Ρε συ, θέλω να σου πω κάτι για τη ζωή μου, τώρα που τα άνοιξα όλα. Η μητέρα μου πάντα ήταν πολύ αυστηρή μαζί μου. Ο πατέρας μου ταξίδευε συχνά για δουλειές και η μαμά μου με μεγάλωσε μόνη της. Ο μπαμπάς μ αγαπούσε, αλλά κάθε φορά που γύριζε από τα ταξίδια έφερνε πάντα μεγάλο σωρό δώρα, λες και προσπαθούσε να καλύψει το κενό του. Η μαμά όμως έδειχνε την αγάπη της αλλιώς, πιο ψυχρά. Μια μέρα ο πατέρας μου έφυγε για ένα ταξίδι στο εξωτερικό και δεν γύρισε ποτέ
Στο σχολείο ποτέ δεν είχα πραγματικούς φίλους. Πήγαινα πάντα με μια παλιά, ξεφτισμένη στολή που η μαμά μου είχε βρει απ τη γειτονιά. Μου έλεγε: Να φοράς ό,τι έχεις, πρώτα πρέπει να βάλω τη ζωή μου σε τάξη και δεν περισσεύουν λεφτά για σένα. Έτσι, άντεξα και τη φορούσα με υπομονή όλη την Πέμπτη Δημοτικού.
Μετά, η γειτόνισσα μας, η κυρία Μαρία, μου έδωσε τη στολή της κόρης της, της Ειρήνης, που μόλις είχε αποφοιτήσει. Τη φόρεσα μέχρι που τελείωσα το σχολείο. Όσο για τα παπούτσια, φορούσα ό,τι υπήρχε στο σπίτι και άντεχαν μέχρι που μεγάλωσα και με στένεψαν. Τελικά πέρασα τις εξετάσεις με επιτυχία και αποφάσισα να σπουδάσω Οικονομία. Στο πανεπιστήμιο, και πάλι φόραγα ρούχα που μου έδιναν οι φίλοι μου όταν δεν τα ήθελαν πια.
Μια μέρα γνώρισα τον Μάνο, που είχε τελειώσει τη σχολή λίγα χρόνια πριν από εμένα. Τα φτιάξαμε και κάποια στιγμή με πήγε γνωριμία στους γονείς του. Ντρεπόμουν γι αυτά τα ταλαιπωρημένα, ξεσκισμένα παπούτσια μου – τα πόδια μου ήταν βρεγμένα κι η μητέρα του έκανε πως δεν τα είδε. Την επόμενη μέρα με κάλεσε σπίτι τους και μου χάρισε καινούρια παπούτσια, λες και κατάλαβε πως είχα ανάγκη.
Φοβόμουν πως οι γονείς του Μάνου δεν θα με συμπαθούσαν, αλλά πολύ γρήγορα άρχισαν να με αντιμετωπίζουν σαν δικό τους παιδί. Δεν ξέρω τι έκανα για να κερδίσω τέτοια αγάπη, αλλά μας χάρισαν διαμέρισμα ως δώρο γάμου και, μετά την αποφοίτηση, η πεθερά μου με πήρε στη δουλειά της, όπου έπιασα μισθό καλό, κοντά στα 900 ευρώ το μήνα. Επιτέλους μπορούσα να αγοράζω ό,τι ήθελα. Δεν θα σταματήσω ποτέ να ευχαριστώ το Θεό που μου έδωσε δύναμη να περάσω από όλα αυτά.
Όταν έμαθε η μαμά μου ότι παντρεύτηκα και έπιασα καλή δουλειά και ότι είχα πλέον δικό μου σπίτι, ήρθε γρήγορα να ζητήσει οικονομική βοήθεια. Όμως η πεθερά μου άκουσε τι είπαμε και κάλεσε αμέσως τον άντρα μου και το γιο μας να γυρίσουν σπίτι. Τελικά ο Μάνος εξήγησε στη μαμά μου πως δεν πρέπει να περιμένει τίποτα από εμένα πια. Της είπε μάλιστα ότι ευχαριστεί το Θεό που έχει μια κόρη, αλλά ότι δεν θα ξαναμπεί ποτέ στο σπίτι μας. Από τότε δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο και τώρα περιμένω με χαρά τον ερχομό του παιδιού μου.





