Άκου να σου πω, φίλε. Ο Χρήστος ήταν ένας πολύ απλός τύπος, δεν είχε κακές συνήθειες, γενικά ήσυχος άνθρωπος. Όταν έκλεισε τα 25, οι γονείς του του έκαναν δώρο ένα διαμέρισμα. Ξέρεις πώς; Βοήθησαν να βρει τα λεφτά για το πρώτο μέρος του στεγαστικού δανείου. Έτσι ξεκίνησε να μένει μόνος του.
Ο Χρήστος δούλευε ως προγραμματιστής, προτιμούσε την ηρεμία και δεν είχε πολλές παρέες. Κάποια στιγμή, επειδή βαριόταν μόνος, αποφάσισε να πάρει ένα γατάκι. Το γατάκι είχε πρόβλημα στα μπροστινά του πόδια, και οι προηγούμενοι ήθελαν να το βάλουν κάτω. Ο Χρήστος το λυπήθηκε και το πήρε σπίτι του. Το ονόμασε Αργύρη. Από τότε ζούσαν μαζί, και ο Χρήστος έτρεχε μετά τη δουλειά να δει τον Αργύρη, ενώ ο Αργύρης τον περίμενε πάντα στην πόρτα.
Μερικούς μήνες μετά, ο Χρήστος γνώρισε στη δουλειά μία κοπέλαη Ελένη. Η Ελένη ήταν δυναμική, τον κέρδισε γρήγορα, και σε λιγότερο από μήνα μετακόμισε μαζί του.
Σχεδόν αμέσως δεν της άρεσε ο Αργύρης και ζήτησε από τον Χρήστο να τον δώσει. Ο Χρήστος όμως δεν το συζήτησε, της εξήγησε πόσο σημαντικός είναι ο Αργύρης για εκείνον. Η Ελένη όμως επέμενε και ξαναζήτησε να φύγει η γάτα. Ο Χρήστος της είπε ξεκάθαρα ότι ο Αργύρης θα μείνει μαζί τους. Η Ελένη προσπάθησε να του εξηγήσει πως η γάτα χαλάει την εικόνα τους, αφού κάθε φορά που ερχόταν κόσμος ντρεπόταν για τα πόδια του γατιού. Ο Χρήστος στενοχωριόταν γιατί αγαπούσε κι εκείνη και τον Αργύρη.
Οι γονείς του Χρήστου, δε, δεν συμπαθούσαν καθόλου την Ελένη. Την έβρισκαν θρασύτατη και αγενή. Του είπαν να μην βιαστεί να πάρει αποφάσεις, να τη γνωρίσει καλύτερα πρώτα.
Και όταν ήρθαν οι γονείς της Ελένης επίσκεψη, ο Χρήστος κατάλαβε ότι δεν θέλει να συνεχίσει μαζί της. Ο πατέρας της γέλασε μόλις είδε τον Αργύρη, τον είπε περίεργο. Ο Χρήστος πήρε το μέρος του γατιού αμέσως.
Όλη τη βραδιά η Ελένη κι ο πατέρας της έκαναν πλάκα με τον Αργύρη, προτείναν μάλιστα πού να τον βάλουν, και η μητέρα της γελούσε κι αυτή μαζί. Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε ο Χρήστος από τη δουλειά, η γάτα είχε εξαφανιστεί. Ρώτησε την Ελένη, κι εκείνη του είπε πως την πήγε σε κτηνιατρική κλινική και την άφησε εκεί.
Ο Χρήστος έτρεχε πέντε ώρες να βρει τον Αργύρη. Τελικά τον βρήκεκαι ο Αργύρης, μόλις είδε τον Χρήστο, πήρε να γουργουρίζει στην αγκαλιά του. Γυρνώντας σπίτι, είπε στην Ελένη να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει, δεν ήθελε να τη ξαναδεί. Του έγινε τελείως αντιπαθητική.
Το πρωί η Ελένη έφτιαξε τις βαλίτσες της και έφυγε χωρίς κουβέντα, δεν πίστευε ότι το γατί είναι πιο σημαντικό. Ο Αργύρης και ο Χρήστος μένουν πια μόνοι τους, και κάθε φορά που ο Χρήστος γυρνάει από τη δουλειά ο Αργύρης τον περιμένει στην πόρτα πανευτυχής.



