Άκου, όταν ήμουν μικρή, πάντα ονειρευόμουν να μεγαλώσω, να κάνω ό,τι μου γουστάρει: να τρώω ό,τι θέλω, να ξαπλώνω όποτε μου καπνίσει, να βγαίνω έξω χωρίς να ρωτάω κανέναν. Τώρα γελάω με εκείνο το αθώο κοριτσάκι που ήμουν κάποτε. Η πραγματικότητα με χτύπησε σαν κεραμίδα τη μέρα που έμεινα μόνη μου: καθάρισμα, μαγείρεμα, ενοίκιο, λογαριασμοί, ψώνια και όλα αυτά με έναν μισθό, που με το ζόρι έφτανε. Νόμιζα ότι ελευθερία είναι να διαλέξω τι θα φάω για βραδινό. Δεν είχα ιδέα ότι ελευθερία είναι να υπολογίζω αν τα ευρώ θα φτάσουν για μακαρόνια ΚΑΙ σαπούνι την ίδια εβδομάδα.
Μια μέρα κατάλαβα πως είχα μέρες ολόκληρες να κάτσω σαν άνθρωπος στο τραπέζι για πρωινό. Ξυπνούσα, έκανα ένα γρήγορο ντους, τακτοποιούσα το κρεβάτι όπως-όπως, κι έτρεχα να προλάβω το λεωφορείο. Στο δρόμο αναρωτιόμουν αν απάντησα στο mail του αφεντικού, αν πρόλαβα να πληρώσω το ίντερνετ πριν τη Παρασκευή κι αν η κάρτα μου έχει φτάσει το όριο. Η «ελευθερία των ενηλίκων» τελικά είναι μια λίστα με δουλειές, όχι όνειρο που έχει πραγματοποιηθεί.
Όταν γύριζα σπίτι, η κούραση έπεφτε πάνω μου σαν βαρίδι. Άνοιγα το ψυγείο με την ελπίδα να βρω κάτι που να γίνεται μόνο του. Όχι, βέβαια πλύσιμο, κόψιμο, μαγείρεμα, πλύσιμο πάλι. Συχνά απλά έτρωγα ψωμί με φέτα, μόνο και μόνο για να μην βάλω τηγάνι στο νεροχύτη. Κι όμως, ούτε και τότε ξεκουραζόμουν, γιατί το μυαλό μου ψιθύριζε: ο λογαριασμός του νερού είναι πάνω από τα συνηθισμένα, πρέπει να δω τη διαρροή στο μπάνιο, τα ρούχα που άφησα από το πρωί τώρα μυρίζουν γιατί τα ξέχασα να τα απλώσω.
Οι φίλες μου πάντα λέγανε: «Πάμε για καφέ». Κάθε φορά που προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε, όλο και κάτι τύχαινε: η μία έκανε υπερωρίες, η άλλη έπρεπε να προσέχει τη γιαγιά της, κάποια δεν είχε λεφτά, κι άλλες απλά ήταν εξαντλημένες. Σαν μαθήτριες βλεπόμασταν κάθε μέρα, τώρα ως ενήλικες περνάνε εβδομάδες και μήνες χωρίς να συναντηθούμε. Κι όταν τελικά συναντιόμασταν, όλη η κουβέντα ήταν για την κούραση, τους λογαριασμούς, ή πόσο μας πονάει η μέση. Είμαστε νέες κι όμως ακούγαμε σαν ογδοντάρες.
Το πιο δύσκολο ήταν να καταλάβω πως αληθινή ξεκούραση δεν υπάρχει. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα ήταν γεμάτα υποχρεώσεις: πλύσιμο, καθάρισμα, οργάνωση εβδομάδας, ψώνια, επισκευές όλο κάτι έπρεπε να γίνει. Μια μέρα, Σάββατο μεσημέρι, έπιασα τον εαυτό μου να κλαίει ώρα που έπλενα το πάτωμα γιατί σκέφτηκα: «Ακόμα κι όταν ξεκουράζομαι, δεν ξεκουράζομαι». Παιδί τα έλεγα όλα αυτά ελευθερία, αλλά με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβα πως τελικά κάνω όλα όσα οι μεγάλοι κάποτε έκαναν για μένα. Και τώρα; Δεν έχει κανείς να βοηθήσει.
Κι η δουλειά δεν ήταν όπως πίστευα. Νόμιζα ότι θα προσφέρει ικανοποίηση. Δεν ήξερα ότι πρέπει να χαμογελάω όταν δεν έχω κουράγιο, να υπομένω ανούσιες παρατηρήσεις, να κυνηγάω στόχους που αλλάζουν κάθε εβδομάδα και να βλέπω τα περισσότερα από τα ευρώ μου να εξαφανίζονται για πράγματα που ούτε καν βλέπω. Μια μέρα καθόμουν και σκεφτόμουν αν θα φάω lunch ή αν καλύτερα να κρατήσω τα χρήματα για την κάρτα του μετρό. Κανείς δεν σου το λέει αυτό όταν είσαι παιδί. Κανείς δε σου εξηγεί πως η ενήλικη ζωή είναι απλά μια σειρά νοητικών λογαριασμών.
Νόμιζα πως το να μεγαλώνεις σημαίνει ελευθερία. Τελικά, είναι ένα περίεργο «μπαλαντέρ» ανάμεσα στην κούραση, τις ευθύνες και κάποιες μικρές, σύντομες στιγμές γαλήνης.




