Η Θέα Από το Παράθυρο της Κουζίνας
Γιάννη, τα έβαλες τα καθαρά σου πουκάμισα στην ντουλάπα; Είδα δύο ακόμα να κάθονται στην στοίβα μετά το σιδέρωμα.
Μαρία, άσε με, θα τα βάλω εγώ, μην αγχώνεσαι.
Δεν αγχώνομαι, ρωτάω μόνο. Πότε φεύγεις;
Μετά το μεσημέρι, κατά τις τρεις, λογικά.
Η Μαρία στεκόταν πάνω από το μάτι της κουζίνας και ανακάτευε τη βρώμη της, αν και εδώ και ώρα δεν ήθελε να τη φάει. Τα χέρια της όμως κινιόντουσαν μηχανικά, την ώρα που το μυαλό της έτρεχε σε άλλα μονοπάτια. Από το μισάνοιχτο παράθυρο έμπαινε η νοτισμένη αθηναϊκή ατμόσφαιρα του Απρίλη· κάπου έξω στην πυλωτή έσταζε νερό από κάποιο μπαλκόνι, και ο ρυθμικός ήχος του στάζοντος, πλατς-πλατς-πλατς, σήμερα της φάνταζε χειρότερο απ συνήθως.
Για πόσες μέρες πας;
Όπως πάντα. Τέσσερις-πέντε μέρες, άντε να τραβήξει λίγο, αν μπλεχτούμε στις διαπραγματεύσεις.
Εντάξει.
Σέρβιρε τη βρώμη στα πιάτα. Έβαλε μπροστά του τη μεγάλη του κούπα, του γέμισε καφέ, του έριξε γάλα χωρίς να ρωτήσει εδώ και επτά χρόνια ξέρει πώς πίνει τον καφέ του. Δυο κουταλιές ζάχαρη, πολύ γάλα. Τον ήθελε σχεδόν να πιάνει το χρώμα της άμμου.
Ο Γιάννης, στρογγυλοκαθισμένος, χαλάρωνε μπροστά στον καφέ του με το κινητό στα χέρια. Τώρα πια ήταν δεδομένο: πρωινό χωρίς το βλέμμα κολλημένο στο κινητό, δεν υπήρχε. Αρχικά η Μαρία προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα, μετά δυσανασχέτησε, αργότερα απλώς το αποδέχτηκε τελετουργικό λέγεται, μην ταράζεσαι.
Ρε συ, Γιάννη κάθισε απέναντί του. Αφού πάλι φεύγεις, ήθελα να μιλήσουμε για κάτι.
Ναι; σήκωσε τα μάτια του, αλλά το κινητό το άφησε ανάποδα, στο τραπέζι. Αυτή η κίνηση σήμαινε μετωπική συζήτηση. Όχι καλά νέα.
Έκλεισα ραντεβού με τη Δόκτωρ Παπαδημητρίου, την γυναικολόγο, ξέρεις, που σου έχω ξαναπεί. Θέλω να τα ξανασυζητήσουμε. Για το παιδί.
Ο Γιάννης άφησε κάτω το κινητό, η οθόνη προς το τραπέζι. Πάντα έτσι έκανε όταν δεν του άρεσε το θέμα.
Μαρία, αυτά τα έχουμε συζητήσει άπειρες φορές.
Ξέρω, αλλά θέλω να μιλήσω άλλη μία φορά.
Τι να πούμε και πάλι; Κοιτάξου λίγο, δηλαδή πόσο είσαι; Και το λέω με τη μεγαλύτερη αγάπη, αλλά
Πενήντα δύο. Δεν είμαι αρχαίο εύρημα όμως.
Μαρία είπε το όνομά της ήπια, όπως κάνει κανείς για να στεγνώσει μια κουβέντα με το πρώτο. Τελικό και ευγενικό ταυτόχρονα.
Εντάξει είπε ήσυχα. Εντάξει.
Άρχισε να τρώει τη βρώμη της, χλιαρή πια και εντελώς άνοστη, αλλά έπρεπε κάπου να ξεσπάσει αυτή η αμηχανία. Εξω συνέχιζε να στάζει το μπαλκόνι. Ο Γιάννης ξανάπιασε το τηλέφωνο.
Έφαγε στα γρήγορα, είπε ευχαριστώ, και πήγε μέσα να φτιάξει τη βαλίτσα του. Η Μαρία έπλενε πιάτα, σκεπτόμενη πόσες φορές έχει κάνει αυτή τη συζήτηση. Τουλάχιστον είκοσι τα τελευταία εφτά χρόνια. Η απάντηση πάντα ίδια μόνο η δικαιολογία άλλαζε: «να σταθούμε στα πόδια μας», «δύσκολα στη δουλειά αυτόν τον καιρό», «δεν είσαι πια κοριτσάκι, σκέψου την υγεία σου». Εφτά χρόνια. Όταν παντρεύτηκαν, στα σαράντα πέντε της, ένιωθε πως έχει χρόνο. Πως αν λίγο περιμένει, θα προλάβουν. Πως ο γλυκός, σταθερός, χρυσός Γιάννης θα θελήσει. Αρκεί να κάνει ακόμα λίγη υπομονή.
Σκούπισε τα χέρια της σε μια πετσέτα με κεντημένους κόκορες, κρεμασμένη τρία χρόνια τώρα στη λαβή του φούρνου. Ποτέ δεν βρήκε το κουράγιο να πάρει άλλη τώρα πια έχει ξεθωριάσει τόσο, που μοιάζει αρχαιολογικό εύρημα.
Ο Γιάννης βγήκε στον διάδρομο με μια μικρή τσάντα ταξιδιού.
Ετοιμάζομαι. Μήπως είδες το γκρι το πουλόβερ μου;
Στο ντουλάπι, δεύτερο ράφι δεξιά.
Α, σωστά. Φασαρία ντουλαπιού. Το βρήκα!
Ντύθηκε, φερμουάρ στο μπουφάν. Η Μαρία του διόρθωσε τον γιακά, όπως πάντα. Μια φιλί στο μάγουλο.
Λοιπόν, φεύγω. Θα σου τηλεφωνήσω το βράδυ.
Οδηγά με προσοχή.
Όπως πάντα.
Η πόρτα έκλεισε. Η Μαρία έμεινε στο χολ να προσπαθεί να νιώσει τι έμεινε. Άκουσε το ασανσέρ να κατεβαίνει, την είσοδο να ανοιγοκλείνει. Ύστερα, ησυχία.
Γύρισε στην κουζίνα, συμπλήρωσε καφέ στον εαυτό της και στάθηκε στο παράθυρο. Αυτό δεν έβλεπε σε ακάλυπτο, αλλά σε έναν μικρό δρόμο με σταθμευμένα αυτοκίνητα το σκούρο γκρι αυτοκίνητο του γείτονα από τον τρίτο, ένα πετσοκομμένο fiatάκι κάποιου άλλου, δυο ακόμα περίεργα. Ο ουρανός γκρίζος, βαρύς, το φως αποχρωματισμένο.
Το αμάξι του Γιάννη, το γκρι Hyundai, ήταν παρκαρισμένο στο διπλανό πολυκατοικισμό.
Η Μαρία αναβόσβησε τα μάτια. Μετά κοίταξε καλύτερα. Όχι, δεν φαντάστηκε τίποτα. Ήταν οι πινακίδες που ήξερε απ έξω. Τι δουλειά έχει ο Γιάννης στο διπλανό κτίριο, ενώ δήθεν έφυγε για ταξίδι;
Μήπως πήγε να χαιρετίσει κανέναν; Από τις πολυκατοικίες, βέβαια, δεν είχαν ποτέ παρτίδες, ίσα που χαιρετιόντουσαν στο ασανσέρ
Άφησε την κούπα και κοιτούσε.
Πέρασαν δέκα λεπτά. Το αυτοκίνητο το ίδιο εκεί.
Μετά, μια γυναίκα βγήκε από το διπλανό κτίριο. Νέα, γύρω στα τριάντα πέντε, με σκούρα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα, μπλε μπουφάν. Στα χέρια ένα μικρό παιδί πολύ μικρό, γύρω στα τρία, κάπως έτσι. Κοκκινοφορεμένο, με σκουφάκι και φουντίτσα. Του ψιθύριζε τρυφερά, το φιλούσε. Το παιδί άπλωνε τα χεράκια στο πρόσωπό της.
Η Μαρία κοιτούσε ακόμα δεν είχε καταλάβει.
Κι ύστερα άνοιξε η πόρτα του Hyundai. Βγήκε ο Γιάννης.
Περπάτησε προς τη γυναίκα. Πήρε το παιδί στα χέρια, το σήκωσε ψηλά· το παιδί γελούσε δεν άκουγε, αλλά έβλεπε καθαρά το κεφαλάκι να γέρνει πίσω από τα γέλια. Ο Γιάννης το έσφιξε πάνω του, τρίφτηκε στα μαγουλάκια του παιδιού στη φουντίτσα. Το έβαλε κάτω, κάτι είπε στη γυναίκα. Εκείνη απάντησε. Πήρε το χέρι της και το φίλησε.
Της φίλησε το χέρι.
Η Μαρία έστεκε στο παράθυρο, με μια πρωτόγνωρη αίσθηση κάτι να κατεβαίνει αργά μέσα της όχι να σπάει ή να φεύγει, μαρτυρικά να χαμηλώνει, όπως μια ραφιέρα που μαλακά αδειάζει όλα τα πράγματά της προς τα κάτω. Χωρίς θόρυβο.
Δεν απομακρύνθηκε απ το παράθυρο. Είδε τον Γιάννη να παίρνει αγκαλιά άλλη μια φορά το παιδί, να το επιστρέφει στη μητέρα, να της ξαναφτιάχνει το σκουφί. Να αποχαιρετιούνται. Να φεύγει με το αυτοκίνητο.
Η γυναίκα με το παιδί στάθηκε λίγο στο πεζοδρόμιο, κοιτούσε το αυτοκίνητο να φεύγει. Μετά το μικρό την τράβηξε, και προχωρήσαν, κρατώντας χέρι.
Η Μαρία πήγε και κάθισε στο σκαμπό. Κοίταξε τα χέρια της στα γόνατα της κανονικά χέρια, λίγο ταλαιπωρημένα, με τη βέρα πάντα στη θέση της.
Σκεφτόταν ότι ο καφές πλέον είχε κρυώσει τελείως.
Σηκώθηκε, άδειασε τον καφέ στο νεροχύτη, άφησε το ζεστό νερό να τρέχει.
Έπρεπε να σκεφτεί. Κυρίως, έπρεπε να κάνει κάτι για εκείνο το αίσθημα της αργής πτώσης ραφιού. Γιατί ήξερε: αν της έδινε τότε ελευθερία, αν άφηνε τον εαυτό της να κλάψει ή να ξεσπάσει ή να του τηλεφωνήσει κατευθείαν, θα ήταν λάθος. Όχι γιατί το κλάμα είναι κακό. Μα γιατί δεν ήξερε ακόμα όλη την αλήθεια. Έβλεπε κάτι, αλλά δεν ήξερε ακόμα τα πάντα.
Αν και αν ήταν τελείως ειλικρινής, ήξερε ήδη.
Φόρεσε το μπλε αδιάβροχό της, πήρε τα κλειδιά και τη μικρή της τσάντα κι έφυγε.
Έξω μύριζε βροχή, τα πεζοδρόμια γυάλιζαν, και οι λακκούβες αντανακλούσαν το λευκό ουρανό. Η Μαρία βάδιζε απλώς ευθεία πού πας; μπροστά. Περίπτερο, κομμωτήριο, το φαρμακείο. Μπροστά στο φαρμακείο μια γιαγιά ταΐζει ένα σκυλάκι που παίρνει τη μπουκίτσα σαν κύριος.
Επτά χρόνια.
Αυτό σκεφτόταν. Επτά χρόνια δίπλα σε άνθρωπο και δεν ήξερες; Ή δεν ήθελες να ξέρεις; Ειλικρινά, υπήρχαν σημάδια; Κάτι που είχες προσέξει, αλλά βόλευε να αγνοήσεις;
Τα συχνά επαγγελματικά ταξίδια, κάθε μήνα. Πάντα σίγουρη ότι δουλεύει αληθινά. Η δουλειά του Γιάννη έτσι ήταν: προμήθειες, δουλειές, γύρες. Ποτέ δεν αμφέβαλε. Ποτέ.
Το κινητό τού άγγιζε το σώμα του σαν δεύτερο δέρμα. Νόμιζε, απλώς συνήθεια.
Και η συζήτηση για το παιδί; Πάντα με γλύκα, πάντα με «τώρα δεν είναι η στιγμή».
Κι όμως είχε ήδη παιδί.
Μικρό, τριών ετών. Άρα, όλα αυτά άρχισαν πριν τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια; Ήδη τρία χρόνια παντρεμένοι.
Στάθηκε σε ένα παγκάκι στο πάρκο, όπου μεγάλωναν τρεις-τέσσερις φλαμουριές χωρίς φύλλα μόνο φουσκωμένα μπουμπούκια. Κάθισε, έβγαλε το κινητό. Το ξαναβούτηξε στην τσάντα.
Τι θα κάνει όταν εκείνος επιστρέψει; Σε τέσσερις-πέντε μέρες, με ένα μικρό δωράκι, την κλασική ιστορία διαπραγματεύσεων, τη συνηθισμένη κούραση. Θα κάτσει στον καναπέ, θα ανοίξει τηλεόραση. «Εσύ πώς τα πας, εδώ;»
Εσύ πώς τα πας, δηλαδή.
Κοίταξε τα κλαδιά της φλαμουριάς. Τα μπουμπούκια ολοζώντανα, πάνε να σκάσουν. Αρκεί μια ζεστή εβδομάδα και όλα θα πρασινίσουν.
Παράξενο: δεν σκεφτόταν τον Γιάννη, ούτε την „άλλη”, ούτε το παιδάκι. Τη δική της εαυτότητα σκεφτόταν. Τη Μαρία που περίμενε εφτά χρόνια. Που είχε κάνει σε αναβολή, που είχε δείξει υπομονή, αντοχή. Πίστευε πως έτσι είναι η αληθινή αγάπη: περιμένει. Δεν πιέζει. Απλώς περιμένει.
Να το, λοιπόν. Περίμενε.
Άρχισε να κάνει ψύχρα σταυροκούμπωσε το αδιάβροχο και πήρε την άγουσα για το σπίτι.
Στο διαμέρισμα, σιγή. Πιο βουβό χωρίς τον Γιάννη, αν και ήταν πάντα ήσυχος. Σαν να έλειπε κάτι από το φόντο. Το βάρος, το ζεστό ζωντανό απόηχο κάπως είχε σβήσει.
Μπήκε στο δωμάτιο. Έριξε μια ματιά. Βιβλιοθήκη τα βιβλία της, λίγα δικά του. Οι παντόφλες του δίπλα στην πολυθρόνα. Η καρώ κουβέρτα του, μπλε-πράσινη, που του είχε πάρει δώρο πέρσι.
Την έπιασε λίγο στα χέρια, την άφησε.
Μετά πήγε στην αποθήκη. Στην πάνω ραφιέρα οι κούτες που ποτέ δεν ξεπακετάρανε από τότε που συζήσανε. Τρεις χρονιές εκεί πάνω. Έφερε τη σκάλα, κατέβασε μια. Μέσα παλιά παντός τύπου πράγματα: βιβλία, έγγραφα, μια κούτα φωτογραφίες.
Κάθισε στο πάτωμα, σταυροπόδι.
Να τη’, στα τριάντα της, λεπτή, γελάει, κοιτάει κάπου εκτός κάμερας. Δίπλα παρέα, δεν θυμάσαι καν ποιοι. Ο μπαμπάς και η μαμά σε καλοκαιρινή φωτό μπροστά στη θάλασσα. Μαμά και φίλη Νίκη, αγκαλιά στο πάρκο. Α, η Νίκη, σαραντάρα τότε. Δύο χρόνια μικρότερη. Τώρα πενήντα έξι.
Νίκη. Πρέπει να της τηλεφωνήσω. Μετά.
Ξαναέβαλε τις φωτογραφίες, έκλεισε την κούτα. Έκανε μια βόλτα από το μπάνιο, έριξε νερό στο πρόσωπό της. Στον καθρέφτη: συνήθης γυναίκα πενήντα δύο χρόνων, λίγο κουρασμένη, καλό δέρμα της έλεγαν πάντα, μικρές γραμμές γέλιου. Σκούρα μαλλιά με ασημί.
Η προδοσία, το ξέρεις, δεν αφήνει σημάδια την ίδια στιγμή. Κοιτάς και λες: αυτή είσαι. Η γυναίκα που την κορόιδευαν επτά χρόνια. Η γυναίκα που ήθελε παιδί, κι ο άντρας της το είχε ήδη αλλού.
Έκλεισε το νερό· κατευθύνθηκε τυπικά για μεσημεριανό.
Τις επόμενες μέρες κυλούσε σαν διπλή ζωή. Εξωτερικά όλα όπως πάντα έφτιαχνε, καθάριζε, πήγαινε σούπερ μάρκετ, έπαιρνε τη μαμά τηλέφωνο. Ο Γιάννης τηλεφωνούσε κάθε βράδυ. Ήρεμος, τα ίδια διαπραγματεύσεις, τι κάνεις, όλα καλά, ο καιρός χάλασε, πήρα καινούρια πετσέτα για την κουζίνα. Γέλαγε. Και η ίδια γέλαγε τρομάρα της, πόσο εύκολο ήταν το γέλιο!
Μέσα της, όμως, συνέχιζε μια παράλληλη λειτουργία. Μάζευε, θυμόταν, έκανε τους συσχετισμούς το βλέμμα του κάθε φορά που επέστρεφε από ταξίδι, πιο ζεστό ή αφηρημένο, το είχε αποδώσει πάντα στην κούραση. Τώρα ήξερε. Ερχόταν από αλλού, από αυτούς.
Σκέφτηκε τη γυναίκα με τα σκούρα μαλλιά. Νέα, τριανταπέντε, ωραία; Πιθανόν. Έλαμπε από σιγουριά, αυτό της έμεινε. Γυναίκα που ξέρει το ρόλο της. Πλάι στον δικό της άνδρα.
Και το παιδί; Αγόρι ή κορίτσι; Δεν κατάλαβε. Ούτε διέφερε. Μικρό με κόκκινο φορμάκι, ο Γιάννης να το κρατά ψηλά.
Ο Γιάννης ποτέ δεν είχε αγκαλιάσει παιδί μπροστά της. Ποτέ δεν έδειξε ενδιαφέρον πραγματικό. Πάντα έλεγε: «Καλέ, εγώ δεν ξέρω από μωρά». Και τον πίστευε.
Την τρίτη μέρα τηλεφώνησε στη Νίκη.
Νίκη, μπορείς να περάσεις;
Ε, ναι, γιατί; Ακούγεσαι
Έλα. Θα κάνω καφεδάκι.
Η Νίκη ήρθε μετά από ώρα. Έμενε δυο στενά παραπέρα, είχαν όμοια διαδρομή για το μπακάλικο. Διπλωματική φιλία εικοσαετίας, δεν χάθηκε ποτέ. Η Νίκη κρέμασε το μπουφάν, κοίταξε τη Μαρία.
Μαρία, έλα, πες μου.
Περίμενε, πάμε μέσα.
Τα είπε όλα, χωρίς περιττούς στολισμούς. Η Νίκη άκουγε, άγγιξε το χέρι της μια στιγμή, τίποτα άλλο. Όταν τέλειωσε, σιωπή.
Παναγία μου, είπε μετά.
Ναι.
Είσαι σίγουρη; Τον είδες καλά; Μη μπέρδεψες;
Νίκη, εφτά χρόνια βλέπω αυτό το αμάξι και αυτόν τον άνθρωπο. Ξέρω.
Και τι θα κάνεις;
Σκέφτομαι.
Μήπως να μιλήσεις ανοιχτά πρώτα;
Θα μιλήσω. Όταν γυρίσει.
Μαρία, γενναίο που το διαχειρίζεσαι ψύχραιμα. Αλλά να, μη το περάσεις μόνη σου όλο αυτό
Νίκη, τη σταμάτησε. Θα τα καταφέρω. Δεν θέλω συμπόνια, θέλω να σαι εδώ, να κάθεσαι όπως τώρα. Αυτό φτάνει. Να 'σαι εδώ.
Η Νίκη την αγκάλιασε. Καλή αγκαλιά, σαν αυτές που δεν λένε τίποτα αλλά καταλαβαίνεις τα πάντα.
Είμαι εδώ να το θυμάσαι, ώρα παρά ώρα να με χρειαστείς.
Το θυμάμαι.
Η Νίκη έφυγε βράδυ. Η Μαρία έπλυνε κούπες, έσβησε φώτα, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και ξάπλωσε πάνω στο σκέπασμα, ντυμένη. Κοίταξε το ταβάνι.
Σκεφτόταν αυτό: εφτά χρόνια νόμιζε πως έκτιζε κάτι αληθινό. Όχι τέλειο, αλλά καθημερινό, δυνατό. Κοινές συνήθειες, πρωινός καφές και βρώμη. Πίστευε πως αυτή η ησυχία είναι βάση όχι το πάθος, αυτό χάνεται. Το μαζί. Αυτό είναι.
Και όσο το έκτιζε ο άλλος έκτιζε κάπου παραδίπλα το δικό του.
Πέντε λεπτά με τα πόδια.
Έκλεισε τα μάτια. Έξω ψιλόβρεχε, ο πρώτος ανοιξιάτικος.
Γύρισε ο Γιάννης την πέμπτη μέρα, απόγευμα. Χτύπησε κουδούνι, αν και είχε κλειδιά. Η Μαρία άνοιξε.
Σπίτι, είπε, χαμογέλασε κουρασμένα. Ακούμπησε τη βαλίτσα, πήγε να την αγγίξει.
Περίμενε, του είπε.
Κάτι στον τόνο της τη σταμάτησε.
Τι συμβαίνει;
Έλα να κάτσουμε λίγο. Έχουμε να μιλήσουμε.
Κάθισαν. Αυτός στον καναπέ, αυτή στην πολυθρόνα. Μεταξύ τους, το τραπεζάκι με το βαζάκι με τους χάρτινους τουλίπανους ένα βράδυ βαρεμάρας το είχε φτιάξει.
Γιάννη, ξεκίνησε. Την ημέρα που έφυγες, σε είδα από το παράθυρο. Ήσουν στο διπλανό κτίριο, μ εκείνη τη γυναίκα και το παιδί που αγκάλιαζες.
Αυτός την κοίταξε σιωπηλός. Όχι σαν να ετοιμάζεται να διαψεύσει. Άλλη σιωπή τέλος.
Γιάννη.
Μαρία ψιθύρισε.
Δεν θέλω σκηνές. Ούτε φωνές ούτε απαιτήσεις εξηγήσεων. Θέλω μόνο μια απάντηση. Το παιδί είναι δικό σου;
Σιωπή· μετά:
Ναι.
Έγνεψε. Τα ήξερε, τώρα το άκουσε.
Πόσο χρονών;
Τρία.
Είστε μαζί καιρό;
Μαρία, άστο
Ρωτάω.
Κατέβασε το κεφάλι.
Πέντε χρόνια.
Επομένως, καιρό πριν. Σχεδόν από τότε που ξεκινήσατε.
Κατάλαβα.
Δεν ήθελα να σε πονέσω, δεν το σχεδίασα, απλώς…
Απλώς «έτυχε». Πέντε χρόνια, ναι…
Καταλαβαίνω, τι σκέφτεσαι.
Αμφιβάλλω.
Μαρία
Γιάννη, σηκώθηκε, δεν χρειάζομαι εξηγήσεις. Τα είδα όλα. Είδα πώς κρατάς το παιδί. Πώς κοιτάς εκείνη.
Παράξενο: δεν έκλαιγε. Δεν ήθελε κιόλας. Κάτι άλλο εντελώς: βαριά διαύγεια μετά τη βροχή.
Θα μαζέψω μερικά. Τα βασικά. Τα άλλα θα τα πάρω αφού κανονίσουμε.
Πού θα πας;
Στη μαμά. Μετά θα δω.
Περίμενε, μπορούμε να μιλήσουμε, να τα εξηγήσω.
Τα εξήγησες.
Πήγε στο υπνοδωμάτιο, τράβηξε τον μικρό σάκο. Ρούχα, έγγραφα, καλλυντικά, εσώρουχα, ζεστό πουλόβερ «για ό,τι τύχει», βιβλίο. Μια φωτογραφία γονέων, το αγαπημένο της άρωμα, φορτιστής.
Εκείνος σιωπηλός στην πόρτα.
Μαρία, πες μια κουβέντα, έτσι θα φύγεις;
Πώς αλλιώς;
Έτσι, χωρίς λέξη;
Τα λόγια τελείωσαν.
Ζωσμένη το μπλε αδιάβροχο, άνετα μποτάκια, τσάντα, βαλίτσα.
Γύρισε να αφήσει το δαχτυλίδι δίπλα στους χάρτινους τουλίπανους απαλά.
Πήγε χολ, τράβηξε από το μπρελόκ τα κλειδιά του σπιτιού τα άφησε δίπλα στην παπουτσοθήκη.
Μαρία, είπε.
Γιάννη, απάντησε, ειλικρινά, σου εύχομαι να είσαι καλά.
Βγήκε.
Στον ανελκυστήρα κοίταξε το θαμπό της είδωλο στη μεταλλική πόρτα. Ένα, δύο, ισόγειο.
Έξω, δροσιά. Με τη βαλίτσα, πήγε σιγά-σιγά στη στάση. Η μαμά, άλλη γειτονιά, σαράντα λεπτά με το λεωφορείο.
Καμία σκηνή, κανένα ξέσπασμα. Δεν ήξερε, τότε, πως αυτό θα θυμόταν παραπάνω από όλα: έφυγε ήσυχα. Όχι από συγγνώμη ή εξάντληση, αλλά γιατί η αποχώρησή της ήταν απόφαση δική της. Επιλογή. Το κράτησε για εκείνη.
Στη στάση φυσούσε. Έκλεισε το αδιάβροχο ψηλά.
Πέρασε ένας χρόνος.
Η πόλη, μικρή, τίποτα δεν άλλαξε βιαστικά. Οι ίδιες φλαμουριές στην κεντρική οδό, τώρα με πυκνά σκούρα φύλλα. Τα μαγαζιά, το φαρμακείο στην ίδια γωνία, η ίδια γιαγιά με το σκυλάκι. Η ζωή στις ελληνικές μικρές πόλεις κυλάει σιγανά κι αυτό τελικά έχει και γοητεία.
Νοίκιασε δυάρι στην άλλη άκρη της πόλης. Τρίτος όροφος, παράθυρα σε κήπο με φράουλες και φλοξ ο κήπος της ηλικιωμένης σπιτονοικοκυράς από κάτω. Τα καλοκαίρια άνοιγε το παράθυρο νωρίς και μύριζε τα άνθη.
Άνοιξε μικρό εργαστήριο όχι αμέσως. Πρώτα, υπήρχαν τα γκρίζα, οι κουβέντες με τη μαμά, τα τηλέφωνα της Νίκης, οι δικηγόροι. Τον Οκτώβρη, όταν πια έπεσε η θύελλα, της ήρθε στο νου οι χάρτινοι τουλίπανες.
Όλο της τη ζωή τα χέρια της έπιαναν: πλέξιμο, ραπτική, πηλός, πλεξούδες από βέργα. Πάντα σαν χόμπι. Ξαφνικά ορίμασε το ερώτημα: γιατί όχι σοβαρά;
Νίκη, είπα… Θέλω να ανοίξω εργαστήριο.
Δηλαδή;
Κατασκευές για το σπίτι, διακοσμητικά. Ξέρεις πόσα μπορώ να φτιάξω. Θα ξεκινήσω μόνη, μικρή σάλα, τίποτα προσωπικό.
Ξέρεις τι λεφτά θέλει αυτό; Ενοίκια, υλικά…
Ξέρω. Έχω αποταμιεύσει. Θα το αρχίσω μικρό.
Σοβαρολογείς;
Απόλυτα.
Ξέρεις κάτι; Δεν απορώ καθόλου.
Το χώρο τον βρήκε γρήγορα ισόγειο σε παλιό σπίτι στο κέντρο, φθηνά γιατί έμενε αδειανό. Έβαψε τοίχους λευκούς, ράφια, μεγάλο τραπέζι, φωτισμό καλό. «Το Εργαστήρι της Μαρίας», χωρίς πολλά-πολλά.
Στην αρχή αγόραζαν οι γνωστές, γειτόνισσες, η μαμά με την παρέα της. Στεφάνια από λουλούδια, πάνελ διακόσμησης, κεριά, πλεκτά σουβέρ. Μετά μπήκε και στα σόσιαλ, οι παραγγελίες έρχονταν σιγά αλλά σταθερά. Αρκετές να πληρώνει το ενοίκιο. Όχι πλούτη απλώς ζωή χωρίς άγχος για το ευρώ (ή πλέον ευρώ και cent).
Το σημαντικό όμως αλλού: κάθε πρωί σηκωνόταν γνωρίζοντας πως η μέρα της έγραφε μονάχα το όνομά της. Τίποτα δεν έδινε λόγο σε άλλον. Αυτονομία. Καφές της. Πρόγραμμα δικό της. Πώς να εξηγήσεις σ όποιον δεν το χει νιώσει; Το δικό σου ξύπνημα, το δικό σου απόγευμα. Ούτε ζήλια, ούτε θυμός πια μόνο μια θλίψη απόμακρη για όσα δεν έγιναν.
Καμιά φορά σπάνια θυμόταν τον Γιάννη· μια καμπαρντίνα στη βιτρίνα, η μυρωδιά γνώριμου καπνού. Το άφηνε να περάσει μια στιγμή, μετά προχωρούσε.
Τελευταία του Απρίλη, ακριβώς έναν χρόνο, γύριζε από το εργαστήριο, σούρουπο, αέρας με άρωμα από φυτεμένες λεύκες, μόλις είχε ρίξει μια ψιχάλα. Είχε ψώνια με υλικά, σκεφτόταν παραγγελία για κινητό με ξύλο και μαλλινά πομ πομ για παιδικό δωμάτιο. Ήδη το έβλεπε: ανοιχτόχρωμο ξύλο, απαλές αποχρώσεις…
Εξω από το καφέ της γειτονιάς στεκόταν ένας άνδρας λίγο μεγαλύτερος της, καλοβαλμένος, ασημένια μαλλιά, την κοίταξε προσεκτικά.
Μαρία; Εσύ είσαι, εσύ;
Στάθηκε. Ε, καλά. Ο Σταύρος. Παλιός συνάδελφος, από μια άλλη ζωή. Χρόνια να ιδωθούν.
Δεκαπέντε, είκοσι χρόνια τουλάχιστον!
Πού χάθηκες;
Γύρισα εδώ από Αθήνα δυο-τρία χρόνια, είχα βαρεθεί τ άγχη κι εσύ;
Πάντα εδώ, δεν μετακόμισα ποτέ.
Ρίχνεις ένα καφεδάκι; υπέδειξε το καφέ.
Λίγο δίστασε η σακούλα μ έκλεινε το χέρι, αλλά γιατί όχι;
Πάμε.
Κάθισαν στο παράθυρο. Έφερε καπουτσίνο εκείνη, ελληνικό εκείνος. Ο Σταύρος διηγήθηκε τα δικά του, διαζύγια, περιπλανήσεις. Γέλαγε, χωρίς πίκρα.
Κι εσύ; Σου χε μείνει ότι παντρεύτηκες.
Παντρεύτηκα. Φέτος χωρίσαμε.
Δύσκολο;
Κρατούσε τη ζεστή κούπα.
Πιο δύσκολο απ όσο φαντάστηκα. Αλλά ξέρεις κάτι; Βγήκα άλλη στο τέλος. Όχι επειδή ήμουν άσχημα πριν, αλλά επειδή τώρα είμαι καλύτερα.
Αλλαγή;
Βασικά, πιο πολύ ο εαυτός μου. Όσο και να φαίνεται περίεργο.
Και με τι ασχολείσαι;
Εργαστήριο. Διακοσμητικά, χειροποίητα, μόνο μου.
Είσαι πάντα έτσι, τα θυμάμαι αυτά που έπλαθες!
Θυμάσαι;
Θυμάμαι εκείνο το φιαλίδιο αρώματος με τα χρωματιστά γυαλάκια…
Ναι, το είχα ζωγραφίσει με βερνίκια!
Γέλασαν. Ήσυχη σιγή.
Είσαι χαρούμενη; τη ρώτησε.
Κοίταξε έξω. Βράδυ πια, φώτα, κόσμος με τσάντες και παιδιά, άλλοι άσκοποι.
Ξέρεις, η „χαρά” ακούγεται λίγο. Είναι άλλο πράγμα: Κάθε πρωί που μπαίνω στο εργαστήριο, κάτι φτιάχνω με τα χέρια μου. Από το τίποτα κάτι. Αυτό είναι δικό μου. Δικό μου. Ούτε δανεικό, ούτε δωρεάν. Ίσως έτσι είναι η ζωή.
Ο Σταύρος γέλασε.
Ε, ναι. Ίσως.
Τα φώτα έξω ομοιόμορφα. Από το μπαρ ακούγονταν παλιό ελαφρολαϊκό. Ο καφές σχεδόν κρύος.
Να πηγαίνω, Σταύρο. Έχω νωρίς αύριο…
Εννοείται. Σηκώθηκε, της έδωσε τη σακούλα.
Χάρηκα να τα ξαναπούμε.
Χάρηκα κι εγώ.
Το εργαστήριο πώς το λες;
«Το Εργαστήρι της Μαρίας»! Έσκασε γέλιο.
Απλό. Μα γνήσιο.
Αποχαιρετίστηκαν στην πόρτα του καφέ. Εκείνος από εδώ, εκείνη από εκεί. Δεν γύρισε.
Σπίτι ησυχία. Οι φλοξ στην παρτέρι κάτω είχαν κλείσει, η μυρωδιά είχε φύγει, αλλά άνοιξε το παράθυρο έτσι κι αλλιώς. Απρίλης δροσερός, υγρός, καθαρός αέρας.
Έβαλε το βραστήρα, άνοιξε υλικά: νήματα ροζ, μπεζ, μέντα. Ξύλα διάφορα. Έφτιαξε μια πρόχειρη σειρά για να ξεκινήσει τα πομ πομ που θα κρέμονται πάνω από παιδικό κρεβάτι.
Ο βραστήρας σφύριξε. Έφτιαξε τσάι, στάθηκε με την κούπα στο παράθυρο. Κοίταξε το νυχτερινό κήπο, τα ημίφωτα, ένα μακρινό παράθυρο που ακόμα είχε φως. Κάπου πέρασε ένα αυτοκίνητο.
Σκεφτόταν πως η ζωή μετά το διαζύγιο, έτσι όπως της προέκυψε, δεν ήταν ούτε ναυάγιο, ούτε ήττα. Πενήντα δύο, νέα αρχή μετά τα πενήντα, μια μικρή δουλειά, δικό της σπίτι, δικό της μικροαστικό σύμπαν αρκεί. Για κάποιους λίγο για εκείνη αρκετό.
Κάθε πρωινός καφές ήταν δικός της. Κάθε απόφαση δική της πού θα πάει, με ποιον θα μιλήσει, ποιο πομ πομ θα φτιάξει. Αυτό αρκεί.
Έξω θρόιζαν τα κλαδιά. Κάπου μακριά ξεκινούσε να ρίχνει μια βροχή.
Η Μαρία κράτησε τη ζεστή κούπα με τα δύο της χέρια, κοίταξε στο σκοτάδι και σκέφτηκε: αύριο πρέπει να αγοράσω κι άλλη μπεζ κλωστή κοντεύει να τελειώσει, και οι παραγγελίες έρχονται.
Και γιατί όχι; και μια καινούρια πετσέτα κουζίνας. Η παλιά χάθηκε στα πλυσίματα.





