Σαν παιδί ήμουν πάντα περίεργη να ανακαλύψω ποιος είναι ο πατέρας μου. Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο στην Πάτρα και η απουσία του με τον καιρό έγινε κάτι «συνηθισμένο» για μένα. Στα δεκατέσσερά μου γνώρισα τον πατέρα των παιδιών μου και τότε δεν με ένοιαζε πια να αναζητήσω τον βιολογικό μου πατέρα. Η ζωή απλώς συνέχισε.
Αργότερα, όταν χώρισα, χωρίς να το επιδιώξω ιδιαίτερα, τα γεγονότα με οδήγησαν προς αυτόν. Έχω δικό μου μικρό κατάστημα στην Αθήνα και μια μέρα ήρθε ένας πελάτης. Ανταλλάξαμε κουβέντες, η συζήτηση κυλούσε άνετα και φυσικά του εκμυστηρεύτηκα ότι δεν είχα γνωρίσει ποτέ τον πατέρα μου. Αυτός προσφέρθηκε να με βοηθήσει να τον βρω. Τον εντοπίσαμε σε ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα, όπου ζούσε όλη του τη ζωή.
Η πρώτη μας συνάντηση ήταν συγκινητική, δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημά μου απέραντη χαρά. Αμέσως άρχισα να κάνω πλάνα μαζί του ταξίδια, συνεχής επικοινωνία, μικρές καθημερινές χειρονομίες. Του αγόραζα ρούχα, τον κακομάθαινα, ταξιδεύαμε μαζί, πλήρωνα πάντα εγώ, είτε είχε ευρώ είτε όχι. Τον έβλεπα παρατημένο, θλιμμένο, μόνο, και ένιωθα πως ήθελα να αναπληρώσω τα χαμένα χρόνια μας.
Μου έλεγε πως νιώθει μόνος, πως έχει παιδιά στο χωριό, αλλά δεν του επιτρέπουν να έχει γυναίκα δίπλα του, θεωρώντας πως οποιαδήποτε γυναίκα τον πλησιάζει το κάνει για τα λεφτά του. Τον παρακάλεσα να μου συστήσει τη γυναίκα που έλεγε ότι τον αγαπά. Έτσι και έκανε. Τη γνώρισα μια σεμνή, εργατική γυναίκα από τη Μεσσηνία, που τον φρόντιζε με αφοσίωση. Από τη συμπεριφορά της φαινόταν πολύ καλή. Παρόλα αυτά, τα παιδιά του πατέρα μου την απέρριπταν. Της φέρονταν άσχημα, φώναζαν την αστυνομία, την προσέβαλλαν όποτε είχαν την ευκαιρία.
Τη ρώτησα γιατί υποφέρει αυτή τη συμπεριφορά. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο πατέρας μου διαθέτει σπίτια, εκτάσεις και καταθέσεις σε τράπεζες γι αυτό τα παιδιά του δεν αφήνουν κανέναν να τον πλησιάσει, φοβούμενοι μην χάσουν μέρος της περιουσίας.
Από κει άρχισαν και τα κουτσομπολιά. Άρχισαν να λένε ότι παρουσιάστηκα μόνο και μόνο για να του πάρω τα πάντα. Δεν έφερα καν το επίθετό του. Εκείνος επέμεινε να το πάρω. Εγώ δεν ήθελα να δημιουργήσω φασαρίες, αλλά μου είπε πως αυτή είναι η τελευταία του επιθυμία κι έτσι το αποδέχτηκα. Από τη στιγμή εκείνη, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Ο εκνευρισμός και τα ξεσπάσματα πληθαίναν.
Η σχέση μου με τη γυναίκα του δυνάμωσε ακόμα περισσότερο. Τους πρότεινα να παντρευτούν κρυφά και το έκαναν. Τα παιδιά εξοργίστηκαν μαζί του και μαζί μου. Τους είπα πως ο πατέρας μου έχει δικαίωμα να ζήσει ευτυχισμένος. Ο γάμος τους είχε ζητήματα αλλά και καλές στιγμές. Κάποια στιγμή, τους κάλεσα σε ταξίδι συνήθως ταξίδευα μόνο με τον πατέρα μου. Όμως αυτή τη φορά ήρθε και η γυναίκα του. Με ρώτησε πόσα χρήματα θα βάλω για τα έξοδα. Της είπα καθόλου πάντοτε εγώ κάλυπτα όλες τις δαπάνες όταν ήμασταν οι δυο μας.
Τότε μου είπε κάτι που με τάραξε βαθιά: τα πράγματα δεν ήταν όπως νόμιζα. Ο πατέρας μου πάντα είχε οικονομική άνεση, γι αυτό τα παιδιά του ήθελαν να έχουν τον έλεγχο. Δεν του επέτρεπαν να ξοδεύει για τον εαυτό του, για ρούχα ή για κάτι που του έδινε χαρά. Εγώ πίστευα πως είχε λίγα χρήματα, ζώντας σε μισοτελειωμένο σπίτι και φαινόταν να στερείται, όμως στην πραγματικότητα άλλοι διαχειρίζονταν τα οικονομικά του.
Από τότε άρχισα να τον ενθαρρύνω να απολαύσει αυτά που ο ίδιος κατάφερε με κόπο. Εκείνος μου έλεγε πως τα παιδιά του δεν το δέχονται. Μετά τον γάμο, η γυναίκα του του ζητούσε να βοηθάει στα καθημερινά έξοδα, στα ψώνια και στα βασικά του σπιτιού. Κάθε φορά που του το ζητούσε, εκείνος θύμωνε κι ακολουθούσαν καβγάδες. Στο τέλος κάτι έδινε, αλλά πάντα μετά από φασαρία. Εκείνη τα μοιραζόταν όλα μαζί μου και μου φαινόταν απόλυτα δίκαιο.
Μια φορά, καθώς ήμασταν όλοι μαζί, η γυναίκα του τού ζήτησε να αγοράσει φαγητό για τον πατέρα της. Αντέδρασε εκνευρισμένοςτης είπε να πληρώσει εκείνη, πως κάθε μέρα του ζητάνε λεφτά, ξεκίνησε καυγάς. Πήρα το μέρος της. Τον ρώτησα αν θα του άρεσε ο δικός μου άντρας να αρνιόταν φαγητό στον πεθερό του. Του είπα πως δεν είναι δίκαιο να φέρεται έτσι στην γυναίκα που του μαγειρεύει, πλένει και τον φροντίζει καθημερινά. Μου απάντησε πως κουράστηκε να του ζητούν συνέχεια χρήματα για το νοικοκυριό.
Εκεί συνειδητοποίησα με πίκρα πως ο πατέρας μου ήταν σκληρός και τσιγκούνης προς τη γυναίκα που του στεκόταν πραγματικά, ενώ ήταν απλόχερος με τα παιδιά που ούτε τον φρόντιζαν ούτε ασχολούνταν μαζί του μόνο για χρήματα τον ήθελαν.
Τελικά, η σχέση με τη γυναίκα του διαλύθηκε. Τώρα πια ζει μόνος. Υποτίθεται ότι μια κόρη τον φροντίζει, αλλά ξέρουμε όλοι πως αυτός συντηρεί εκείνη, τον άντρα της και τα εγγόνια τους. Τα άλλα παιδιά του τηλεφωνούν και εκείνος, χωρίς δεύτερη σκέψη, τους στέλνει χρήματα. Στη γυναίκα που στεκόταν δίπλα του πάντα έλεγε όχι.
Πλέον δεν αισθάνομαι το ίδιο γι αυτόν. Τον αγαπώ, αλλά όχι όπως πρώτα. Δεν τον παίρνω σε ταξίδια, σχεδόν δεν επικοινωνούμε. Αν δεν τηλεφωνήσω εγώ, δεν παίρνει ποτέ. Νιώθω πως δεν μπορώ να είμαι ξανά όπως πριν. Είναι θλιβερό που το ομολογώ, γιατί όταν τον βρήκα ήταν όνειρο και τώρα είναι σαν να μην υπάρχει πια στη ζωή μου.






