχω φροντίσει.
Την αγκαλιάζει σφιχτά. Η Χριστίνα, πρώτη φορά μετά από χρόνια, νιώθει ασφάλεια. Θέλει να του πει τα πάντα, για κάθε προσβολή, κάθε νύχτα με δάκρυα, για τον διαρκή φόβο και τη μοναξιά. Μα αρκεί να τον νιώθει δίπλα της.
Μπαμπά, ψιθυρίζει, κουρνιάζοντας στον ώμο του, στην αγαπημένη μυρωδιά του μπουφάν του, θα μείνουμε μαζί; Μόνο οι δυο μας;
Φυσικά, της χαμογελά φωτεινά ο Στέλιος. Ήδη βρήκα διαμέρισμα κοντά, και δουλειά εδώ. Θα συνεχίσεις το σχολείο που αγαπάς και τα βράδια θα φτιάχνουμε παρέα βραδινό, θα βλέπουμε ταινίες, θα λέμε ιστορίες. Συμφωνούμε;
Η Χριστίνα γελά μέσα από τα δάκρυά της, νιώθει μια ζεστασιά να πλημμυρίζει το στήθος της μια τρυφερή, αληθινή ελπίδα. Τον αγκαλιάζει σφιχτά, νιώθει το βάρος να φεύγει λίγο λίγο από μέσα της.
Σε ευχαριστώ, ψιθυρίζει. Που υπάρχεις.
Ο Στέλιος τη χαϊδεύει στα μαλλιά.
Εγώ σε ευχαριστώ που είσαι το παιδί μου. Θα κάνω τα πάντα να σ έχω χαρούμενη.
Έξω σταματά η βροχή και οι πρώτες ακτίνες ήλιου περνούν από τα σύννεφα. Η Χριστίνα κοιτά έξω και χαμογελά πρώτη φορά ύστερα από καιρό νιώθει πως κάτι καλό την περιμένει.
Η Ελένη πετάγεται από το σαλόνι, αναβλύζοντας μίσος τα χαρακτηριστικά της αλλοιωμένα, η φωνή της γεμάτη απόγνωση και εκδικητικότητα.
Θα το μετανιώσετε! φωνάζει, τρέμοντας. Νομίζετε ότι θα γλιτώσετε; Θα σας καταστρέψω και τους δύο! Θα σας τα χαλάσω όλα!
Ο Στέλιος σηκώνεται, μπαίνει μπροστά στη Χριστίνα. Δεν πρόκειται να υποχωρήσει άλλη φορά. Τα μάτια, τώρα γεμάτα σιγουριά.
Ελένη, ήρεμος αλλά αμετακίνητος τελείωσε. Θα ζήσουμε μόνοι μας με τη Χριστίνα. Δεν το συζητώ.
Θα μετανιώσετε πικρά! ουρλιάζει, με γέλιο νευρικό και τρομακτικό. Θα παρακαλάτε για λύπηση!
Η Χριστίνα γραπώνεται από το μανίκι του πατέρα έρχεται πάλι ο παλιός φόβος, αλλά το χέρι του Στέλιου στον ώμο της, σταθερό, φτάνει για να τον απομακρύνει.
Πάμε, Χριστίνα, της λέει τρυφερά αλλά καθαρά. Δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε εδώ.
Την παίρνει απ το χέρι κι οδεύουν προς την έξοδο. Η Ελένη ορμά πίσω τους, αλλά σταματά στην πόρτα, λες κι ένα αόρατο τείχος την κρατά. Σφίγγει κι ανοίγει τις γροθιές της, το πρόσωπό της παραμορφωμένο από ανήμπορη οργή.
Θα με θυμηθείτε! κραυγάζει. Θα σας δείξω εγώ! Δεν θα ησυχάσετε ποτέ! Θα σας καταστρέψω!
Η εξώπορτα κλείνει πίσω τους. Η Χριστίνα ανασαίνει βαθιά, νιώθοντας το σώμα της χαλαρώνει.
**********************
Οι επόμενες μέρες περνούν σαν όνειρο για τη Χριστίνα και τον Στέλιο λες κι έχουν περάσει σε έναν άλλο κόσμο χωρίς φωνές, χωρίς φόβο, χωρίς επίπληξη. Μετακομίζουν σε ένα μικρό αλλά φωτεινό διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους: λευκοί τοίχοι και μεγάλα παράθυρα με θέα σε αυλή γεμάτη παλιούς πλάτανους.
Ο Στέλιος βρίσκει αμέσως δουλειά ως μηχανικός σε μια κατασκευαστική στη γειτονιά οι γνώσεις του πολύτιμες. Κάθε πρωί ξεκινούν με χαμόγελο και παρέα στην κουζίνα η Χριστίνα κόβει φρούτα, εκείνος ετοιμάζει ομελέτα ή τοστ. Το άρωμα του φρεσκοκομμένου ελληνικού καφέ γεμίζει τον χώρο μαζί με γλυκιά κανέλα. Τα βράδια βόλτες στο πάρκο, ταΐζουν περιστέρια, παίζουν επιτραπέζια, μαζεύονται αγκαλιά στον καναπέ βλέποντας ταινία.
Κάποιο πρωί, την ώρα του πρωινού, η Χριστίνα του δίνει το τετράδιο με το χέρι να τρέμει λίγο.
Δες, μπαμπά, δέκα στα μαθηματικά! μέσα στη φωνή της περηφάνια και χαρά.
Ο Στέλιος το κοιτάζει, μετά σηκώνει έκπληκτος τα μάτια του.
Μπράβο σου! Είσαι πανέξυπνη! Βλέπεις χωρίς πίεση και φόβο πόσο όμορφα τα καταφέρνεις; Είμαι τόσο περήφανος για σένα!
Η Χριστίνα τον αγκαλιάζει. Δεν έχει πλέον λόγο να φοβάται ή να κρύβεται. Δίπλα στον μπαμπά της νιώθει επιτέλους ασφάλεια και αγάπη.
Μπαμπά, μπορούμε να πάμε στο Αττικό Πάρκο το σαββατοκύριακο; Θέλω τόσο να δω τις καμηλοπαρδάλεις και τους πιθήκους
Και βέβαια μπορούμε! γελάει και της χαϊδεύει τα μαλλιά. Θα πάρουμε τοστ, θα ταΐσουμε περιστέρια, θα φωτογραφηθούμε με όποιο ζωάκι θέλεις! Σύμφωνοι;
Σύμφωνοι! γελάει η μικρή, με γνήσια ευτυχία στη φωνή.
***************************
Την ίδια ώρα, η Ελένη περιφέρεται ανήσυχη στο άδειο διαμέρισμα. Η ησυχία την πνίγει. Μέσα της μόνο θυμός και πικρία. Πώς τόλμησε να της το κάνει αυτό; Πώς της πήραν την κόρη;
Κάθεται στην κουζίνα, κρατώντας το κεφάλι της. Ο νους της βουίζει από εκδικητικές σκέψεις:
«Θα του χαλάσω τη δουλειά έχω γνωστούς στην εταιρεία. Θα στείλω ανώνυμο γράμμα, θα πω ότι είναι άχρηστος Τη Χριστίνα θα την τρομάξω, κάτι θα της βάλω στην τσάντα, μετά θα πω ότι έκλεψε Θα γράψω στο σχολείο ότι είναι άτακτη»
Γράφει νευρικά αυτές τις ιδέες σε ένα τετράδιο, το στιλό της κοντεύει να σπάσει. Κάθε άσχημη έμπνευση της μοιάζει σωτήρια. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η μητέρα της Παναγιώτα, μια μικροκαμωμένη ηλικιωμένη γεμάτη καλοσύνη.
Ελένη, τι τρέχει; ρωτά ανήσυχα η Παναγιώτα, ρίχνοντας μια ματιά στο τετράδιο. Η ανησυχία στη φωνή της είναι διάχυτη.
Η Ελένη σπεύδει να το κλείσει.
Τίποτα, μαμά απλά γράφω τι δουλειές έχω.
Αυτά τα πράγματα δεν είναι «δουλειές», της λέει η Παναγιώτα διαβάζοντας τα κρυφά. Πας να βλάψεις τον άντρα και το παιδί σου. Καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι αρρώστια;
Με πρόδωσαν! φωνάζει η Ελένη με απόγνωση. Μου πήραν τη Χριστίνα, διάλυσαν τη ζωή μου!
Καταστράφηκες επειδή εσύ μόνη σου διέλυσες τα πάντα, απαντά ήρεμα η μητέρα της. Δεν σκέφτεσαι το παιδί σου ούτε στιγμή. Χρειάζεσαι βοήθεια, παιδί μου. Σοβαρά.
Βοήθεια; Σε ψυχολόγο που να πάω; προσπαθεί να αρνηθεί η κόρη της, αλλά μέσα της κάτι ραγίζει.
Άντε, αν δεν πας εσύ, σε κλείνω εγώ ραντεβού. Δεν μπορείς άλλο έτσι. Μόνο κακό κάνεις σε όλους.
Η Ελένη καταρρέει στη θέση της, τα μάτια της γίνονται υγρά.
Μαμά Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει Χρόνια τώρα ζήλευα τη σχέση τους Ήθελα να πάρω πίσω τον Στέλιο Μα δεν το μπορώ άλλο
Η μητέρα της την αγκαλιάζει.
Ήρθε η ώρα για αλλαγή. Βοήθεια χρειάζεσαι. Για σένα, για μας, για τη Χριστίνα.
Η Ελένη αφήνει τα δάκρυά της να κυλήσουν. Πρώτη φορά ύστερα από χρόνια νιώθει πως ίσως, ίσως, όλα μπορεί να φτιάξουν. Ότι μπορεί να μάθει ξανά τη ζωή και την αγάπη.
**************************
Το ίδιο βράδυ, η Χριστίνα κι ο Στέλιος κάθονται στον καναπέ και βλέπουν κινούμενα σχέδια. Η μικρή ακουμπά στον πατέρα της, νιώθοντας τη ζεστασιά και την προστασία του. Το φως του λαμπατέρ δίνει ηρεμία, έξω η βροχή χτυπά απαλά το τζάμι.
Μπαμπά, λες κάποτε να αλλάξει η μαμά; Να με αγαπήσει στ αλήθεια;
Ο Στέλιος σιωπά, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Στα μάτια του θλίψη· ήξερε πόσο πληγώθηκε η κόρη του, μα κι η ελπίδα ότι η μητέρα της θα βρει τον δρόμο της.
Ξέρεις, αγάπη μου οι άνθρωποι αλλάζουν αν το θελήσουν πραγματικά. Πρέπει να το καταλάβουν μόνοι τους. Η μητέρα σου περνάει δύσκολα, ίσως είναι πολύ μπερδεμένη μέσα της. Δεν σημαίνει πως είναι κακή, απλά χρειάζεται βοήθεια και χρόνο.
Η Χριστίνα του τυλίγει το μπράτσο και ακουμπά στο ώμο του.
Κι αν δεν αλλάξει ποτέ; Αν πάντα με μισεί;
Ακόμα κι αν δεν αλλάξει, της σφίγγει τρυφερά το χέρι, εσύ να θυμάσαι πάντα ποια είσαι. Είσαι μοναδική, καλή, ευαίσθητη. Αν δεν μπορεί να το δει, είναι δικό της θέμα. Εγώ σε έχω στη ζωή μου και θα σε αγαπώ πάντα.
Δακρύζει η μικρή, μα τώρα τα δάκρυα είναι από ευτυχία, όχι πόνο.
Σ ευχαριστώ μπαμπά. Μερικές φορές νομίζω πως είμαι μόνη στον κόσμο εσύ πάντα με καταλαβαίνεις
Επειδή σ αγαπώ πολύ, χαμογελά. Κι όσο είμαστε μαζί, δεν θα είσαι ποτέ μόνη. Εμείς οι δυο, είμαστε ομάδα. Κι αν η μαμά σου μια μέρα θελήσει να τα βρείτε, θα είμαστε εδώ όχι όμως αν δεν σε σέβεται πρώτα.
Η μικρή κάθεται ήσυχη. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, αφήνει τη σκέψη πως ίσως η μητέρα της αλλάξει. Και ίσως μια μέρα αγκαλιαστούν στ αλήθεια.
Μπαμπά, μπορώ να καλέσω αύριο τη Μαργαρίτα; Πολύ καιρό έχουμε να βρεθούμε, όλο ρωτάει πότε θα με προσκαλέσεις
Και βέβαια γίνεται! χαμογελά πλατιά ο Στέλιος. Θα φτιάξουμε μπισκότα, θα δούμε ταινίες, θα παίξουμε επιτραπέζια μέχρι να γελάσουν και τα πατώματα!
Τέλεια! χαίρεται η μικρή. Μου είχαν λείψει οι φίλες Η μαμά δεν ήθελε ποτέ να έρχονται, έλεγε αποσπάται η προσοχή μου.
Τώρα ξεκινάμε αλλιώς! της κλείνει το μάτι ο Στέλιος. Θα έχεις φίλους, παιχνίδια, αληθινή χαρά, όσο διαβάζεις χωρίς πίεση. Το πιο σημαντικό, να είσαι ευτυχισμένη!
Η Χριστίνα χαμογελά με όλη της την ψυχή σαν να ανθίζει η πρώτη ανοιξιάτικη μαργαρίτα μετά τον χειμώνα. Τώρα πια όλα θα πάνε καλάΈνα λευκό μεσημέρι του Μαρτίου, μια κούκλα σα λιονταράκι κρεμιέται απ το παράθυρο, σύμβολο παιδικής ανεμελιάς, κι η Χριστίνα γελά σκαρφαλώνοντας με τη Μαργαρίτα στο κρεβάτι για να φτιάξουν „στρατόπεδο” με σεντόνια. Από την κουζίνα, ο Στέλιος κελαηδά ένα τραγούδι της νιότης του καθώς ανακατεύει ζύμη γεμίζει το σπίτι άρωμα βανίλιας, γέλιο και προστασία.
Το κουδούνι χτυπά. Στην πόρτα, η κυρία Αγγελική κρατά ένα ταψί μπακλαβά και δυο μανταρίνια «για το γούρι της νέας αρχής», λέει. Οι τρεις τους κάθονται στο τραπέζι, κι ενώ ο ήλιος πλέκει χρυσά δάχτυλα στα μαλλιά της, η Χριστίνα μοιράζει μπισκότα στη φίλη και στη γειτόνισσα, νιώθοντας το στήθος της να φουσκώνει απ ευτυχία.
Στο βάθος, ο ήχος του τηλεφώνου: είναι η γιαγιά Παναγιώτα, που λέει πως η Ελένη ξεκίνησε το πρώτο της ραντεβού με ψυχολόγο. Η είδηση κάνει τη Χριστίνα να αισθανθεί ένα βαρύ σύννεφο να μετακινείται, διαλύοντας λίγο λίγο τη σκιά του χθες. Ίσως χρειαστεί καιρός, ίσως να πονέσει πάλι, μα πια δεν είναι μόνη.
Το βράδυ, πριν πέσει για ύπνο, ανοίγει το παράθυρο. Το φως του δρόμου πέφτει πάνω σε δυο περιστέρια που κουρνιάζουν αγκαλιά στη στέγη εικόνα γλυκιάς ασφάλειας. Κλείνει τα μάτια κι αφήνει τη φωνή του πατέρα της να τη νανουρίσει:
«Κι αν τύχει και φοβηθείς να θυμάσαι πως αξίζεις αγάπη. Πάντα.»
Χαμογελά χωρίς πια κόμπο στο λαιμό· και, καθώς ο άνεμος φέρνει άρωμα λεμονιάς απ την αυλή, κάτι μέσα της ανθίζει: μια δύναμη και μια ελπίδα που τίποτα πια δεν μπορεί να σβήσει.
Η νέα τους οικογένεια, μ όλη της την απλότητα, έχει πια βρει το σημαντικότερο μάθημα με αγάπη, υπομονή και αποδοχή, μπορείς να ξαναχτίσεις ζωή απ την αρχή. Κι εκεί, μπροστά στη χαραμάδα του μέλλοντος, η Χριστίνα ψιθυρίζει πριν αποκοιμηθεί:
«Εγώ δεν θα φοβηθώ ξανά. Εγώ θα ανθίσω.»
Και κάπως έτσι, μια αγκαλιά, ένα φως, και μια υπόσχεση· αυτό το σπίτι θα είναι για πάντα καταφύγιο.




