Όταν ήμουν 24 χρονών, πήρα τη δυσκολότερη απόφαση της ζωής μου: άφησα τις δύο μου κόρες στη μητέρα μου. Η μεγάλη ήταν πέντε, η μικρή μόλις τριών. Δούλευα δώδεκα ώρες τη μέρα, δεν είχα σε ποιον να τις αφήσω, δεν υπήρχαν χρήματα, ο πατέρας τους μας είχε εγκαταλείψει και εγώ δεν ήξερα πώς να τα βγάλω πέρα. Η μητέρα μου μού είπε ότι θα τις πρόσεχε «μέχρι να τα καταφέρω», κι εγώνέα, φοβισμένη και απελπισμένησυμφώνησα, πιστεύοντας πως θα ήταν για λίγους μήνες. Μα οι μήνες έγιναν χρόνια.
Στην αρχή πήγαινα κάθε Σάββατο και Κυριακή να τις βλέπω. Ήταν ακόμα μικρές και δεν καταλάβαιναν γιατί δεν έμενα στο ίδιο σπίτι. Κάθε επίσκεψη ήταν ένα μείγμα αγκαλιών και ερωτήσεων, στις οποίες δεν τολμούσα ν απαντήσω χωρίς να λυγίσω:
«Γιατί δεν μένεις;»
«Γιατί κοιμάσαι αλλού;»
«Πότε θα γυρίσεις;»
Η μητέρα μου τις καθησύχαζε λέγοντας «δουλεύει πολύ η μαμά σας», αλλά η αλήθεια ήταν πως τις έβλεπα σιγά-σιγά να τη φωνάζουν «μαμά» χωρίς καν να το συνειδητοποιούν.
Όταν η μεγάλη έγινε οχτώ κι η μικρή έξι, πια δεν με γύρευαν όπως παλιά. Με αγκάλιαζαν βιαστικά και έτρεχαν στη γιαγιά τους. Εγώ έμενα ακίνητη, νιώθοντας επισκέπτρια κι όχι μητέρα. Ένα απόγευμα η μικρή έπεσε στο παιχνίδι κι όταν πήγα να τη σηκώσω, τράβηξε το χέρι της και φώναξε: «Αγαπάω τη μαμά!»εννοώντας τη μητέρα μου. Τότε κατάλαβα πως κάτι ράγισε, χωρίς καμιά ελπίδα να κολλήσει.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ προσπαθούσα «να τις ξανακερδίσω» όπως μπορούσα: ρούχα, δώρα, γλυκά, βόλτεςό,τι γινόταν. Κάθε φορά που πήγαινα, έπαιρνα ένα βιαστικό «γεια» κι οι μικρές συνέχιζαν το παιχνίδι τους. Η μητέρα μου, χωρίς κακία, έπαιρνε όλες τις αποφάσεις: σχολείο, εμβόλια, υποχρεώσεις, άδειες. Εγώ ήμουν εκείνη που έφερνε πράγματα, αλλά δεν ήμουν εκείνη που μετρούσε στ αλήθεια.
Μεγάλωσαν έτσιβλέποντάς με σαν «τη θεία που φέρνει κάτι», κι όχι τη γυναίκα που τις έφερε στον κόσμο.
Όταν ξεκίνησαν το σχολείο, έγινε ακόμη πιο πικρό. Στις συναντήσεις με τους δασκάλους, μιλούσαν μόνο στη μητέρα μου. Σε μένα απευθύνονταν: «Εσείς είστε η θεία;» Κι οι κόρες μου δεν διόρθωναν κανέναν.
Μια φορά προσπάθησα να υπογράψω ένα χαρτί για εκδρομή και η μεγάλη ψιθύρισε:
«Όχι, δεν μπορείς εσύ. Η μαμά πρέπει να το υπογράψει.»
Εκείνη τη μέρα μπήκα στην τουαλέτα του σχολείου και έκλαψα αθόρυβα, μην με ακούσει κανείς.
Όταν μεγάλωσαν, προσπάθησα να τους εξηγήσω γιατί έλειπα. Τους είπα πώς έζησα, τι πέρασα, για τη μάχη να επιβιώσω. Άκουγαν σιωπηλές, μα τίποτα δεν άλλαξε.
Η μεγάλη μου είπε πως δεν ήξερε αν έπρεπε να με ευχαριστήσει ή να μου κρατάει θυμό, γιατί «δεν νιώθει πια τίποτα».
Η μικρή ήταν άμεση:
«Δεν ήσουν εκεί. Δεν μπορώ να βρω συναίσθημα που δεν υπάρχει.»
Σήμερα είμαι 61 ετών. Οι κόρες μου μου μιλάνε, έρχονται να με δουν στις γιορτές, με αγκαλιάζουν… αλλά δεν με λένε «μαμά». Είμαι κομμάτι της ζωής τους, μα όχι στη θέση που μου άξιζε.
Κι ενώ ξέρω πως το παρελθόν δεν αλλάζει, ακόμα πονάει. Πονάει να βλέπεις τη ζωή τους να προχωράει χωρίς εσένα. Αυτό που έμαθα, όμως, είναι πως κάποιες πληγές δεν κλείνουν ποτέ, αλλά η αγάπη αντέχει, ακόμα κι όταν χάνει το όνομά της.




