Όταν ήμουν τριάντα ετών, ήμουν εκείνη η γυναίκα που όλοι έλεγαν πως «έχει όλον τον κόσμο μπροστά της». Είχα μια καλή δουλειά σε γραφείο στο κέντρο της Αθήνας, ενοικίαζα το δικό μου διαμέρισμα, ταξίδευα μόλις μου ερχόταν η διάθεση, και τα Σαββατοκύριακα έβγαινα με φίλες για φαγητό, κινηματογράφο ή χορό.
Εκείνα τα χρόνια είχα σχέση με τον Ανδρέα, σχεδόν πέντε χρόνια ήμασταν μαζί. Κάθε φορά που ανέφερε την ιδέα «να κάνουμε κάποτε ένα παιδί», με έπιανε μία ψυχρή ταραχή. Του έλεγα ότι δεν μπορώ να με φανταστώ με πάνες και χαμένες νύχτες χωρίς ύπνο. Εκείνος άλλαζε θέμα χωρίς να επιμένει. Είχα αφοσιωθεί στις οικονομίες μου, στην εκπαίδευση, στα πτυχία, στα καινούρια ταξίδια. Δε σκεφτόμουν τη μητρότητα.
Στα τριανταεπτά γνώρισα το Νίκο· νόμιζα ότι ίσως υπήρχε προοπτική. Εκείνος όμως είχε ήδη ένα παιδί από προηγούμενο γάμο πράγμα που εγώ τότε έκρινα «πολύ μεγάλη ευθύνη». Μια μέρα μου πρότεινε να μείνουμε μαζί, επιμένοντας όμως ότι κάποτε ήθελε άλλο ένα παιδί. Φοβήθηκα και απομακρύνθηκα. Απλώς σταμάτησα να απαντάω στα μηνύματά του ώσπου το κατάλαβε.
Θυμάμαι τη Μαριάννα, την αδελφή μου, να μου λέει:
«Θα το μετανιώσεις που άφησες έναν καλό άνδρα μόνο και μόνο επειδή δε θέλεις να γίνεις μάνα.»
Γέλασα τότε. Νόμιζα υπερέβαλε.
Στα σαράντα πέντε ήμουν στην κορυφή της καριέρας μου. Πήρα προαγωγή, πληρωνόμουν καλά, ταξίδεψα, αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο, έβαψα μόνη μου όλο το σπίτι. Ενιωθα περήφανη για όσα είχα καταφέρει.
Όμως όσο γιόρταζα τις επιτυχίες μου, έβλεπα τις φίλες μου τα παιδιά τους στο νηπιαγωγείο, στο σχολείο, στους αγώνες, στις σχολικές γιορτές. Έλεγα στον εαυτό μου:
«Τι χάος… δε θα άντεχα!»
Πίστευα ακράδαντα ότι η ζωή μου ήταν πιο ήρεμη.
Στα πενήντα δύο η Μαριάννα αρρώστησε σοβαρά και χρειάστηκε χειρουργείο. Τα παιδιά της ήταν διαρκώς δίπλα φροντίδες, βάρδιες, έγγραφα, φαγητά, παρέα στο νοσοκομείο. Εγώ ένιωσα τελείως άχρηστη.
Αν τύχαινε σε μένα κάτι τέτοιο, δεν είχα κανέναν να φωνάξω. Καθόμουν στης Ευαγγελισμού τη μεγάλη αίθουσα αναμονής και, πρώτη φορά, μου πέρασε από το μυαλό:
«Κι αν μια μέρα στη θέση της είμαι εγώ; Ποιος θα σταθεί δίπλα μου;»
Τότε ήρθε η πρώτη μικρή μετάνοια. Αθόρυβη, ήπια αλλά εμφανίστηκε.
Στα εξήντα έχασα τη μητέρα μου. Και τα πάντα έπεσαν στις πλάτες μου: γραφειοκρατία, κηδεία, λογαριασμοί, άδειασμα του σπιτιού της. Τα ανίψια μου βοήθησαν, αλλά είχαν τα δικά τους σπίτια, παιδιά, υποχρεώσεις.
Εκείνη τη νύχτα, κοιμήθηκα μόνη, τριγυρισμένη από σακούλες με τα ρούχα της, και πρώτη φορά ήρθα τελείως αντιμέτωπη με κάτι που τόσα χρόνια αρνιόμουν:
Δεν υπήρχε κάποιος που να με χρειάζεται.
Δεν υπήρχε κάποιος που να στηρίζεται σε μένα.
Δεν υπήρχε κάποιος να σπάσει τη σιωπή.
Πρώτη φορά σκέφτηκα:
«Ίσως και να ήμουν καλή μάνα»
Οι Κυριακές έγιναν δύσκολες. Οι αδελφές μου μαζεύονται με παιδιά, εγγόνια, γαμπρούς, νύφες. Τα σπίτια τους γεμίζουν με φωνές, γέλια, ζωή.
Εγώ; Κάθομαι ήσυχα σε μια καρέκλα, παρούσα αλλά στο πλάι. Όχι επειδή με παραμελούν, αλλά επειδή δεν έχω ρόλο πια σ αυτόν τον κύκλο. Είμαι «η θεία», «η αδελφή», ποτέ όμως «η μητέρα».
Τα Χριστούγεννα ακόμα χειρότερα. Όλοι ετοιμάζουν οικογενειακά τραπέζια. Εγώ είμαι προσκεκλημένη, ποτέ οικοδέσποινα. Ποτέ το κέντρο του κόσμου κάποιου άλλου.
Τώρα, στα εξήντα επτά μου, σηκώνομαι μόνη μου, τρώω μόνη μου, ψωνίζω μόνη, πληρώνω μόνη. Αυτό δεν είναι τραγωδία. Είναι απλώς αλήθεια.
Όταν κάτι πάθω, παίρνω ταξί, πηγαίνω μόνη στα επείγοντα, κάθομαι στην αίθουσα περιμένοντας μ ένα τσαντάκι στα γόνατα, χωρίς κανείς να ρωτήσει για μένα.
Όταν είμαι στεναχωρημένη, κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Όταν μου συμβεί κάτι καλό τη μέρα δηλαδή που εξόφλησα το σπίτι δεν ήταν κανείς να χαρεί μαζί μου.
Καμιά φορά στέκομαι στο παράθυρο και βλέπω τους γείτονες να δέχονται επισκέψεις από παιδιά και εγγόνια.
Εγώ τέτοιους επισκέπτες δεν έχω.
Δεν έχω σε ποιον να αφήσω τα πράγματά μου.
Δεν έχω σε ποιον να αφηγηθώ την ιστορία μου.
Δεν μετανιώνω που δεν υπέκυψα στις κοινωνικές πιέσεις.
Μετανιώνω μόνο που κατάλαβα πολύ αργά πως η ζωή δεν είναι ατελείωτη.
Ναι, ο καθένας μπορεί να ζήσει όπως θέλει
Μα όταν βαραίνουν τα χρόνια, μένει μία μοναδική ευχή:
Να υπάρχει κάποιος να σε κρατήσει όταν το χρειαστείςΚι όμως, μια μέρα του Ιανουαρίου, άκουσα το κουδούνι να χτυπά. Ήταν η μικρή Ελένη, η κόρη της ανιψιάς μου. Κρατούσε ένα βιβλίο και μια σακούλα κουλουράκια. Έκατσε δίπλα μου στον καναπέ και μου είπε:
«Θεία, να μου διαβάσεις;»
Την κοίταξα στα μάτια και, εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα πως υπάρχει πάντα ένας τρόπος να μπαίνει φως στη ζωή μας έστω κι από μια μικρή χαραμάδα. Δεν έγινα ποτέ μητέρα, μα έγινα παραμυθού και λιμάνι για ένα μικρό παιδί που χρειαζόταν παρέα, για μια ψυχή που μου άπλωσε το χέρι όταν εγώ πίστευα πως κανείς δε θα το κάνει.
Καμιά φορά το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται στα μεγάλα, στα πολυπόθητα «αν είχα». Κρύβεται στα μικρά δώρα της στιγμής: μια αγκαλιά, μια ιστορία, μια ακόμη μέρα που κάποιος σε θυμήθηκε.
Κοίταξα την Ελένη και άρχισα να της διαβάζω. Η φωνή μου ταξίδεψε στο σαλόνι, έσπασε τη σιωπή μου, κι έγινε το παραμύθι που δε μου χάρισε η ζωή μα που μπορώ εγώ να χαρίσω τώρα στους άλλους.
Στο τέλος της ιστορίας, η Ελένη γύρισε και με αγκάλιασε σφιχτά. Κι εγώ, πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα ότι ίσως, με τον δικό μου τρόπο, ήμουν πάντα κομμάτι μιας οικογένειας.
Ότι η μοναξιά, τελικά, αφήνει χώρο και στη θαλπωρή, αν της ανοίξεις μια μικρή πόρτα.
Κι έτσι, ξεκίνησα να γράφω την ιστορία μου για να τη χαρίσω σε όποιον βρεθεί μια μέρα να ψάχνει λίγη συντροφιά, λίγο φως, ένα παραμύθι. Ίσως, τελικά, αυτό να είναι αρκετό.




