10 Ιουνίου
Γυρίζοντας σήμερα από το σούπερ μάρκετ, είδα έναν άντρα να κάθεται στο παγκάκι μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας μου. Δεν τον είχα δει ποτέ ξανά. Κρατούσε στα χέρια του έναν παλιό, ξεθωριασμένο φάκελο. Με κοίταξε αμέσως, μόλις πλησίασα.
Εσείς είστε η Κυριακή; με ρώτησε.
Σταμάτησα, κι η σακούλα με τα ψώνια χτύπησε ελαφρά το γόνατό μου.
Ναι Γιατί ρωτάτε;
Σηκώθηκε αργά. Ήταν περίπου πενήντα χρονών, με γκριζαρισμένα μαλλιά κι κουρασμένα μάτια.
Σας ψάχνω εδώ κι δύο μέρες, είπε χαμηλόφωνα.
Ένιωσα μια σφίξη στο στήθος.
Για ποιο λόγο;
Μου έδωσε το φάκελο.
Αυτό πρέπει να είναι στα χέρια σας.
Ο φάκελος είχε βάρος. Τον άνοιξα προσεκτικά. Μέσα βρήκα μια παλιά φωτογραφία. Ήμουν εγώ. Πολύ νεότερη. Στεκόμουν σε μια στάση λεωφορείου στη Νέα Σμύρνη, με ένα βιβλίο στο χέρι και σακίδιο στην πλάτη. Θυμόμουν εκείνη τη μέραπριν σχεδόν είκοσι χρόνια.
Από πού το βρήκατε; ρώτησα.
Ο άντρας χαμογέλασε λυπημένα.
Από τον αδελφό μου.
Μουδιάζει το στομάχι μου.
Δεν έχω αδελφό.
Όχι όχι εσείς. Ο αδελφός μου ήταν αυτός που σας φωτογράφισε.
Κάθισα στο παγκάκι, γιατί ξαφνικά ένιωσα ζάλη.
Γιατί το έκανε;
Γιατί τότε ήταν ερωτευμένος μαζί σας.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά. Από τον δρόμο έφταναν ήχοι από αυτοκίνητα και κάπου μακριά ακούστηκε το γάβγισμα ενός σκύλου.
Ποτέ δεν τον είδα, ψιθύρισα.
Τον είχατε δει.
Πότε;
Ο άντρας κάθισε δίπλα μου.
Καθημερινά στεκόταν στη στάση. Ήταν εκεί κάθε πρωί.
Προσπάθησα να θυμηθώ. Χειμωνιάτικα πρωινά, κόσμος κρατώντας καφέ σε πλαστικά ποτήρια, λεωφορεία.
Υπήρχε τότε ένας άντρας με σκούρο μπουφάν και φωτογραφική μηχανή; ρώτησε.
Και τότε, κάτι ξύπνησε μέσα μου. Ένας άντρας που πάντα στεκόταν λίγο πιο πέρα. Άλλοτε διάβαζε εφημερίδα, άλλοτε κοιτούσε απλώς τον κόσμο.
Ναι ψιθύρισα.
Ο άντρας έγνεψε.
Αυτός ήταν.
Κοίταξα πάλι τη φωτογραφία.
Γιατί μου το δίνετε τώρα;
Έμεινε σιωπηλός για λίγο.
Γιατί ο αδελφός μου έφυγε από τη ζωή την περασμένη εβδομάδα.
Κράτησα σφιχτά τη φωτογραφία.
Και άφησε αυτό;
Ναι.
Έβγαλε κι ένα μικρό σημείωμα από τον φάκελο. Το άνοιξα. Το γράψιμο ήταν προσεκτικό.
«Αν τη βρεις ποτέ, πες της πως ήταν το ομορφότερο πράγμα που είδα κάθε πρωί.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
Σκέφτηκα… Πόσες φορές προσπερνάμε ανθρώπους που επηρεάζουν τη ζωή μας, χωρίς να το αντιληφθούμε, χωρίς καν να τους θυμηθούμε.
Κοίταξα τον άντρα δίπλα μου.
Γιατί δεν μου μίλησε ποτέ;
Χαμογέλασε μελαγχολικά.
Νόμιζε πως ήσασταν πολύ ευτυχισμένη για να σας ανησυχήσει.
Σιωπή.
Κρατούσα τη φωτογραφία και προσπαθούσα να θυμηθώ το πρόσωπό του. Δεν μπορούσα.
Ίσως το πιο περίεργο συναίσθημα να είναι όταν αντιλαμβάνεσαι πως ήσουν η ανάμνηση κάποιου χωρίς να το μάθεις ποτέ.
Αναρωτιέμαι… Αν ήξερα νωρίτερα ότι κάποιος σκεφτόταν εμένα τόσα χρόνια, θα το ήθελα;Σήκωσα τα μάτια στον ήλιο, που έδυε πίσω από τα κτίρια, αφήνοντας μια χρυσή λάμψη πάνω στο παγκάκι και στα χέρια μας. Ήθελα να πω κάτι, αλλά οι λέξεις χάνονταν ανάμεσα στα δάκρυα που σκουπίζαμε με αμήχανα χαμόγελα.
Δίπλα μου ο άντρας σηκώθηκε αργά, άφησε το χέρι του πάνω στη δική μου, σα χαιρετισμό και αναχώρησε σιωπηλά. Έμεινα εκεί, κρατώντας το παλιό χαρτί, νιώθοντας σαν να άνοιξα ένα παράθυρο σε μια άλλη ζωή που πέρασε διακριτικά δίπλα από τη δική μου.
Όταν σηκώθηκα, η φωτογραφία έμοιαζε να ζεσταίνει το χέρι μου. Κατευθύνθηκα προς το σπίτι, έχοντας την αίσθηση πως, για πρώτη φορά, κάπου κάποιος αναγνώρισε τις στιγμές μου.
Στο κατώφλι, γύρισα για μια τελευταία ματιά στο παγκάκι. Έμεινε άδειο, μα δεν αισθάνθηκα πια μοναξιά. Μερικά βλέμματα δεν χάνονταιμένουν εκεί, στην ανάμνηση των πρωινών που περπατήσαμε χωρίς να ξέρουμε πως κάποιος μας έβλεπε όμορφους.
Στάθηκα για λίγο, κρατώντας το χαμόγελο και τη θλίψη μαζί, κι ύστερα μπήκα σπίτι, αφήνοντας τη πόρτα να κλείσει απαλά, με την καρδιά μου γεμάτη από κάτι νέομια τρυφερή, αόρατη συντροφιά που θα με συνόδευε κάθε φορά που θα έβγαινα ξανά στον κόσμο.


