Когда я вспоминаю тот день, в солнечной Афинской осени, до сих пор улыбка непроизвольно появляется на лице. Это было давно, когда мой маленький сын, Арис, пошёл первый год в детский σταθμός. Я пришла его забирать, и он, едва увидев меня, бросился мне на шею, шепча с жаром в самое ухо:
Μαμά, μαμά, να πάρουμε τη γιαγιά του Νίκου στο σπίτι μας;
Τι; Ποια γιαγιά; Τι λες τώρα, παιδί μου; δεν κατάλαβα αμέσως. Βάλε γρήγορα το μπουφάν σου, ο πατέρας σου μας περιμένει στο αυτοκίνητο.
Εκείνη τη γιαγιά! Ο Άρης έδειξε μια ηλικιωμένη κυρία, που κρατούσε από το χέρι τον φίλο του, το Νίκο, πηγαίνοντας αργά προς την έξοδο. Του Νίκου! Αυτή σου λέω!
Μη λες κουταμάρες. Είναι η γιαγιά κάποιου άλλου.
Και λοιπόν; άρχισε να παραπονιέται ο Άρης. Ζήτησέ της να γίνει κι εμένα γιαγιά μου. Σε παρακαλώ.
Έχεις δύο δικές σου γιαγιάδες. Γιατί μας χρειάζεται και τρίτη; Και άσε τις φαντασίες. Φόρα γρήγορα το παντελόνι σου.
Μα μαμά Ο Άρης με κοιτούσε με παράπονο, τραβώντας με δυσκολία το παντελόνι του. Οι δικές μου γιαγιάδες δεν είναι κανονικές γιαγιάδες. Η γιαγιά του Νίκου είναι σωστή, αληθινή.
Και γιατί το λες αυτό; Οι δικές μας γιαγιάδες είναι αληθινές, μας γέννησαν εμένα και τον μπαμπά σου! Όχι εκείνη, όχι του Νίκου.
Ναι, αλλά δεν είναι γιαγιάδες στ’ αλήθεια.
Πώς δεν είναι; Τι εννοείς; Είσαι ο γιος μας, αυτόματα είναι γιαγιάδες σου!
Δεν θέλω να είναι αυτόματα! Θέλω να είναι πραγματικές.
Και πώς είναι οι πραγματικές;
Όπως η γιαγιά του Νίκου.
Δηλαδή;
Η γιαγιά του Νίκου επιτρέπει να τη φωνάζει γιαγιά δυνατά και χαμογελάει, εξήγησε σοβαρά ο Άρης. Η δική μου η γιαγιά, η μία, θέλει να τη λέω Άννα, και η άλλη με μαλώνει όταν φωνάζω γιαγιά στη γειτονιά.
Σε μαλώνει; Ποια; Η μαμά μου;
Ναι, και λέει πως της κάνω ρεζίλι, πως είναι ακόμη νέα για γιαγιά. Και είπε πως με φορτώνεις σ αυτή. Η γιαγιά του Νίκου όμως λέει πως ο Νίκος είναι ό,τι πιο σπουδαίο έχει στη ζωή της. Θέλω κι εγώ να είμαι ο πιο σπουδαίος για κάποια.
Αποκλείεται να το είπε η μαμά μου… αναστέναξα και πιο ήσυχα του ζήτησα να ντυθεί. Και η άλλη γιαγιά, τι κάνει όταν τη φωνάζεις γιαγιά;
Δεν με μαλώνει, αλλά δεν απαντά. Μόνο όταν της λέω Άννα, τότε μου χαμογελά και με επαινεί. Μαμά, γιατί οι γιαγιάδες μου δεν ξέρουν να φτιάχνουν σωστό φαγητό;
Τι εννοείς; Μήπως σε αφήνουν νηστικό;
Ναι, απάντησε γρήγορα.
Μη λες ψέματα! Σου ετοιμάζουν ό,τι καλύτερο! Έχω δει με τα μάτια μου.
Δεν λες καλά… μουρμούρισε ο Άρης. Λουκάνικα, κεφτέδες, τονοσαλάτα… Αυτά καλό φαγητό τα λες;
Τι φαγητό θέλεις δηλαδή;
Τηγανίτες.
Τηγανίτες; γέλασα.
Ή λουκουμάδες! Η γιαγιά του Νίκου του είπε σήμερα, μόλις γυρίσουμε σπίτι, θα σου φτιάξω ζεστές τηγανίτες με μέλι και γιαούρτι. Και ο Νίκος ήταν τόσο χαρούμενος! Εγώ ποτέ δεν έκανα μαρμελάδα με καμιά γιαγιά.
Αχ, παιδάκι μου… τον κοίταξα με συμπόνια και υποσχέθηκα: Θες απόψε να πιούμε τσάι με μαρμελάδα; Θα αγοράσουμε από το σούπερ μάρκετ.
Δεν είναι γευστική του μαγαζιού…
Από πού το ξέρεις;
Τις έχω παρακαλέσει να αγοράσουν… Δεν αξίζει.
Και τηγανίτες τους ζήτησες;
Ναι… τα μάτια του σκοτείνιασαν. Λένε πως είναι μπελάς. Και με πάνε στο καφέ. Έχει τηγανίτες εκεί. Μα είναι παγωμένες, γεμάτες σιρόπι. Η γιαγιά του Νίκου λέει πως οι καυτές τηγανίτες από το τηγάνι είναι το πιο ωραίο φαγητό στον κόσμο.
Αχ, ναι… ονειροπόλησα, κρατώντας τον από το χέρι. Κι εμένα έτσι με τάιζε η γιαγιά μου παλιά…
Καθώς προχωρούσαμε προς το parking, όπου ο πατέρας του Άρη μας περίμενε στο αυτοκίνητο, πήρα το κινητό και κάλεσα τη φίλη μου:
Ελένη, είσαι σπίτι; ρώτησα σχεδόν απολογητικά.
Είμαι, τι έπαθες;
Μπορώ να σου ζητήσω κάτι; Μη γελάσεις.
Τι έγινε;
Εσύ δεν καυχιόσουν πως φτιάχνεις τέλειες τηγανίτες για τον γιο σου;
Και λοιπόν;
Δώσε μου τη συνταγή… Σε παρακαλώ, μη γελάσεις! Την έχω ανάγκη.
Καλύτερα έλα να σου δείξω. Να μάθεις σωστά.
Πότε να έρθω;
Τώρα! Σας περιμένω όλους, και τον μικρό και τον άντρα σου. Να παίξουν και τα αγοράκια μαζί. Μη χάνετε χρόνο!
Την άλλη μέρα παράτησα τη δουλειά για λίγο και πήγα στη μαμά μου. Τη ρώτησα σοβαρά αν ήθελε να μάθει να φτιάχνει τηγανίτες, εγώ να της δείξω. Κάτι πήγε να πει για τις μοντέρνες γιαγιάδες, μα τη διέκοψα:
Αν σου χαλάμε τη ζωή, δεν θα σου ξαναφέρω τον Άρη. Ξέρεις τι διαφορά έχει η αληθινή γιαγιά; Γιαγιά είναι αυτή που μυρίζει μαρμελάδα το καλοκαίρι και μύριζε γέλιο από τηγανίτες. Τώρα που έχεις εγγόνι, δοκίμασέ το, μάνα…
Η μαμά μου κάτι πήγε να απαντήσει αυστηρά, μα βλέποντας το βλέμμα μου, προτίμησε να σωπάσει. Για καλό και για κακό.





