Όσο προχωράει ο καιρός, τόσο πιο δικός σου γίνεται ο τόπος…
Ξέρεις κάτι, εγγονάκι μου καλό! Άμα τόσο πολύ σας ενοχλώ, υπάρχει μόνο μια λύση. Ούτε στις κόρες μου θα πηγαίνω πια, ούτε θα τριγυρνάω σε φίλες και γνωστές. Και μην ακούσω κουβέντα για να βρω κανένα παππού! Τι σκεφτήκατε πάλι; Να με παντρέψετε στα γεράματα;
Γιαγιά, αυτό σου λέω τόσο καιρό κι εγώ και η μαμά! Πήγαινε σε σπίτι ηλικιωμένων, κάνε το σπίτι σε μένα, θα σου κανονίσει η μαμά ωραίο δωματιάκι εκεί, θα έχεις παρέα γειτόνισσες, δε θα ενοχλείς κι εμάς. Έτσι γίνεται παντού.
Εγω δεν αφήνω το σπίτι μου με τίποτα, σου το λέω, Σταύρο. Αν τόσο σε ενοχλώ, πάρε τον δρόμο σου. Νέος είσαι, έξυπνος, βρες μόνος σου σπίτι, ζήσε όπως θες. Σπούδασες δεν ήθελες, τότε δούλεψε! Κι αλλάζεις και κοπέλες κάθε τρεις και λίγο. Εγώ είμαι γυναίκα στην τρίτη ηλικία, σε ένα μήνα κλείνω τα 65, θέλω λίγη ησυχία και γαλήνη.
Δυο χρόνια γυρνούσα πάνω-κάτω, φτάνει πια, καιρός ήταν να επιστρέψω σπίτι. Δεν είναι σωστό να με διώχνει το ίδιο μου το εγγόνι απ το σπίτι μου, και να ζω εσείς με τις αρραβωνιάρες σας με τη σύνταξή μου.
Δεν είναι ανεξάντλητη η σύνταξή μου, αγόρι μου! Σου δίνω μια βδομάδα καιρό. Δεν βρεις σπίτι; Πήγαινε σε φίλους και γνωστές, ή σ αυτήν σου τη πώς τη λένε πια, όλο ξεχνάω, πάντως σήμερα να μην την ξαναδώ σπίτι μου! Ακούς εκεί, να με παντρέψουν ή να με στείλουν σε γηροκομείο!
Ο Σταύρος κάτι πήγε να πει, αλλά η Λήδα δε τον άκουγε, πήγε στην κάμαρά της, έκλεισε την πόρτα και ένιωσε πονοκέφαλο φριχτό. Ήθελε χαπάκι, αλλά να πάει ως την κουζίνα σήμαινε να συναντήσει τον εγγονό κάτι που δεν είχε κέφι. Ευτυχώς, είχε μια μπουκάλα ανθρακούχο νερό δίπλα της ίσα που έφτανε για το χάπι.
***
Και να σκεφτείς, ούτε η ίδια η Λήδα περίμενε τόση αποφασιστικότητα από τον εαυτό της! Όλο μάζευε μέσα της το παράπονο αυτά τα δύο χρόνια, έτρεχε όπου την καλούσαν, πότε στη μια κόρη, πότε στην άλλη, κι άμα της έκαναν νόημα πως παραέκατσε, μάζευε τα πράγματα κι έφευγε σπίτι της.
Και τώρα, έχει κατσικωθεί στο σπίτι της το εγγονάκι, ο Σταύρος, τριανταφεύγα χρονών, με μόνιμη γκόμενα, κάθε βδομάδα διαφορετική, και πάντα η γιαγιά να τους ενοχλεί αναπνέει από δίπλα, βήχει λίγο, τους χαλάει το ρομάντζο.
Γιαγιά, γιατί δεν πας διακοπές σε κανέναν γνωστό; Να μείνουμε με τη Δάφνη, τη Μαρίνα, τη Φωτεινή, την Ήβη (όποια να ΄ναι, δεν κρατάνε πολύ), να απολαύσουμε το σπίτι.
Κάθε τόσο η Λήδα να τρέχει, πότε στη θεία, πότε σε γειτόνισσα παλιά, πότε σε παλιά συνάδελφο στην αρχή χαρά εκείνες, μετά όμως, με τόσο συχνές επισκέψεις, άρχισαν να δυσανασχετούν. Το κατάλαβε κι εκείνη.
***
Και τη στιγμή που δεν είχε πια που να πάει για να φιλοξενηθεί, γέννησε η μεγάλη κόρη. Στην Αθήνα, μεγάλη πόλη· τρέχα-γύρευε με στεγαστικό και το μεγάλο παιδί στο σχολείο, δεν ήταν μέρος για μακροχρόνια άδεια μητρότητας οπότε η γιαγιά Λήδα ήταν σωτήρια λύση.
Έφυγε η Λήδα για την Αθήνα. Τον πρώτο καιρό όλα μέλι-γάλα: ζεστά φαγητά, καθαριότητα, εγγονάκια πάνω-κάτω περιποιημένα. Μετά από κάποιους μήνες, ο γαμπρός, που παρεμπιπτόντως ήταν μόλις δέκα χρόνια μικρότερος από κείνη, άρχισε τα σχόλια.
Κυρία Λήδα! Μη ξαναπάρεις τέτοια λουκάνικα, δηλητήριο σκέτο είναι. Και γιατί να τρώμε λουκάνικα; Δε μπορείς, μέρα-νύχτα στο σπίτι, να φτιάξεις ένα φαγητό της προκοπής; Κανένα μπιφτέκι, καμιά χοιρινή;
Κυρία Λήδα! Καλά τα μπιφτέκια, αλλά πολλά λεφτά ξοδεύεις στα ψώνια! Πιο οικονομικά να το πας!
Κυρία Λήδα! Εγώ βόδι είμαι να μασάω χορταρικά; Εντάξει η οικονομία, αλλά λίγο κρέας θες στη διατροφή!
Και όλα είχαν ένα παράπονο. Όλο και κάτι περίμεναν από την καημένη τη γιαγιά, να ναι δασκάλα χωρίς αμοιβή για τη μεγαλύτερη εγγονή, για ποιο λόγο, αφού είναι η ίδια στο σπίτι, να πληρώνουν ιδιαίτερα;
Και μην φανταστείς, κι η εγγονή η μεγάλη δύστροπη τετάρτη Δημοτικού, αλλά γκρίνια: «Γιαγιά, ντύνεσαι σαν τη δεκαετία του 80 και με ξεφτιλίζεις μπροστά στη φίλες, και με ζαλίζεις με τα μαθήματα!»
«Γιαγιά, τι ήρθες; Πήγαινε πίσω στο χωριό σου, κάνε εκεί κουμάντο!»
Η Λήδα όλα τα άντεχε. Έβαζε λεφτά απ τη σύνταξη για καλό κρέας να είναι ευχαριστημένος ο γαμπρός, έδινε χρήματα στην εγγονή για να ξεχαστεί η ντροπή, βοηθούσε και τον εγγονό Σταύρο, το ρεμάλι, για να πληρώνει ρεύμα-νερό. Άσ τα.
Στην κόρη γκρίνια να μην πει, αυτή μόνο τον άντρα της ακούει τον τσίμπησε από άλλη οικογένεια, του χάρισε δυο παιδιά, δεν του χαλά χατίρι.
Όταν μπήκε η μικρή εγγονή στον παιδικό, τέλος και η ανάγκη για babysitting. Ήρθε ο γαμπρός και το είπε στα ίσια: «Κυρία Λήδα, πολύ σας ευχαριστούμε, δεν χρειαζόμαστε άλλο βοήθεια. Να πάτε στο σπίτι σας».
Ένιωσε ελεύθερη! Θέλει να ξαγρυπνήσει; Ξαγρυπνάει! Θέλει να κοιμηθεί νωρίς; Κοιμάται! Αλλά πού τέτοια τύχη Ο Σταύρος είχε χωθεί στο σπίτι της, μαζί με κοπέλα. Σκουπίδια, χάος και λογαριασμούς ξεχασμένους παρά λίγο να κόψουν το ρεύμα και το νερό.
Για να καθαρίσει το χάλι, πήρε δάνειο, πλήρωσε τα χρωστούμενα, τακτοποίησε τα πάντα. Πήρε μια ανάσα το καημένο το σπίτι. Και τότε άρχισε ο άλλος να γκρινιάζει: το σπίτι μικρό, δύο δωμάτια, κουζίνα, πού να κάνει ζωή όταν βήχει η γιαγιά στον διπλανό τοίχο
Και πάνω που αναστέναξε, η μικρή κόρη έμεινε έγκυος. Πάλι τα ίδια: «Έλα, μαμά, να με βοηθήσεις». Τι να κάνει και αυτή; Μάζεψε πάλι πράγματα κι έφυγε για κάποιο μήνα. Μόλις κατάλαβε ότι πάλι τους περίσσευε, έφυγε χωρίς να περιμένει να της το ζητήσουν.
Κι αν ήταν για συνεχίσει έτσι η Λήδα να τα αντέχει όλα, τα άλλαξε ένα περιστατικό με το που γύρισε σπίτι.
***
Ξανάκαθάρισε το σπίτι, χρέη δεν είχε πια γιατί προλάβαινε και πλήρωνε. Μονίμως «φορτωτική» στους νέους, ε, και πάλι τσακώθηκε:
Σταύρο, εγώ θα πάω σήμερα στην Κατερίνα για το γενέθλιο, θα γυρίσω αργά, κλείδωσε το σπίτι, θα μπω από την πίσω πόρτα για να μη σας ξυπνήσω.
Τι να το κάνεις κι επιστροφή; Μείνε εκεί, να ξεκουραστούμε κι εμείς.
Πώς να προλάβετε να κουραστείτε; Μια βδομάδα σπίτι είμαι!
Ε, κι η βδομάδα είναι καιρός. Δεν μένεις εκτός απόψε;
Όχι, θα γυρίσω.
Γιορτή μεγάλη! Πρώτα καφέ, μετά σπίτι στην εορτάζουσα με λίγες φίλες, γέλια, αναμνήσεις, ξέγνοιαστα. Η Κατερίνα κάποια στιγμή παίρνει τηλέφωνο και βγαίνει έξω. Επιστρέφει, και της λέει: «Σε πήρε η Αλεξάνδρα, τηλέφωνο, αν γίνεται να μείνεις εδώ απόψε».
Αλεξάνδρα; Γιατί να μείνω; Το είπα ήδη του Σταύρου πως θα γυρίσω!
Σταύρος πήρε τη μάνα του να της πει ότι θέλουν να μείνουν μόνοι, και του ενοχλείς. Γι αυτό σε πήρε η Αλεξάνδρα, να μείνει ήσυχος ο γιος της λίγο.
Καλά όλα καλά, ε; Μα εγώ μια βδομάδα μόνο είμαι σπίτι.
Ξέρεις, Λήδα, όταν όλα είναι καλά, τα παιδιά δεν παίρνουν τηλέφωνο ξένους να τους ζητήσουν να τους κρατήσουν τη μαμά τους. Προχτές πάλι, ήθελε να βρεις κανέναν χήρο με σπίτι στην άκρη για να πας εκεί, μπας και ξεκουμπιστείς από το δικό σου
Και τα είπε όλα στην Κατερίνα. Για τη μεγάλη κόρη, τη μικρή, τον εγγονό που δε δουλεύει, δε σπουδάζει, μόνο εδώ κάθεται και της φορτώνεται. Γιατί σπίτι είχε, αλλά αλλού ήταν πάντα ανεπιθύμητη.
Ούτε στο σπίτι μου δεν είμαι αφεντικό, Κατερίνα. Ο Σταύρος, μόλις τελείωσε το λύκειο, έφυγε στην Αλεξάνδρα στην Αθήνα. Ο άντρας της, ο σύντροφος της μεγάλης μου, δεν τον ήθελε. Ξαναγύρισε σε μένα. Ούτε φαντάρος πήγε, ούτε σχολή, μόνο στις πλάτες μου κάθεται.
Δε κάθησε τελικά στην Κατερίνα το βράδυ, γύρισε σπίτι. Εκεί τα είπε όλα, έξω από την καρδιά της, στον Σταύρο.
Σταύρος πήρε τη μάνα του, παραπονέθηκε ότι η γιαγιά ξεμωράθηκε και τον διώχνει. Η Αλεξάνδρα πήρε τηλέφωνο, τάχα να της κάνει παρατήρηση αλλά η Λήδα της είπε ό,τι είπε και στον εγγονό: Φτάνει πια.
Έφυγε ο Σταύρος, τελευταίο του λόγο να μην υπολογίζει στη βοήθειά του ποτέ ξανά. Εκείνη απόμεινε μόνη και για πρώτη φορά χαρούμενη. Επιτέλους λίγη ησυχία κουράστηκε να τους ικανοποιεί όλους χρόνια ολόκληρα. Και πριν μεγαλώσουν οι κόρες, τίποτα δε της βγαινε, και μετά μόνη της πάλευε τα πάντα. Κι όμως, κατάφερε να μεγαλώσει οικογένεια απλώς να θέλουν και να ζητάνε.
Δεν πάει, λέει, να είσαι τρίτης ηλικίας και να σε βγάζουν από το σπίτι σου τα παιδιάκαι τα εγγόνια σου; Τι ζωή είναι αυτή; Δικός σου ο χώρος και να είσαι περισσευούμενη!
Πέρασε καιρός, ο Σταύρος το μετάνιωσε, ζήτησε συγγνώμη. Η Λήδα τον είχε ήδη συγχωρέσει, αλλά πίσω σπίτι της δε τον ξαναβάζει. Να έρθει για επίσκεψη, όποτε θέλει για παρέα αλλά να μείνει ξανά μαζί της όχι.
Οι κόρες της επίσης, να βοηθήσει να φέρουν τα παιδιά στο χωριό, καθαρός αέρας και ασφάλεια στο δικό της σπιτικό. Εκεί είναι αφεντικό, εκεί ηρεμεί η ψυχή της.
Όσο προχωράει ο καιρός, τόσο αγαπάς τον τόπο σου. Και νομίζω, φίλε μου, πως έχει απόλυτο δίκιο η ΛήδαΠλέον κάθε πρωί η Λήδα ανοίγει τα παράθυρα κι αφήνει τον ήλιο να λούσει το μικρό της βασίλειο. Κάθε βήμα μέσα στο φιλόξενο σαλόνι, κάθε άγγιγμα στα παλιά, φθαρμένα τραπεζομάντηλα, την ανακουφίζει: επιτέλους ελεύθερη, επιτέλους μόνη αλλά ποτέ μοναχική. Ησυχία γεμάτη φωνές από το παρελθόν τα γέλια των παιδιών, τα χρόνια που έφτιαχνε κομπόστα τα καλοκαίρια, εκείνες οι Κυριακές στα τραπεζώματα.
Κι όσο ο καιρός κυλάει, νέες παρέες, ήσυχες και γνήσιες, φτάνουν στο σπίτι της παλιές φίλες που έκαναν χρόνια να ιδωθούν, γείτονες που βρίσκονται για ένα καφεδάκι και γλυκό του κουταλιού. Τα εγγόνια έρχονται με τα σχολικά τους προβλήματα και τις καρδιοχτύπια τους, αυτή τα ακούει χωρίς να νιώθει πια βάρος, μόνο γλυκιά νοσταλγία.
Ο τόπος πια την αγκαλιάζει, δεν τη διώχνει. Τώρα, αν κάποιος χτυπήσει την πόρτα της, ξέρει ότι δεν έρχεται για να ζητήσει, αλλά για να μοιραστεί. Και κάθε βράδυ που πέφτει ησυχία και νυχτώνει στο σπίτι, η Λήδα χαμογελά περήφανη για όλα όσα άντεξε, για όλα όσα κέρδισε και για όσα επιτέλους έμαθε να ζητά για τον εαυτό της:
Σ αυτό τον τόπο, λες κι αφήνει η ζωή ίχνη κι αυτή, βρήκε τον τρόπο να αφήσει το δικό της αποτύπωμα: όχι σαν απρόσκλητη φιλοξενούμενη, αλλά σαν σταθερή ρίζα, που όσες φορές κι αν την παραμερίσουν, ξαναβρίσκει τη θέση της.
Και στο τέλος της κάθε μέρας, κι ακόμα περισσότερο στο τέλος της ιστορίας, ξέρει πια καλά: όσο προχωράει ο καιρός, τόσο πιο δικός σου γίνεται ο τόπος κι εσύ πιο δικός του.




