Όταν ο πατέρας μας μας εγκατέλειψε, η θεία μου με έσωσε από τα χέρια ενός ορφανοτροφείου.
Όταν ήμουν μικρός, η ζωή μου ήταν ένα λαμπερό παραμύθι μια οικογένεια, γεμάτη αγάπη και ασφάλεια, σε ένα μικρό σπιτάκι στις όχθες του Αξιού, κοντά στη Θεσσαλονίκη. Είμασταν τρεις: εγώ, η μαμά και ο μπαμπάς. Η μυρωδιά των φρέσκων κουλούριων της μαμάς γέμιζε το σπίτι, και το βράδυ ο μπαμπάς μας διηγούνταν τις περιπέτειές του στη θάλασσα. Αλλά η μοίρα είναι μια αδίστακτη κυνηγός. Μια μέρα, η μαμά αρρώστησε το γέλιο της σιγότρεξε, τα χέρια της τρέμανε, και σύντομα βρέθηκε σε ένα κρεβάτι στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης. Εξαφανίστηκε σιγά-σιγά, αφήνοντάς μας σε μια θάλασσα πόνου. Ο μπαμπάς βυθίστηκε στο κρασί, πνίγοντας τη θλίψη του σε φθηνή τσίπουρο, και το σπίτι μας έγινε ερείπιο, γεμάτο σπασμένα ποτήρια και σιωπηλή απελπισία.
Η ντουλάπα ήταν άδεια, μάρτυρας της καταστροφής μας. Πήγαινα στο σχολείο στη Θεσσαλονίκη με βρώμικα ρούχα και κενό στομάχι. Οι δάσκαλοι γκρίνιαζαν για τις εργασίες που λείπανε, αλλά πώς να μελετώ όταν σκεφτόμουν μόνο πώς θα επιβιώσω; Οι φίλοι μου απομακρύνθηκαν, οι ψίθυροι τους με έκοβαν πιο βαθιά από μαχαίρι, ενώ οι γείτονες κοιτούσαν με μάτια γεμάτα οίκτο. Τελικά, κάποιος κάλεσε τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Αυστηροί υπάλληλοι μπήκαν στο σπίτι, έτοιμοι να με πάρουν από τα τρεμάμενα χέρια του μπαμπά. Έπεσε στα γόνατα, παρακαλώντας για μια ευκαιρία. Του έδωσαν έναν μόνο μήνα μια τελευταία ελπίδα πάνω από έναν άβυσσο.
Αυτή η επίσκεψη ξύπνησε τον μπαμπά. Πήγε στο μαγαζί, γέμισε το σπίτι με τρόφιμα, και μαζί καθαρίσαμε μέχρι να λάμψει ξανά σαν παλιά. Ορκίστηκε να μην ξαναπιεί, και στα μάτια του φάνηκε μια σπίθα του ανθρώπου που γνώριζα. Άρχισα να πιστεύω στη θεραπεία. Μια βροχερή νύχτα, με τον άνεμο να χτυπάει τα παράθυρα, μου είπε ότι θα γνωρίσω κάποιον. Η καρδιά μου παγώθηκε είχε ξεχάσει τη μαμά; Είπε ότι ήταν αντικατάστατη, αλλά αυτή θα μας έσωζε από τις σκληρές ματιές των αρχών.
Έτσι, η θεία Σοφία μπήκε στη ζωή μου.
Πήγαμε στο σπίτι της στη Βέροια, ένα παλιό σπιτάκι κοντά στον Αλιάκμονα, με δέντρα γύρω του. Η Σοφία ήταν μια καταιγίδα ζεστή, αλλά με δύναμη, η φωνή της μια αγκίστρωση, το βλέμμα της φως στη σκοτεινιά. Είχε έναν γιο, τον Νίκο, δύο χρόνια μικρότερο από μένα, ένα αδύνατο αγόρι με ένα γέλιο που διέσχιζε το κρύο. Καταλάβαμε αμέσως, τρεχόμασταν στους δρόμους, παίζαμε στις όχθες μέχρι να μας τελειώσει η πνοή. Στην επιστροφή, είπα στον μπαμπά ότι η Σοφία ήταν σαν ηλιοφως, και εκείνος κούνησε το κεφάλι σιωπηλά. Λίγες εβδομάδες αργότερα, μαζέψαμε τη ζωή μας στον Αξιό, νοικιάσαμε το σπίτι σε ξένους, και φυτευτήκαμε στη Βέροια μια απελπισμένη προσπάθεια να ξαναρχίσουμε.
Η ζωή σιγά-σιγά έφτιαχνε. Η Σοφία με φρόντιζε με μια αγάπη που έραβε τις πληγές μου μού έρραβε τα σκισμένα παντελόνια, έφτιαχνε ζεστές σούπες, και τα βράδια καθόμασταν όλοι μαζί, με τα αστεία του Νίκου να σπάνε τη σιωπή. Έγινε ο αδελφός μου, όχι από αίμα, αλλά από κοινό πόνο μαλωνά






