Ως παιδί ήμουν γεμάτη περιέργεια να ανακαλύψω ποιος είναι ο πατέρας μου. Μεγάλωσα σε ίδρυμα κι έτσι η απουσία του έγινε «φυσιολογική» για μένα. Στα 14 γνώρισα τον πατέρα των παιδιών μου και τότε δεν με ενδιέφερε να ψάξω τον δικό μου πατέρα – η ζωή απλώς συνέχισε. Αργότερα χωρίσαμε κι ακριβώς τότε – χωρίς να το επιδιώξω – τα γεγονότα με οδήγησαν σ’ εκείνον. Εργάζομαι ως ελεύθερη επαγγελματίας κι ένα πρωί ήρθε ένας πελάτης. Ανοίχτηκα, του είπα πως ποτέ δεν γνώρισα τον πατέρα μου κι εκείνος με βοήθησε να τον βρω. Τον εντοπίσαμε στο χωριό όπου ζούσε από πάντα. Όταν επιτέλους τον συνάντησα, ένιωσα απερίγραπτη συγκίνηση. Ατελείωτη χαρά. Άρχισα να κάνω σχέδια μαζί του – ταξίδια, καθημερινές κουβέντες, μικρές χειρονομίες. Του αγόραζα ρούχα, τον φρόντιζα, ταξιδεύαμε μαζί κι εγώ κάλυπτα τα έξοδα, είτε είχε χρήματα είτε όχι. Τον έβλεπα παραμελημένο, στεναχωρημένο, μόνο, κι ένιωθα πως έπρεπε να καλύψω τα χαμένα χρόνια. Μου έλεγε πως είναι μόνος, πως έχει παιδιά στο χωριό, μα δεν του επέτρεπαν να έχει γυναίκα, γιατί πίστευαν πως όποια τον πλησίαζε το έκανε για τα λεφτά του. Του ζήτησα να με γνωρίσει με τη γυναίκα που έλεγε πως τον αγαπούσε· το έκανε. Τη συνάντησα – μια ταπεινή, εργατική γυναίκα που τον φρόντιζε, φαινόταν καλή από τη συμπεριφορά της. Μα τα παιδιά του πατέρα μου δεν την ήθελαν. Την έβριζαν, έφερναν την αστυνομία, της φέρνονταν άσχημα σε κάθε ευκαιρία. Όταν τη ρώτησα γιατί, μου αποκάλυψε πως ο πατέρας μου έχει σπίτια, χωράφια και λεφτά στην τράπεζα κι ότι τα παιδιά του δεν αφήνουν κανέναν να τον πλησιάσει, μην τυχόν και τους πάρει κάτι. Από εκεί ξεκίνησαν τα σχόλια: ότι εγώ εμφανίστηκα για να του πάρω τα πάντα. Δεν είχα καν το επίθετό του. Εκείνος επέμεινε να το πάρω. Ήξερα πως θα φέρω μπελάδες, δεν ήθελα, αλλά είπε πως ήταν θέλησή του και τελικά δέχτηκα. Από τότε, όλα χειροτέρεψαν – η κριτική αυξήθηκε, οι συγκρούσεις ξεκαθάρισαν. Η σχέση μου με τη γυναίκα του πατέρα μου δυναμώθηκε. Τους πρότεινα να παντρευτούν κρυφά κι έτσι έγινε. Τα παιδιά θύμωσαν περισσότερο – με αυτόν και με μένα. Τους είπα πως ο πατέρας μου έχει δικαίωμα να είναι ευτυχισμένος. Ο γάμος τους είχε σκαμπανεβάσματα, αλλά κάποια στιγμή, αφού παντρεύτηκαν, τους κάλεσα σε ταξίδι. Συνήθως ταξίδευα μόνο με τον πατέρα μου. Σε αυτό το ταξίδι η γυναίκα του με ρώτησε πόσα θα συνεισφέρω στα έξοδα. Της είπα ότι δεν θα βάλω τίποτα – πάντα εγώ τα πλήρωνα όλα, όταν ταξίδευα μαζί του. Τότε μου είπε κάτι που με συγκλόνισε: ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως τα πίστευα. Ότι ο πατέρας μου πάντα είχε χρήματα, γι’ αυτό τα παιδιά του τον έλεγχαν. Δεν τον άφηναν να ξοδέψει τίποτα για τον εαυτό του, για ρούχα, για τη χαρά του. Εγώ νόμιζα ότι είχε οικονομικούς περιορισμούς, επειδή ζούσε σε μισοτελειωμένο σπίτι και φαινόταν στερημένος, αλλά τα λεφτά του τα διαχειρίζονταν άλλοι. Από τότε τον ενθάρρυνα να απολαύσει ό,τι είχε κερδίσει με τη δουλειά του. Όμως εκείνος έλεγε πως τα παιδιά του δεν τον άφηναν. Μετά τον γάμο, η γυναίκα του ζητούσε να βοηθήσει στο σπίτι, στα καθημερινά έξοδα. Κάθε φορά που του ζητούσε κάτι, εκείνος εξοργιζόταν. Τελικά έδινε, αλλά πάντα μετά από καυγά. Η ίδια μου τα εκμυστηρευόταν και μου φαίνονταν απόλυτα λογικά. Μια μέρα που ήμασταν όλοι μαζί, η γυναίκα του ζήτησε να πληρώσει εκείνος το φαγητό για τον πατέρα της. Έγινε έξαλλος – της είπε να πληρώσει εκείνη, ότι κάθε μέρα τα ίδια και άρχισε φασαρία. Τον υπερασπίστηκα. Τον ρώτησα αν θα ήθελε ο άντρας μου να αρνηθεί φαγητό στον πατέρα του. Του είπα πως δεν είναι δίκαιο να φέρεται έτσι στη γυναίκα που τον φροντίζει καθημερινά. Μου απάντησε πως είχε κουραστεί να του ζητάνε λεφτά για το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που με πλήγωσε: ότι ο πατέρας μου ήταν σφιχτοχέρης με τη γυναίκα που τον νοιαζόταν και του στεκόταν, αλλά ανοιχτοχέρης με τα παιδιά που δεν τον φρόντιζαν και τον θυμόντουσαν μόνο για τα λεφτά. Τελικά η σχέση του με τη γυναίκα του χάλασε. Πλέον ζει μόνος. Φαινομενικά μια κόρη τον φροντίζει, μα όλοι ξέρουμε πως εκείνος συντηρεί εκείνη, τον άντρα της και τα παιδιά τους. Τα άλλα του τηλεφωνούν, του διατάζουν και εκείνος στέλνει λεφτά χωρίς δισταγμό. Στη γυναίκα που ήταν δίπλα του, πάντα αρνιόταν. Δεν είμαι πια η ίδια απέναντί του. Τον αγαπάω, αλλά όχι όπως πριν. Δεν τον καλώ σε ταξίδια, σχεδόν δεν έχουμε επαφή. Αν δεν τηλεφωνήσω εγώ, δεν παίρνει εκείνος. Δεν μπορώ να είμαι όπως παλιά. Λυπάμαι που το παραδέχομαι, γιατί το να τον βρω ήταν ένα τεράστιο όνειρο κι όμως – τώρα είναι σαν να μην υπάρχει.

Σαν παιδί ήμουν πάντα περίεργη να ανακαλύψω ποιος είναι ο πατέρας μου. Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο στην Πάτρα και η απουσία του με τον καιρό έγινε κάτι «συνηθισμένο» για μένα. Στα δεκατέσσερά μου γνώρισα τον πατέρα των παιδιών μου και τότε δεν με ένοιαζε πια να αναζητήσω τον βιολογικό μου πατέρα. Η ζωή απλώς συνέχισε.

Αργότερα, όταν χώρισα, χωρίς να το επιδιώξω ιδιαίτερα, τα γεγονότα με οδήγησαν προς αυτόν. Έχω δικό μου μικρό κατάστημα στην Αθήνα και μια μέρα ήρθε ένας πελάτης. Ανταλλάξαμε κουβέντες, η συζήτηση κυλούσε άνετα και φυσικά του εκμυστηρεύτηκα ότι δεν είχα γνωρίσει ποτέ τον πατέρα μου. Αυτός προσφέρθηκε να με βοηθήσει να τον βρω. Τον εντοπίσαμε σε ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα, όπου ζούσε όλη του τη ζωή.

Η πρώτη μας συνάντηση ήταν συγκινητική, δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημά μου απέραντη χαρά. Αμέσως άρχισα να κάνω πλάνα μαζί του ταξίδια, συνεχής επικοινωνία, μικρές καθημερινές χειρονομίες. Του αγόραζα ρούχα, τον κακομάθαινα, ταξιδεύαμε μαζί, πλήρωνα πάντα εγώ, είτε είχε ευρώ είτε όχι. Τον έβλεπα παρατημένο, θλιμμένο, μόνο, και ένιωθα πως ήθελα να αναπληρώσω τα χαμένα χρόνια μας.

Μου έλεγε πως νιώθει μόνος, πως έχει παιδιά στο χωριό, αλλά δεν του επιτρέπουν να έχει γυναίκα δίπλα του, θεωρώντας πως οποιαδήποτε γυναίκα τον πλησιάζει το κάνει για τα λεφτά του. Τον παρακάλεσα να μου συστήσει τη γυναίκα που έλεγε ότι τον αγαπά. Έτσι και έκανε. Τη γνώρισα μια σεμνή, εργατική γυναίκα από τη Μεσσηνία, που τον φρόντιζε με αφοσίωση. Από τη συμπεριφορά της φαινόταν πολύ καλή. Παρόλα αυτά, τα παιδιά του πατέρα μου την απέρριπταν. Της φέρονταν άσχημα, φώναζαν την αστυνομία, την προσέβαλλαν όποτε είχαν την ευκαιρία.

Τη ρώτησα γιατί υποφέρει αυτή τη συμπεριφορά. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο πατέρας μου διαθέτει σπίτια, εκτάσεις και καταθέσεις σε τράπεζες γι αυτό τα παιδιά του δεν αφήνουν κανέναν να τον πλησιάσει, φοβούμενοι μην χάσουν μέρος της περιουσίας.

Από κει άρχισαν και τα κουτσομπολιά. Άρχισαν να λένε ότι παρουσιάστηκα μόνο και μόνο για να του πάρω τα πάντα. Δεν έφερα καν το επίθετό του. Εκείνος επέμεινε να το πάρω. Εγώ δεν ήθελα να δημιουργήσω φασαρίες, αλλά μου είπε πως αυτή είναι η τελευταία του επιθυμία κι έτσι το αποδέχτηκα. Από τη στιγμή εκείνη, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο εκνευρισμός και τα ξεσπάσματα πληθαίναν.

Η σχέση μου με τη γυναίκα του δυνάμωσε ακόμα περισσότερο. Τους πρότεινα να παντρευτούν κρυφά και το έκαναν. Τα παιδιά εξοργίστηκαν μαζί του και μαζί μου. Τους είπα πως ο πατέρας μου έχει δικαίωμα να ζήσει ευτυχισμένος. Ο γάμος τους είχε ζητήματα αλλά και καλές στιγμές. Κάποια στιγμή, τους κάλεσα σε ταξίδι συνήθως ταξίδευα μόνο με τον πατέρα μου. Όμως αυτή τη φορά ήρθε και η γυναίκα του. Με ρώτησε πόσα χρήματα θα βάλω για τα έξοδα. Της είπα καθόλου πάντοτε εγώ κάλυπτα όλες τις δαπάνες όταν ήμασταν οι δυο μας.

Τότε μου είπε κάτι που με τάραξε βαθιά: τα πράγματα δεν ήταν όπως νόμιζα. Ο πατέρας μου πάντα είχε οικονομική άνεση, γι αυτό τα παιδιά του ήθελαν να έχουν τον έλεγχο. Δεν του επέτρεπαν να ξοδεύει για τον εαυτό του, για ρούχα ή για κάτι που του έδινε χαρά. Εγώ πίστευα πως είχε λίγα χρήματα, ζώντας σε μισοτελειωμένο σπίτι και φαινόταν να στερείται, όμως στην πραγματικότητα άλλοι διαχειρίζονταν τα οικονομικά του.

Από τότε άρχισα να τον ενθαρρύνω να απολαύσει αυτά που ο ίδιος κατάφερε με κόπο. Εκείνος μου έλεγε πως τα παιδιά του δεν το δέχονται. Μετά τον γάμο, η γυναίκα του του ζητούσε να βοηθάει στα καθημερινά έξοδα, στα ψώνια και στα βασικά του σπιτιού. Κάθε φορά που του το ζητούσε, εκείνος θύμωνε κι ακολουθούσαν καβγάδες. Στο τέλος κάτι έδινε, αλλά πάντα μετά από φασαρία. Εκείνη τα μοιραζόταν όλα μαζί μου και μου φαινόταν απόλυτα δίκαιο.

Μια φορά, καθώς ήμασταν όλοι μαζί, η γυναίκα του τού ζήτησε να αγοράσει φαγητό για τον πατέρα της. Αντέδρασε εκνευρισμένοςτης είπε να πληρώσει εκείνη, πως κάθε μέρα του ζητάνε λεφτά, ξεκίνησε καυγάς. Πήρα το μέρος της. Τον ρώτησα αν θα του άρεσε ο δικός μου άντρας να αρνιόταν φαγητό στον πεθερό του. Του είπα πως δεν είναι δίκαιο να φέρεται έτσι στην γυναίκα που του μαγειρεύει, πλένει και τον φροντίζει καθημερινά. Μου απάντησε πως κουράστηκε να του ζητούν συνέχεια χρήματα για το νοικοκυριό.

Εκεί συνειδητοποίησα με πίκρα πως ο πατέρας μου ήταν σκληρός και τσιγκούνης προς τη γυναίκα που του στεκόταν πραγματικά, ενώ ήταν απλόχερος με τα παιδιά που ούτε τον φρόντιζαν ούτε ασχολούνταν μαζί του μόνο για χρήματα τον ήθελαν.

Τελικά, η σχέση με τη γυναίκα του διαλύθηκε. Τώρα πια ζει μόνος. Υποτίθεται ότι μια κόρη τον φροντίζει, αλλά ξέρουμε όλοι πως αυτός συντηρεί εκείνη, τον άντρα της και τα εγγόνια τους. Τα άλλα παιδιά του τηλεφωνούν και εκείνος, χωρίς δεύτερη σκέψη, τους στέλνει χρήματα. Στη γυναίκα που στεκόταν δίπλα του πάντα έλεγε όχι.

Πλέον δεν αισθάνομαι το ίδιο γι αυτόν. Τον αγαπώ, αλλά όχι όπως πρώτα. Δεν τον παίρνω σε ταξίδια, σχεδόν δεν επικοινωνούμε. Αν δεν τηλεφωνήσω εγώ, δεν παίρνει ποτέ. Νιώθω πως δεν μπορώ να είμαι ξανά όπως πριν. Είναι θλιβερό που το ομολογώ, γιατί όταν τον βρήκα ήταν όνειρο και τώρα είναι σαν να μην υπάρχει πια στη ζωή μου.

Oceń artykuł
Ως παιδί ήμουν γεμάτη περιέργεια να ανακαλύψω ποιος είναι ο πατέρας μου. Μεγάλωσα σε ίδρυμα κι έτσι η απουσία του έγινε «φυσιολογική» για μένα. Στα 14 γνώρισα τον πατέρα των παιδιών μου και τότε δεν με ενδιέφερε να ψάξω τον δικό μου πατέρα – η ζωή απλώς συνέχισε. Αργότερα χωρίσαμε κι ακριβώς τότε – χωρίς να το επιδιώξω – τα γεγονότα με οδήγησαν σ’ εκείνον. Εργάζομαι ως ελεύθερη επαγγελματίας κι ένα πρωί ήρθε ένας πελάτης. Ανοίχτηκα, του είπα πως ποτέ δεν γνώρισα τον πατέρα μου κι εκείνος με βοήθησε να τον βρω. Τον εντοπίσαμε στο χωριό όπου ζούσε από πάντα. Όταν επιτέλους τον συνάντησα, ένιωσα απερίγραπτη συγκίνηση. Ατελείωτη χαρά. Άρχισα να κάνω σχέδια μαζί του – ταξίδια, καθημερινές κουβέντες, μικρές χειρονομίες. Του αγόραζα ρούχα, τον φρόντιζα, ταξιδεύαμε μαζί κι εγώ κάλυπτα τα έξοδα, είτε είχε χρήματα είτε όχι. Τον έβλεπα παραμελημένο, στεναχωρημένο, μόνο, κι ένιωθα πως έπρεπε να καλύψω τα χαμένα χρόνια. Μου έλεγε πως είναι μόνος, πως έχει παιδιά στο χωριό, μα δεν του επέτρεπαν να έχει γυναίκα, γιατί πίστευαν πως όποια τον πλησίαζε το έκανε για τα λεφτά του. Του ζήτησα να με γνωρίσει με τη γυναίκα που έλεγε πως τον αγαπούσε· το έκανε. Τη συνάντησα – μια ταπεινή, εργατική γυναίκα που τον φρόντιζε, φαινόταν καλή από τη συμπεριφορά της. Μα τα παιδιά του πατέρα μου δεν την ήθελαν. Την έβριζαν, έφερναν την αστυνομία, της φέρνονταν άσχημα σε κάθε ευκαιρία. Όταν τη ρώτησα γιατί, μου αποκάλυψε πως ο πατέρας μου έχει σπίτια, χωράφια και λεφτά στην τράπεζα κι ότι τα παιδιά του δεν αφήνουν κανέναν να τον πλησιάσει, μην τυχόν και τους πάρει κάτι. Από εκεί ξεκίνησαν τα σχόλια: ότι εγώ εμφανίστηκα για να του πάρω τα πάντα. Δεν είχα καν το επίθετό του. Εκείνος επέμεινε να το πάρω. Ήξερα πως θα φέρω μπελάδες, δεν ήθελα, αλλά είπε πως ήταν θέλησή του και τελικά δέχτηκα. Από τότε, όλα χειροτέρεψαν – η κριτική αυξήθηκε, οι συγκρούσεις ξεκαθάρισαν. Η σχέση μου με τη γυναίκα του πατέρα μου δυναμώθηκε. Τους πρότεινα να παντρευτούν κρυφά κι έτσι έγινε. Τα παιδιά θύμωσαν περισσότερο – με αυτόν και με μένα. Τους είπα πως ο πατέρας μου έχει δικαίωμα να είναι ευτυχισμένος. Ο γάμος τους είχε σκαμπανεβάσματα, αλλά κάποια στιγμή, αφού παντρεύτηκαν, τους κάλεσα σε ταξίδι. Συνήθως ταξίδευα μόνο με τον πατέρα μου. Σε αυτό το ταξίδι η γυναίκα του με ρώτησε πόσα θα συνεισφέρω στα έξοδα. Της είπα ότι δεν θα βάλω τίποτα – πάντα εγώ τα πλήρωνα όλα, όταν ταξίδευα μαζί του. Τότε μου είπε κάτι που με συγκλόνισε: ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως τα πίστευα. Ότι ο πατέρας μου πάντα είχε χρήματα, γι’ αυτό τα παιδιά του τον έλεγχαν. Δεν τον άφηναν να ξοδέψει τίποτα για τον εαυτό του, για ρούχα, για τη χαρά του. Εγώ νόμιζα ότι είχε οικονομικούς περιορισμούς, επειδή ζούσε σε μισοτελειωμένο σπίτι και φαινόταν στερημένος, αλλά τα λεφτά του τα διαχειρίζονταν άλλοι. Από τότε τον ενθάρρυνα να απολαύσει ό,τι είχε κερδίσει με τη δουλειά του. Όμως εκείνος έλεγε πως τα παιδιά του δεν τον άφηναν. Μετά τον γάμο, η γυναίκα του ζητούσε να βοηθήσει στο σπίτι, στα καθημερινά έξοδα. Κάθε φορά που του ζητούσε κάτι, εκείνος εξοργιζόταν. Τελικά έδινε, αλλά πάντα μετά από καυγά. Η ίδια μου τα εκμυστηρευόταν και μου φαίνονταν απόλυτα λογικά. Μια μέρα που ήμασταν όλοι μαζί, η γυναίκα του ζήτησε να πληρώσει εκείνος το φαγητό για τον πατέρα της. Έγινε έξαλλος – της είπε να πληρώσει εκείνη, ότι κάθε μέρα τα ίδια και άρχισε φασαρία. Τον υπερασπίστηκα. Τον ρώτησα αν θα ήθελε ο άντρας μου να αρνηθεί φαγητό στον πατέρα του. Του είπα πως δεν είναι δίκαιο να φέρεται έτσι στη γυναίκα που τον φροντίζει καθημερινά. Μου απάντησε πως είχε κουραστεί να του ζητάνε λεφτά για το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που με πλήγωσε: ότι ο πατέρας μου ήταν σφιχτοχέρης με τη γυναίκα που τον νοιαζόταν και του στεκόταν, αλλά ανοιχτοχέρης με τα παιδιά που δεν τον φρόντιζαν και τον θυμόντουσαν μόνο για τα λεφτά. Τελικά η σχέση του με τη γυναίκα του χάλασε. Πλέον ζει μόνος. Φαινομενικά μια κόρη τον φροντίζει, μα όλοι ξέρουμε πως εκείνος συντηρεί εκείνη, τον άντρα της και τα παιδιά τους. Τα άλλα του τηλεφωνούν, του διατάζουν και εκείνος στέλνει λεφτά χωρίς δισταγμό. Στη γυναίκα που ήταν δίπλα του, πάντα αρνιόταν. Δεν είμαι πια η ίδια απέναντί του. Τον αγαπάω, αλλά όχι όπως πριν. Δεν τον καλώ σε ταξίδια, σχεδόν δεν έχουμε επαφή. Αν δεν τηλεφωνήσω εγώ, δεν παίρνει εκείνος. Δεν μπορώ να είμαι όπως παλιά. Λυπάμαι που το παραδέχομαι, γιατί το να τον βρω ήταν ένα τεράστιο όνειρο κι όμως – τώρα είναι σαν να μην υπάρχει.