Όσο πιο μακριά, τόσο πιο κοντά στην καρδιά… – Ξέρεις κάτι, εγγονέ μου γλυκέ! Άμα τόσο σας ενοχλώ, ένας μόνο δρόμος υπάρχει. Δεν πάω πια σε κόρες, ούτε θα τριγυρνάω σε φίλους και φίλες. Και έναν παππού να ψάξω, δεν χρειάζεται. Κοίτα τι σκαρφίστηκαν! Να με παντρέψουν στα γεράματα! – Γιαγιά, εδώ και καιρό σου το λέω! Κι η μάνα το ίδιο σου λέει! Πήγαινε σε γηροκομείο. Μεταβίβασε το σπίτι σε μένα, θα σου δώσουν ένα δωματιάκι εκεί, η μάνα θα κανονίσει. Θα έχεις παρέα, γειτόνισσες δίπλα σου, δεν θα μας εμποδίζεις. – Εγώ από το σπίτι μου δεν φεύγω πουθενά. Άκουσέ με, Σάββα. Αν σου κάνω εμπόδιο, η πόρτα είναι ανοιχτή, βγες στον δρόμο. Είσαι νέος, έξυπνο μυαλό έχεις. Βρες ένα διαμέρισμα και ζήσε όπως θέλεις. Αφού δεν θέλησες να σπουδάσεις, πήγαινε να δουλέψεις. Φέρε δεσποινίδες κάθε μέρα αν θες. Εγώ είμαι μεγάλη γυναίκα, σε ένα μήνα θα κλείσω τα 65, χρειάζομαι ησυχία και γαλήνη. Αρκετά περιπλανήθηκα δυο χρόνια, ώρα να επιστρέψω σπίτι μου. Δεν είναι σωστό, εγγονέ, να με διώχνετε από το ίδιο μου το σπίτι και να ζείτε με τις νύφες σας από τη σύνταξή μου. Δεν είναι ανεξάντλητη η σύνταξή μου. Μια βδομάδα σου δίνω καιρό. Δεν βρεις σπίτι, πήγαινε σε φίλους και φιλενάδες. Ή σε αυτήν τη δική σου, πώς τη λένε – όλο τη ξεχνάω – να μην είστε σήμερα στο σπίτι ΜΟΥ. Έλεος, μια με θέλετε να παντρευτώ στα γεράματα, μια να με στείλετε σε γηροκομείο! …Ο εξαγριωμένος εγγονός πάει να απαντήσει, αλλά η Λυδία Παπαδοπούλου ούτε που τον άκουγε πια· μπήκε σιωπηλή στο δωμάτιό της και κλείδωσε πίσω της την πόρτα. Το κεφάλι της την πονούσε φρικτά. Ίσως να έπρεπε να πάρει ένα χάπι, μα δεν ήθελε να περάσει από την κουζίνα και να συναντήσει τον εγγονό. Έριξε μια ματιά στο μικρό δωμάτιο και είδε ένα πλαστικό μπουκάλι με τα τελευταία σταγόνες ανθρακούχου. Ωραία, μια γουλιά φτάνει… *** Η Λυδία δεν περίμενε τόση αποφασιστικότητα απ’ τον εαυτό της. Είχε μαζέψει μέσα της αγανάκτηση, τόσα χρόνια σιωπή, τρέξιμο από την πρώτη κόρη στη δεύτερη, κι ύστερα στο ίδιο υπονοούμενο «μαμά, μήπως έμεινες πολύ;» γυρνούσε πάλι πίσω στο σπίτι της. Και τώρα ο εγγονός, ένας 20χρονος αχαΐρευτος, έχει κάνει κουμάντο στο σπιτάκι της. Τη μια με μια κοπέλα, την άλλη με άλλη, κι η γιαγιά πάλι ενοχλητική, ροχαλίζει και βήχει, χαλώντας το ρομάντζο… – Γιαγιά, δεν πας κάπου καλεσμένη, για να μείνουμε λίγο μόνοι με τη Δάφνη, τη Μάγδα, τη Βάλια, την Ίριδα (όποια από τις εναλλασσόμενες υπάρξει…) Κι η Λυδία Παπαδοπούλου τρέχει πότε στην ξαδέρφη, πότε στη κουμπάρα, πότε στη συνάδελφο, να μην ενοχλεί τα παιδιά. Στην αρχή ήταν χαρούμενοι οι φίλοι, αλλά όταν η επίσκεψη έγινε εβδομαδιαία, η χαρά χάθηκε — και κατάλαβε η Λυδία πως κουράζει. *** Την ώρα που ούτε επισκέψεις δεν έμεναν πια, η μεγαλύτερη κόρη γέννησε. Ζωή στην Αθήνα, δάνειο, ο μεγάλος στο δημοτικό· δεν την έπαιρνε για άδεια μητρότητας και η γιαγιά χρειαζόταν… Η Λυδία έφυγε για το σπίτι της κόρης. Στην αρχή όλα καλά: φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, καθαρό σπίτι, περιποιημένα εγγόνια. Μετά από μήνες, ο γαμπρός — μόλις 10 χρόνια μικρότερός της — άρχισε να δυσανασχετεί: – Κ. Παπαδοπούλου! Μην ξαναγοράσετε τέτοια λουκάνικα· θα δηλητηριαστούμε. Και γιατί να φάμε λουκάνικα, αφού κάθεστε όλη μέρα σπίτι; Δεν κάνετε ένα σωστό φαγητό; Κεφτεδάκια, ας πούμε, ή μπιφτέκια… – Κ. Παπαδοπούλου! Τα κεφτεδάκια καλά, αλλά πολλά ξοδεύετε σε ψώνια και πράγματα. Πιο οικονομικά πρέπει να είστε! – Κ. Παπαδοπούλου! Τι, είμαι κατσίκι να μασάω χορτάρια και λαχανικά; Η οικονομία οικονομία, αλλά το κρέας λείπει… Κι έτσι σε όλα. Μιας και κάθεστε με τα παιδιά, δεν μπορείτε να βοηθήσετε και τη μεγάλη εγγονή στα μαθήματα; Για τι πληρώνουμε φροντιστές με τη γιαγιά ζωντανή; Κι η εγγονή, μαθήτρια της Δ’ Δημοτικού, με μπόλικο θράσος: «Και ντύνεσαι παλιομοδίτικα, γιαγιά, ντροπιάζεις μπροστά στη φίλη μου· και με βάζεις να διαβάζω!» «Γιαγιά, γιατί ήρθες; Έχεις το σπίτι σου στο χωριό, εκεί να πας να κάνεις κουμάντο!» Μούγκα στη στρούγκα. Κάθε έναν – να τον ευχαριστήσει. Του γαμπρού του αγόραζε το κρέας απ’ τη σύνταξή της, της εγγονής έδινε χαρτζιλίκι, ακόμα και στον Σάββα, τον άεργο εγγονό, μετέφερε τα ρέστα της ενίσχυσης να μην του κόψουν ρεύμα κι ύδρευση. Να παραπονεθεί στην κόρη; Άδικος κόπος! Προέχει ο άντρας. Σπάνια, όταν ο άντρας λείπει, η κόρη λέει μία λέξη: «Κάνε λίγο υπομονή, μαμά, για το καλό μου…» Όταν πήγε παιδικό η μικρή εγγονή, δεν είχαν πια ανάγκη τη γιαγιά. Ο γαμπρός ξεκάθαρα: «Κ. Παπαδοπούλου, ευχαριστούμε, δεν σας χρειαζόμαστε άλλο – να πάτε σπίτι σας.» Χαρούμενη η Λυδία γύρισε σπίτι της. Θα ήταν πάλι κυρά του εαυτού της! Όποτε θέλει κοιμάται, όποτε θέλει σηκώνεται… Μα όχι! Το σπιτάκι πιάνει πάλι ο Σάββας, ο μεγάλος εγγονός, με τη νέα του κοπέλα. Βρώμα παντού, χρέη, ρεύμα έτοιμο να κοπεί… Τι να κάνει; Παίρνει καταναλωτικό δάνειο, καθαρίζει, τακτοποιεί τους λογαριασμούς, ξεφυσάει με ανακούφιση… αλλά ο εγγονός πάλι παραπονιέται: Το σπίτι μικρό, δυο δωμάτια, τρόπος ζωής καμία, όταν η γιαγιά κρεκκιέται πίσω από τον τοίχο. Ώσπου… η μικρή κόρη πάλι εγκυμονούσα, «έλα, μαμά, βοήθα με το μωρό!» Δεν είχε επιλογή. Ξαναπάει. Τρεις μήνες, ώσπου κατάλαβε πως και πάλι περισσεύει. Δεν περίμενε να της το πουν, έφυγε μόνη της. Και πάλι αγανακτισμένο πρόσωπο ο εγγονός… Ίσως να υπέμενε η Λυδία τα πάντα, αν δεν γινόταν ένα ακόμη περιστατικό μετά την τελευταία επιστροφή. Ξανά καθαρίζει το σπίτι, όλα στην ώρα τους πληρωμένα, πάλι όμως «εμπόδιο» για τον εγγονό… *** – Σάββα, θα πάω σήμερα στην κουμπάρα, έχει γενέθλια, θα γυρίσω αργά. Κλειδώστε, εγώ θα μπω από την πίσω πόρτα. – Και γιατί να μη μείνεις εκεί το βράδυ, να βροντάς μέσα στη νύχτα; Μείνε δύο μέρες να ξεκουραστούμε λίγο. – Πού προλάβατε να κουραστείτε, μια βδομάδα έχω που γύρισα; – Ε, και η βδομάδα πολύ είναι! Δεν θα μείνεις; – Όχι, θα γυρίσω σπίτι. Το γλέντι κράτησε ως αργά, μετά κατέληξαν στο σπίτι της εορτάζουσας. Μνήμες, συζητήσεις, όχι πολλά παράπονα. Η Λυδία ετοιμάζεται να φύγει, όταν η οικοδέσποινα λαμβάνει τηλεφώνημα. Βγαίνει στην αυλή. Όταν επιστρέφει, λέει: – Ήταν η Νάστα, η κόρη σου. Μου ζήτησε να σε φιλοξενήσω απόψε. – Να μείνω; Γιατί; Είπα του Σάββα θα γυρίσω! – Ο Σάββας πήρε τη μάνα του, της είπε πως θέλει να μείνει λίγο μόνος με τη φίλη του, εσύ τον ενοχλείς. – Τι να πω… – Ξέρεις, Λυδία, όταν όλα πάνε καλά, τα παιδιά δεν ζητούν φιλοξενία από ξένους. Την άλλη βδομάδα με ρώτησε αν ξέρω κανέναν χήρο με σπίτι, να σε στείλουν εκεί, αφού δεν δέχεσαι το γηροκομείο. Τα είπε όλα η Λυδία. Για τη μεγάλη κόρη, τις προσπάθειες που δεν εκτιμήθηκαν, για τη μικρή κόρη, για τον εγγονό που «χαλούσε τη ζωή του». Το δεύτερο χρόνο ζει έτσι: έχει δικό της σπίτι αλλά είναι «ξένη» σ’ αυτό. – Μα ούτε στο σπίτι μου είμαι κυρά. Από το λύκειο κιόλας ο Σάββας πήγε στην Αθήνα με τη Νάστα. Ο άντρας της, αυτός ο «παππούς», του έδειξε ότι δεν τον ήθελε. Ξαναγύρισε σ’ εμένα, στρατό δεν πήγε, ούτε σπουδές. Όσο ήταν μαθητής, έπαιρνα λεφτά από τη Νάστα. Στα 18 τελείωσαν και τα βοηθήματα. Μου κάθεται στο σβέρκο… Δεν έμεινε η Λυδία στης κουμπάρας, γύρισε σπίτι και ξέσπασε στον εγγονό. Ο Σάββας παραπονέθηκε στη μάνα του ότι «η γιαγιά τρελάθηκε, με διώχνει απ’ το σπίτι» κι η Νάστα πήρε τηλέφωνο τη Λυδία να τη μαλώσει. Η Λυδία της είπε τα ίδια που είπε και στον εγγονό. Ο Σάββας έφυγε από το σπίτι, λέγοντας στην γιαγιά να μην περιμένει καμία βοήθειά του, δε θα πατήσει ξανά στο σπίτι της. Έμεινε η Λυδία μόνη, μα της ήταν χαρά τούτη η μοναξιά – επιτέλους ανασαίνει. Όσα χρόνια κι αν θυσίασε για τους άλλους… Όσο οι κόρες μεγάλωναν, τις ευχαριστούσε. Σαν χήρεψε, όλα μόνη της. Ήθελε το καλύτερο, αλλά μεγάλωσε καταναλωτές… Δεν είναι ζωή να σε διώχνουν στα γεράματα από το ίδιο σου το σπίτι. Πώς να ζήσεις, όταν στο σπίτι σου είσαι ξένη; Ο Σάββας μετάνιωσε, ήρθε να της ζητήσει συγχώρεση. Η Λυδία τον είχε ήδη συγχωρέσει – να έρχεται όποτε θέλει να τη βλέπει, αλλά όχι να μείνουν ξανά μαζί. Εσύ, Σάββα, είσαι νέος – εγώ θέλω ησυχία! Και οι κόρες τη φωνάζουν πάλι, βοήθεια θέλουν με τα παιδιά. Εκείνη – όχι! Να έρθετε εσείς εδώ, με τα εγγόνια σας! Εδώ, καθαρός αέρας, στο σπίτι μου ήσυχα, είμαι η κυρά μου, δεν διοικεί κανείς! Η Λυδία λέει: Όσο πιο μακριά, τόσο πιο κοντά στην καρδιά. Και μάλλον, έχει απόλυτο δίκιο.

Όσο προχωράει ο καιρός, τόσο πιο δικός σου γίνεται ο τόπος…
Ξέρεις κάτι, εγγονάκι μου καλό! Άμα τόσο πολύ σας ενοχλώ, υπάρχει μόνο μια λύση. Ούτε στις κόρες μου θα πηγαίνω πια, ούτε θα τριγυρνάω σε φίλες και γνωστές. Και μην ακούσω κουβέντα για να βρω κανένα παππού! Τι σκεφτήκατε πάλι; Να με παντρέψετε στα γεράματα;
Γιαγιά, αυτό σου λέω τόσο καιρό κι εγώ και η μαμά! Πήγαινε σε σπίτι ηλικιωμένων, κάνε το σπίτι σε μένα, θα σου κανονίσει η μαμά ωραίο δωματιάκι εκεί, θα έχεις παρέα γειτόνισσες, δε θα ενοχλείς κι εμάς. Έτσι γίνεται παντού.
Εγω δεν αφήνω το σπίτι μου με τίποτα, σου το λέω, Σταύρο. Αν τόσο σε ενοχλώ, πάρε τον δρόμο σου. Νέος είσαι, έξυπνος, βρες μόνος σου σπίτι, ζήσε όπως θες. Σπούδασες δεν ήθελες, τότε δούλεψε! Κι αλλάζεις και κοπέλες κάθε τρεις και λίγο. Εγώ είμαι γυναίκα στην τρίτη ηλικία, σε ένα μήνα κλείνω τα 65, θέλω λίγη ησυχία και γαλήνη.
Δυο χρόνια γυρνούσα πάνω-κάτω, φτάνει πια, καιρός ήταν να επιστρέψω σπίτι. Δεν είναι σωστό να με διώχνει το ίδιο μου το εγγόνι απ το σπίτι μου, και να ζω εσείς με τις αρραβωνιάρες σας με τη σύνταξή μου.
Δεν είναι ανεξάντλητη η σύνταξή μου, αγόρι μου! Σου δίνω μια βδομάδα καιρό. Δεν βρεις σπίτι; Πήγαινε σε φίλους και γνωστές, ή σ αυτήν σου τη πώς τη λένε πια, όλο ξεχνάω, πάντως σήμερα να μην την ξαναδώ σπίτι μου! Ακούς εκεί, να με παντρέψουν ή να με στείλουν σε γηροκομείο!
Ο Σταύρος κάτι πήγε να πει, αλλά η Λήδα δε τον άκουγε, πήγε στην κάμαρά της, έκλεισε την πόρτα και ένιωσε πονοκέφαλο φριχτό. Ήθελε χαπάκι, αλλά να πάει ως την κουζίνα σήμαινε να συναντήσει τον εγγονό κάτι που δεν είχε κέφι. Ευτυχώς, είχε μια μπουκάλα ανθρακούχο νερό δίπλα της ίσα που έφτανε για το χάπι.

***
Και να σκεφτείς, ούτε η ίδια η Λήδα περίμενε τόση αποφασιστικότητα από τον εαυτό της! Όλο μάζευε μέσα της το παράπονο αυτά τα δύο χρόνια, έτρεχε όπου την καλούσαν, πότε στη μια κόρη, πότε στην άλλη, κι άμα της έκαναν νόημα πως παραέκατσε, μάζευε τα πράγματα κι έφευγε σπίτι της.

Και τώρα, έχει κατσικωθεί στο σπίτι της το εγγονάκι, ο Σταύρος, τριανταφεύγα χρονών, με μόνιμη γκόμενα, κάθε βδομάδα διαφορετική, και πάντα η γιαγιά να τους ενοχλεί αναπνέει από δίπλα, βήχει λίγο, τους χαλάει το ρομάντζο.
Γιαγιά, γιατί δεν πας διακοπές σε κανέναν γνωστό; Να μείνουμε με τη Δάφνη, τη Μαρίνα, τη Φωτεινή, την Ήβη (όποια να ΄ναι, δεν κρατάνε πολύ), να απολαύσουμε το σπίτι.
Κάθε τόσο η Λήδα να τρέχει, πότε στη θεία, πότε σε γειτόνισσα παλιά, πότε σε παλιά συνάδελφο στην αρχή χαρά εκείνες, μετά όμως, με τόσο συχνές επισκέψεις, άρχισαν να δυσανασχετούν. Το κατάλαβε κι εκείνη.
***
Και τη στιγμή που δεν είχε πια που να πάει για να φιλοξενηθεί, γέννησε η μεγάλη κόρη. Στην Αθήνα, μεγάλη πόλη· τρέχα-γύρευε με στεγαστικό και το μεγάλο παιδί στο σχολείο, δεν ήταν μέρος για μακροχρόνια άδεια μητρότητας οπότε η γιαγιά Λήδα ήταν σωτήρια λύση.

Έφυγε η Λήδα για την Αθήνα. Τον πρώτο καιρό όλα μέλι-γάλα: ζεστά φαγητά, καθαριότητα, εγγονάκια πάνω-κάτω περιποιημένα. Μετά από κάποιους μήνες, ο γαμπρός, που παρεμπιπτόντως ήταν μόλις δέκα χρόνια μικρότερος από κείνη, άρχισε τα σχόλια.
Κυρία Λήδα! Μη ξαναπάρεις τέτοια λουκάνικα, δηλητήριο σκέτο είναι. Και γιατί να τρώμε λουκάνικα; Δε μπορείς, μέρα-νύχτα στο σπίτι, να φτιάξεις ένα φαγητό της προκοπής; Κανένα μπιφτέκι, καμιά χοιρινή;
Κυρία Λήδα! Καλά τα μπιφτέκια, αλλά πολλά λεφτά ξοδεύεις στα ψώνια! Πιο οικονομικά να το πας!
Κυρία Λήδα! Εγώ βόδι είμαι να μασάω χορταρικά; Εντάξει η οικονομία, αλλά λίγο κρέας θες στη διατροφή!
Και όλα είχαν ένα παράπονο. Όλο και κάτι περίμεναν από την καημένη τη γιαγιά, να ναι δασκάλα χωρίς αμοιβή για τη μεγαλύτερη εγγονή, για ποιο λόγο, αφού είναι η ίδια στο σπίτι, να πληρώνουν ιδιαίτερα;
Και μην φανταστείς, κι η εγγονή η μεγάλη δύστροπη τετάρτη Δημοτικού, αλλά γκρίνια: «Γιαγιά, ντύνεσαι σαν τη δεκαετία του 80 και με ξεφτιλίζεις μπροστά στη φίλες, και με ζαλίζεις με τα μαθήματα!»
«Γιαγιά, τι ήρθες; Πήγαινε πίσω στο χωριό σου, κάνε εκεί κουμάντο!»

Η Λήδα όλα τα άντεχε. Έβαζε λεφτά απ τη σύνταξη για καλό κρέας να είναι ευχαριστημένος ο γαμπρός, έδινε χρήματα στην εγγονή για να ξεχαστεί η ντροπή, βοηθούσε και τον εγγονό Σταύρο, το ρεμάλι, για να πληρώνει ρεύμα-νερό. Άσ τα.

Στην κόρη γκρίνια να μην πει, αυτή μόνο τον άντρα της ακούει τον τσίμπησε από άλλη οικογένεια, του χάρισε δυο παιδιά, δεν του χαλά χατίρι.
Όταν μπήκε η μικρή εγγονή στον παιδικό, τέλος και η ανάγκη για babysitting. Ήρθε ο γαμπρός και το είπε στα ίσια: «Κυρία Λήδα, πολύ σας ευχαριστούμε, δεν χρειαζόμαστε άλλο βοήθεια. Να πάτε στο σπίτι σας».
Ένιωσε ελεύθερη! Θέλει να ξαγρυπνήσει; Ξαγρυπνάει! Θέλει να κοιμηθεί νωρίς; Κοιμάται! Αλλά πού τέτοια τύχη Ο Σταύρος είχε χωθεί στο σπίτι της, μαζί με κοπέλα. Σκουπίδια, χάος και λογαριασμούς ξεχασμένους παρά λίγο να κόψουν το ρεύμα και το νερό.

Για να καθαρίσει το χάλι, πήρε δάνειο, πλήρωσε τα χρωστούμενα, τακτοποίησε τα πάντα. Πήρε μια ανάσα το καημένο το σπίτι. Και τότε άρχισε ο άλλος να γκρινιάζει: το σπίτι μικρό, δύο δωμάτια, κουζίνα, πού να κάνει ζωή όταν βήχει η γιαγιά στον διπλανό τοίχο
Και πάνω που αναστέναξε, η μικρή κόρη έμεινε έγκυος. Πάλι τα ίδια: «Έλα, μαμά, να με βοηθήσεις». Τι να κάνει και αυτή; Μάζεψε πάλι πράγματα κι έφυγε για κάποιο μήνα. Μόλις κατάλαβε ότι πάλι τους περίσσευε, έφυγε χωρίς να περιμένει να της το ζητήσουν.
Κι αν ήταν για συνεχίσει έτσι η Λήδα να τα αντέχει όλα, τα άλλαξε ένα περιστατικό με το που γύρισε σπίτι.

***
Ξανάκαθάρισε το σπίτι, χρέη δεν είχε πια γιατί προλάβαινε και πλήρωνε. Μονίμως «φορτωτική» στους νέους, ε, και πάλι τσακώθηκε:
Σταύρο, εγώ θα πάω σήμερα στην Κατερίνα για το γενέθλιο, θα γυρίσω αργά, κλείδωσε το σπίτι, θα μπω από την πίσω πόρτα για να μη σας ξυπνήσω.
Τι να το κάνεις κι επιστροφή; Μείνε εκεί, να ξεκουραστούμε κι εμείς.
Πώς να προλάβετε να κουραστείτε; Μια βδομάδα σπίτι είμαι!
Ε, κι η βδομάδα είναι καιρός. Δεν μένεις εκτός απόψε;
Όχι, θα γυρίσω.
Γιορτή μεγάλη! Πρώτα καφέ, μετά σπίτι στην εορτάζουσα με λίγες φίλες, γέλια, αναμνήσεις, ξέγνοιαστα. Η Κατερίνα κάποια στιγμή παίρνει τηλέφωνο και βγαίνει έξω. Επιστρέφει, και της λέει: «Σε πήρε η Αλεξάνδρα, τηλέφωνο, αν γίνεται να μείνεις εδώ απόψε».
Αλεξάνδρα; Γιατί να μείνω; Το είπα ήδη του Σταύρου πως θα γυρίσω!
Σταύρος πήρε τη μάνα του να της πει ότι θέλουν να μείνουν μόνοι, και του ενοχλείς. Γι αυτό σε πήρε η Αλεξάνδρα, να μείνει ήσυχος ο γιος της λίγο.
Καλά όλα καλά, ε; Μα εγώ μια βδομάδα μόνο είμαι σπίτι.
Ξέρεις, Λήδα, όταν όλα είναι καλά, τα παιδιά δεν παίρνουν τηλέφωνο ξένους να τους ζητήσουν να τους κρατήσουν τη μαμά τους. Προχτές πάλι, ήθελε να βρεις κανέναν χήρο με σπίτι στην άκρη για να πας εκεί, μπας και ξεκουμπιστείς από το δικό σου
Και τα είπε όλα στην Κατερίνα. Για τη μεγάλη κόρη, τη μικρή, τον εγγονό που δε δουλεύει, δε σπουδάζει, μόνο εδώ κάθεται και της φορτώνεται. Γιατί σπίτι είχε, αλλά αλλού ήταν πάντα ανεπιθύμητη.

Ούτε στο σπίτι μου δεν είμαι αφεντικό, Κατερίνα. Ο Σταύρος, μόλις τελείωσε το λύκειο, έφυγε στην Αλεξάνδρα στην Αθήνα. Ο άντρας της, ο σύντροφος της μεγάλης μου, δεν τον ήθελε. Ξαναγύρισε σε μένα. Ούτε φαντάρος πήγε, ούτε σχολή, μόνο στις πλάτες μου κάθεται.
Δε κάθησε τελικά στην Κατερίνα το βράδυ, γύρισε σπίτι. Εκεί τα είπε όλα, έξω από την καρδιά της, στον Σταύρο.
Σταύρος πήρε τη μάνα του, παραπονέθηκε ότι η γιαγιά ξεμωράθηκε και τον διώχνει. Η Αλεξάνδρα πήρε τηλέφωνο, τάχα να της κάνει παρατήρηση αλλά η Λήδα της είπε ό,τι είπε και στον εγγονό: Φτάνει πια.

Έφυγε ο Σταύρος, τελευταίο του λόγο να μην υπολογίζει στη βοήθειά του ποτέ ξανά. Εκείνη απόμεινε μόνη και για πρώτη φορά χαρούμενη. Επιτέλους λίγη ησυχία κουράστηκε να τους ικανοποιεί όλους χρόνια ολόκληρα. Και πριν μεγαλώσουν οι κόρες, τίποτα δε της βγαινε, και μετά μόνη της πάλευε τα πάντα. Κι όμως, κατάφερε να μεγαλώσει οικογένεια απλώς να θέλουν και να ζητάνε.

Δεν πάει, λέει, να είσαι τρίτης ηλικίας και να σε βγάζουν από το σπίτι σου τα παιδιάκαι τα εγγόνια σου; Τι ζωή είναι αυτή; Δικός σου ο χώρος και να είσαι περισσευούμενη!
Πέρασε καιρός, ο Σταύρος το μετάνιωσε, ζήτησε συγγνώμη. Η Λήδα τον είχε ήδη συγχωρέσει, αλλά πίσω σπίτι της δε τον ξαναβάζει. Να έρθει για επίσκεψη, όποτε θέλει για παρέα αλλά να μείνει ξανά μαζί της όχι.
Οι κόρες της επίσης, να βοηθήσει να φέρουν τα παιδιά στο χωριό, καθαρός αέρας και ασφάλεια στο δικό της σπιτικό. Εκεί είναι αφεντικό, εκεί ηρεμεί η ψυχή της.

Όσο προχωράει ο καιρός, τόσο αγαπάς τον τόπο σου. Και νομίζω, φίλε μου, πως έχει απόλυτο δίκιο η ΛήδαΠλέον κάθε πρωί η Λήδα ανοίγει τα παράθυρα κι αφήνει τον ήλιο να λούσει το μικρό της βασίλειο. Κάθε βήμα μέσα στο φιλόξενο σαλόνι, κάθε άγγιγμα στα παλιά, φθαρμένα τραπεζομάντηλα, την ανακουφίζει: επιτέλους ελεύθερη, επιτέλους μόνη αλλά ποτέ μοναχική. Ησυχία γεμάτη φωνές από το παρελθόν τα γέλια των παιδιών, τα χρόνια που έφτιαχνε κομπόστα τα καλοκαίρια, εκείνες οι Κυριακές στα τραπεζώματα.

Κι όσο ο καιρός κυλάει, νέες παρέες, ήσυχες και γνήσιες, φτάνουν στο σπίτι της παλιές φίλες που έκαναν χρόνια να ιδωθούν, γείτονες που βρίσκονται για ένα καφεδάκι και γλυκό του κουταλιού. Τα εγγόνια έρχονται με τα σχολικά τους προβλήματα και τις καρδιοχτύπια τους, αυτή τα ακούει χωρίς να νιώθει πια βάρος, μόνο γλυκιά νοσταλγία.

Ο τόπος πια την αγκαλιάζει, δεν τη διώχνει. Τώρα, αν κάποιος χτυπήσει την πόρτα της, ξέρει ότι δεν έρχεται για να ζητήσει, αλλά για να μοιραστεί. Και κάθε βράδυ που πέφτει ησυχία και νυχτώνει στο σπίτι, η Λήδα χαμογελά περήφανη για όλα όσα άντεξε, για όλα όσα κέρδισε και για όσα επιτέλους έμαθε να ζητά για τον εαυτό της:

Σ αυτό τον τόπο, λες κι αφήνει η ζωή ίχνη κι αυτή, βρήκε τον τρόπο να αφήσει το δικό της αποτύπωμα: όχι σαν απρόσκλητη φιλοξενούμενη, αλλά σαν σταθερή ρίζα, που όσες φορές κι αν την παραμερίσουν, ξαναβρίσκει τη θέση της.

Και στο τέλος της κάθε μέρας, κι ακόμα περισσότερο στο τέλος της ιστορίας, ξέρει πια καλά: όσο προχωράει ο καιρός, τόσο πιο δικός σου γίνεται ο τόπος κι εσύ πιο δικός του.

Oceń artykuł
Όσο πιο μακριά, τόσο πιο κοντά στην καρδιά… – Ξέρεις κάτι, εγγονέ μου γλυκέ! Άμα τόσο σας ενοχλώ, ένας μόνο δρόμος υπάρχει. Δεν πάω πια σε κόρες, ούτε θα τριγυρνάω σε φίλους και φίλες. Και έναν παππού να ψάξω, δεν χρειάζεται. Κοίτα τι σκαρφίστηκαν! Να με παντρέψουν στα γεράματα! – Γιαγιά, εδώ και καιρό σου το λέω! Κι η μάνα το ίδιο σου λέει! Πήγαινε σε γηροκομείο. Μεταβίβασε το σπίτι σε μένα, θα σου δώσουν ένα δωματιάκι εκεί, η μάνα θα κανονίσει. Θα έχεις παρέα, γειτόνισσες δίπλα σου, δεν θα μας εμποδίζεις. – Εγώ από το σπίτι μου δεν φεύγω πουθενά. Άκουσέ με, Σάββα. Αν σου κάνω εμπόδιο, η πόρτα είναι ανοιχτή, βγες στον δρόμο. Είσαι νέος, έξυπνο μυαλό έχεις. Βρες ένα διαμέρισμα και ζήσε όπως θέλεις. Αφού δεν θέλησες να σπουδάσεις, πήγαινε να δουλέψεις. Φέρε δεσποινίδες κάθε μέρα αν θες. Εγώ είμαι μεγάλη γυναίκα, σε ένα μήνα θα κλείσω τα 65, χρειάζομαι ησυχία και γαλήνη. Αρκετά περιπλανήθηκα δυο χρόνια, ώρα να επιστρέψω σπίτι μου. Δεν είναι σωστό, εγγονέ, να με διώχνετε από το ίδιο μου το σπίτι και να ζείτε με τις νύφες σας από τη σύνταξή μου. Δεν είναι ανεξάντλητη η σύνταξή μου. Μια βδομάδα σου δίνω καιρό. Δεν βρεις σπίτι, πήγαινε σε φίλους και φιλενάδες. Ή σε αυτήν τη δική σου, πώς τη λένε – όλο τη ξεχνάω – να μην είστε σήμερα στο σπίτι ΜΟΥ. Έλεος, μια με θέλετε να παντρευτώ στα γεράματα, μια να με στείλετε σε γηροκομείο! …Ο εξαγριωμένος εγγονός πάει να απαντήσει, αλλά η Λυδία Παπαδοπούλου ούτε που τον άκουγε πια· μπήκε σιωπηλή στο δωμάτιό της και κλείδωσε πίσω της την πόρτα. Το κεφάλι της την πονούσε φρικτά. Ίσως να έπρεπε να πάρει ένα χάπι, μα δεν ήθελε να περάσει από την κουζίνα και να συναντήσει τον εγγονό. Έριξε μια ματιά στο μικρό δωμάτιο και είδε ένα πλαστικό μπουκάλι με τα τελευταία σταγόνες ανθρακούχου. Ωραία, μια γουλιά φτάνει… *** Η Λυδία δεν περίμενε τόση αποφασιστικότητα απ’ τον εαυτό της. Είχε μαζέψει μέσα της αγανάκτηση, τόσα χρόνια σιωπή, τρέξιμο από την πρώτη κόρη στη δεύτερη, κι ύστερα στο ίδιο υπονοούμενο «μαμά, μήπως έμεινες πολύ;» γυρνούσε πάλι πίσω στο σπίτι της. Και τώρα ο εγγονός, ένας 20χρονος αχαΐρευτος, έχει κάνει κουμάντο στο σπιτάκι της. Τη μια με μια κοπέλα, την άλλη με άλλη, κι η γιαγιά πάλι ενοχλητική, ροχαλίζει και βήχει, χαλώντας το ρομάντζο… – Γιαγιά, δεν πας κάπου καλεσμένη, για να μείνουμε λίγο μόνοι με τη Δάφνη, τη Μάγδα, τη Βάλια, την Ίριδα (όποια από τις εναλλασσόμενες υπάρξει…) Κι η Λυδία Παπαδοπούλου τρέχει πότε στην ξαδέρφη, πότε στη κουμπάρα, πότε στη συνάδελφο, να μην ενοχλεί τα παιδιά. Στην αρχή ήταν χαρούμενοι οι φίλοι, αλλά όταν η επίσκεψη έγινε εβδομαδιαία, η χαρά χάθηκε — και κατάλαβε η Λυδία πως κουράζει. *** Την ώρα που ούτε επισκέψεις δεν έμεναν πια, η μεγαλύτερη κόρη γέννησε. Ζωή στην Αθήνα, δάνειο, ο μεγάλος στο δημοτικό· δεν την έπαιρνε για άδεια μητρότητας και η γιαγιά χρειαζόταν… Η Λυδία έφυγε για το σπίτι της κόρης. Στην αρχή όλα καλά: φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, καθαρό σπίτι, περιποιημένα εγγόνια. Μετά από μήνες, ο γαμπρός — μόλις 10 χρόνια μικρότερός της — άρχισε να δυσανασχετεί: – Κ. Παπαδοπούλου! Μην ξαναγοράσετε τέτοια λουκάνικα· θα δηλητηριαστούμε. Και γιατί να φάμε λουκάνικα, αφού κάθεστε όλη μέρα σπίτι; Δεν κάνετε ένα σωστό φαγητό; Κεφτεδάκια, ας πούμε, ή μπιφτέκια… – Κ. Παπαδοπούλου! Τα κεφτεδάκια καλά, αλλά πολλά ξοδεύετε σε ψώνια και πράγματα. Πιο οικονομικά πρέπει να είστε! – Κ. Παπαδοπούλου! Τι, είμαι κατσίκι να μασάω χορτάρια και λαχανικά; Η οικονομία οικονομία, αλλά το κρέας λείπει… Κι έτσι σε όλα. Μιας και κάθεστε με τα παιδιά, δεν μπορείτε να βοηθήσετε και τη μεγάλη εγγονή στα μαθήματα; Για τι πληρώνουμε φροντιστές με τη γιαγιά ζωντανή; Κι η εγγονή, μαθήτρια της Δ’ Δημοτικού, με μπόλικο θράσος: «Και ντύνεσαι παλιομοδίτικα, γιαγιά, ντροπιάζεις μπροστά στη φίλη μου· και με βάζεις να διαβάζω!» «Γιαγιά, γιατί ήρθες; Έχεις το σπίτι σου στο χωριό, εκεί να πας να κάνεις κουμάντο!» Μούγκα στη στρούγκα. Κάθε έναν – να τον ευχαριστήσει. Του γαμπρού του αγόραζε το κρέας απ’ τη σύνταξή της, της εγγονής έδινε χαρτζιλίκι, ακόμα και στον Σάββα, τον άεργο εγγονό, μετέφερε τα ρέστα της ενίσχυσης να μην του κόψουν ρεύμα κι ύδρευση. Να παραπονεθεί στην κόρη; Άδικος κόπος! Προέχει ο άντρας. Σπάνια, όταν ο άντρας λείπει, η κόρη λέει μία λέξη: «Κάνε λίγο υπομονή, μαμά, για το καλό μου…» Όταν πήγε παιδικό η μικρή εγγονή, δεν είχαν πια ανάγκη τη γιαγιά. Ο γαμπρός ξεκάθαρα: «Κ. Παπαδοπούλου, ευχαριστούμε, δεν σας χρειαζόμαστε άλλο – να πάτε σπίτι σας.» Χαρούμενη η Λυδία γύρισε σπίτι της. Θα ήταν πάλι κυρά του εαυτού της! Όποτε θέλει κοιμάται, όποτε θέλει σηκώνεται… Μα όχι! Το σπιτάκι πιάνει πάλι ο Σάββας, ο μεγάλος εγγονός, με τη νέα του κοπέλα. Βρώμα παντού, χρέη, ρεύμα έτοιμο να κοπεί… Τι να κάνει; Παίρνει καταναλωτικό δάνειο, καθαρίζει, τακτοποιεί τους λογαριασμούς, ξεφυσάει με ανακούφιση… αλλά ο εγγονός πάλι παραπονιέται: Το σπίτι μικρό, δυο δωμάτια, τρόπος ζωής καμία, όταν η γιαγιά κρεκκιέται πίσω από τον τοίχο. Ώσπου… η μικρή κόρη πάλι εγκυμονούσα, «έλα, μαμά, βοήθα με το μωρό!» Δεν είχε επιλογή. Ξαναπάει. Τρεις μήνες, ώσπου κατάλαβε πως και πάλι περισσεύει. Δεν περίμενε να της το πουν, έφυγε μόνη της. Και πάλι αγανακτισμένο πρόσωπο ο εγγονός… Ίσως να υπέμενε η Λυδία τα πάντα, αν δεν γινόταν ένα ακόμη περιστατικό μετά την τελευταία επιστροφή. Ξανά καθαρίζει το σπίτι, όλα στην ώρα τους πληρωμένα, πάλι όμως «εμπόδιο» για τον εγγονό… *** – Σάββα, θα πάω σήμερα στην κουμπάρα, έχει γενέθλια, θα γυρίσω αργά. Κλειδώστε, εγώ θα μπω από την πίσω πόρτα. – Και γιατί να μη μείνεις εκεί το βράδυ, να βροντάς μέσα στη νύχτα; Μείνε δύο μέρες να ξεκουραστούμε λίγο. – Πού προλάβατε να κουραστείτε, μια βδομάδα έχω που γύρισα; – Ε, και η βδομάδα πολύ είναι! Δεν θα μείνεις; – Όχι, θα γυρίσω σπίτι. Το γλέντι κράτησε ως αργά, μετά κατέληξαν στο σπίτι της εορτάζουσας. Μνήμες, συζητήσεις, όχι πολλά παράπονα. Η Λυδία ετοιμάζεται να φύγει, όταν η οικοδέσποινα λαμβάνει τηλεφώνημα. Βγαίνει στην αυλή. Όταν επιστρέφει, λέει: – Ήταν η Νάστα, η κόρη σου. Μου ζήτησε να σε φιλοξενήσω απόψε. – Να μείνω; Γιατί; Είπα του Σάββα θα γυρίσω! – Ο Σάββας πήρε τη μάνα του, της είπε πως θέλει να μείνει λίγο μόνος με τη φίλη του, εσύ τον ενοχλείς. – Τι να πω… – Ξέρεις, Λυδία, όταν όλα πάνε καλά, τα παιδιά δεν ζητούν φιλοξενία από ξένους. Την άλλη βδομάδα με ρώτησε αν ξέρω κανέναν χήρο με σπίτι, να σε στείλουν εκεί, αφού δεν δέχεσαι το γηροκομείο. Τα είπε όλα η Λυδία. Για τη μεγάλη κόρη, τις προσπάθειες που δεν εκτιμήθηκαν, για τη μικρή κόρη, για τον εγγονό που «χαλούσε τη ζωή του». Το δεύτερο χρόνο ζει έτσι: έχει δικό της σπίτι αλλά είναι «ξένη» σ’ αυτό. – Μα ούτε στο σπίτι μου είμαι κυρά. Από το λύκειο κιόλας ο Σάββας πήγε στην Αθήνα με τη Νάστα. Ο άντρας της, αυτός ο «παππούς», του έδειξε ότι δεν τον ήθελε. Ξαναγύρισε σ’ εμένα, στρατό δεν πήγε, ούτε σπουδές. Όσο ήταν μαθητής, έπαιρνα λεφτά από τη Νάστα. Στα 18 τελείωσαν και τα βοηθήματα. Μου κάθεται στο σβέρκο… Δεν έμεινε η Λυδία στης κουμπάρας, γύρισε σπίτι και ξέσπασε στον εγγονό. Ο Σάββας παραπονέθηκε στη μάνα του ότι «η γιαγιά τρελάθηκε, με διώχνει απ’ το σπίτι» κι η Νάστα πήρε τηλέφωνο τη Λυδία να τη μαλώσει. Η Λυδία της είπε τα ίδια που είπε και στον εγγονό. Ο Σάββας έφυγε από το σπίτι, λέγοντας στην γιαγιά να μην περιμένει καμία βοήθειά του, δε θα πατήσει ξανά στο σπίτι της. Έμεινε η Λυδία μόνη, μα της ήταν χαρά τούτη η μοναξιά – επιτέλους ανασαίνει. Όσα χρόνια κι αν θυσίασε για τους άλλους… Όσο οι κόρες μεγάλωναν, τις ευχαριστούσε. Σαν χήρεψε, όλα μόνη της. Ήθελε το καλύτερο, αλλά μεγάλωσε καταναλωτές… Δεν είναι ζωή να σε διώχνουν στα γεράματα από το ίδιο σου το σπίτι. Πώς να ζήσεις, όταν στο σπίτι σου είσαι ξένη; Ο Σάββας μετάνιωσε, ήρθε να της ζητήσει συγχώρεση. Η Λυδία τον είχε ήδη συγχωρέσει – να έρχεται όποτε θέλει να τη βλέπει, αλλά όχι να μείνουν ξανά μαζί. Εσύ, Σάββα, είσαι νέος – εγώ θέλω ησυχία! Και οι κόρες τη φωνάζουν πάλι, βοήθεια θέλουν με τα παιδιά. Εκείνη – όχι! Να έρθετε εσείς εδώ, με τα εγγόνια σας! Εδώ, καθαρός αέρας, στο σπίτι μου ήσυχα, είμαι η κυρά μου, δεν διοικεί κανείς! Η Λυδία λέει: Όσο πιο μακριά, τόσο πιο κοντά στην καρδιά. Και μάλλον, έχει απόλυτο δίκιο.