Χωρίς περιττές λέξεις
Ο Οδυσσέας βυθίστηκε πίσω στην καρέκλα, μισοκλείνοντας τα μάτια μετά το χορταστικό δείπνο. Το βλέμμα του έγλυψε αργά τη Δανάη, που εκείνη τη στιγμή σήκωσε το ποτήρι με το λευκό κρασί στα χείλη. Το απαλό, θαμπωμένο φως από τα φωτιστικά του εστιατορίου αγκάλιαζε το πρόσωπό της, τονίζοντας τα λεπτά της χαρακτηριστικά με τον ίδιο τρόπο που μια νησιώτικη αυλή λούζεται στο φως ενός ήσυχα μαγικού λυκόφωτος. Στα μάγουλά της άνθιζε φυσικό κοκκίνισμα, κι εκείνα τα μάτια της λαμποκοπούσαν, σαν να αντανακλούσαν το χρυσό φως των φωτιστικών πάνω από το τραπέζι.
Είσαι ευχαριστημένη; ψιθύρισε εκείνος χαλαρά, σαν η ερώτηση να είχε ξεφύγει αθέλητα από τα χείλη του, ξεφλουδισμένη από τη βραδινή ατμόσφαιρα.
Η Δανάη άφησε ήσυχα το ποτήρι στο τραπέζι και ένα χαμόγελο άγγιξε τα χείλη της.
Φυσικά. Ξέρεις πάντα πού να με φέρεις. Εδώ όλα μοιάζουν τόσο αρμονικά.
Ο Οδυσσέας έγνευσε δίχως λόγια. Το μέρος αυτό είχε γίνει το καταφύγιό του, ίσως και το καταφύγιό τους. Δε χρειαζόταν πέπλο χλιδής ή φανταχτερή διακόσμηση μονάχα μια επιμελημένη ησυχία, που απλωνόταν ανάμεσά τους καθώς τα απαλά φώτα ανέδιδαν ζεστασιά, ενώ η μουσική, νωθρή και χαμηλή, κυλούσε στο χώρο σαν θαλασσινό αεράκι. Ο σερβιτόρος προχωρούσε σαν να χόρευε σε αργό βαλς: κανένας βιαστικός ήχος, μόνο ένα ουσιαστικό μεγαλείο στην απλότητα.
Τους τελευταίους έξι μήνες, αν το έψαχνες στο ημερολόγιό του, ο Οδυσσέας είχε φέρει τη Δανάη εκεί πάνω από πέντε φορές. Κάθε επίσκεψη άφηνε πίσω της μια απαλή χροιά, όχι μόνο από τα μεσογειακά πιάτα γεμάτα μυρωδιές ρίγανης και ελαιόλαδου, μα από εκείνη την αίσθηση τρυφερής προσμονής κάτω από τα φώτα του τραπεζιού. Και κάθε φορά που ο λογαριασμός έφτανε, ο Οδυσσέας πλήρωνε σε ευρώ, χωρίς δεύτερη σκέψη σαν να κοιτούσε απλώς τα κύματα του Αιγαίου να χτυπούν στα βράχια.
Ξέρεις, σκέφτηκα μήπως να πάμε κάπου το σαββατοκύριακο, είπε η Δανάη, παίζοντας αφηρημένα με τη λευκή πετσέτα, διπλώνοντας και ξεδιπλώνοντας την ανάμεσα στα λεπτοκαμωμένα της δάχτυλα. Έχω αρχίσει να βαριέμαι λιγάκι.
Θα δούμε, απάντησε εκείνος με μια γλυκιά ελαφρότητα, προσέχοντας να μη ραγίσει τη ροή της βραδιάς. Δύσκολα τα πράγματα στη δουλειά, το ξέρεις.
Η Δανάη φάνηκε να απομακρύνεται για μια στιγμή, η σκιά της ανυπομονησίας πέρασε αστραπιαία μέσα από τα μάτια της. Αλλά πάλι, το πρόσωπό της χάιδεψε την ευγένεια, σαν κύμα που λειαίνει μια παραλία.
Το καταλαβαίνω. Είσαι πάντα ο υπεύθυνος, δήλωσε μισοπεριπαικτικά.
Ένας μεσογειακός σερβιτόρος πλησίασε αθόρυβα το τραπέζι, κρατώντας το κατάλογο των γλυκών σαν αρχαία περγαμηνή. Οι κινήσεις του μετρημένες, έμπειρες, σαν παλιά φιγούρα σε αθηναϊκή ταβέρνα που έχει δει γενιές πελατών.
Ο Οδυσσέας, χωρίς πολλές συστάσεις, έκανε ένα νεύμα:
Εμείς είμαστε έτοιμοι. Φέρτε μας το δικό σας, το ξεχωριστό. Και άλλη μια μπουκάλα από το ίδιο κρασί.
Ο σερβιτόρος ζήτησε μ’ ένα κοφτό νεύμα κι έσβησε αργά προς την επόμενη παρέα.
Εκείνη τη στιγμή, η Δανάη ζωγράφισε κύκλους με το δάχτυλο στο χείλος του ποτηριού, το γυαλί γουργούρισε ελαφρά μια φευγαλέα διάσπαση της μουσικής υπόκρουσης. Σήκωσε τα μάτια της, ανήσυχη, σαν κάποιο παλιό μυστικό να την ξάφνιασε ξαφνικά στη μνήμη.
Σαν να είσαι κάπως μακριά απόψε, ψιθύρισε τόσο σιγανά που ο άνεμος στο λιμάνι θα άρπαζε τον ήχο στα κύματα του.
Ο Οδυσσέας ανασήκωσε τους ώμους.
Κουράστηκα. Με έχει φάει δουλειά.
Και, αλήθεια, οι τελευταίες εβδομάδες τον είχαν αποψιλώσει σαν μεσημεριανός ήλιος που στεγνώνει θάμνους. Συναντήσεις διαδέχονταν την αγωνία, διεκπεραιώσεις, προθεσμίες που στένευαν τον ύπνο σε λεπτές φέτες λυκαυγούς. Κι όμως, δεν ήταν μόνο η δουλειά.
Δυο βράδια πριν, καθώς αργοκύλαγε στο διαδίκτυο, έπεσε πάνω σε ένα προφίλ τής Δανάης που του διέφευγε τόσο καιρό. Τίποτα το ανησυχητικό φωτογραφίες καθημερινές, σχόλια φίλων μόνο κάτι περίεργο: σε μια φωτογραφία, η Δανάη γελούσε πλάι σ έναν άντρα με πανάκριβο κουστούμι. Οι λεζάντες αθώες μα πεισματάρες: «Με τον πιο προσεχτικό», «Η έμπνευσή μου». Οι ημερομηνίες συνέπιπταν με βραδιές που εκείνη του έλεγε πως ήταν απασχολημένη.
Αρχικά το απέδιδα σε τύχη φίλοι, συνάδελφοι, τυχαία παρέα. Μετά, μελέτησα προσεκτικά λεπτομέρειες, συνέδεσα γεγονότα. Βρήκα και άλλον αυτή τη φορά στα σχόλια φωτογραφίας από το ίδιο εστιατόριο όπου βρισκόμασταν. «Πάντα υπέροχη, ανυπομονώ για την επόμενη φορά», είχε γράψει κάποιος Μηνάς, με μια καρδούλα στο τέλος.
Όλα αυτά με στριφογύριζαν όλη νύχτα. Ήπια κρασί να ξεφύγω, ένιωσα το στόμα μου στεγνό, μαξιλάρι για σκέψεις που δεν έδιωχνε το αλκοόλ. Ξανά και ξανά οι ίδιες φωτογραφίες, τα ίδια ονόματα, τα ίδια λόγια.
Δεν έκανα σκηνή δεν απαίτησα εξηγήσεις, ούτε ύψωσα φωνή κάτω από τα φώτα και το μειλίχιο βιολί. Αλλά πήρα μια απόφαση: να βάλω τέλος, κι όχι αθόρυβα όπως κάνουν οι πολλοί στην Αθήνα. Ήθελα αυτό το τέλος να έχει ήχο μια φευγαλέα μνήμη στη μνήμη της, ένα αμήχανο διάλειμμα στην παλιά γλυκύτητα.
Το δείπνο τελείωνε. Ο σερβιτόρος έφερε τον λογαριασμό, βαρύς σαν μάρμαρο Πεντέλης. Ο Οδυσσέας άνοιξε την δερμάτινη θήκη, έκανε πως κοιτάζει τους αριθμούς. Ήξερε ήδη το άθροισμα τίποτα δεν τον ξάφνιαζε. Σήκωσε τα μάτια στη Δανάη, καθαρά, χωρίς χαμόγελο, χωρίς περιττή γλύκα.
Να σου πω κάτι; Εγώ θα πληρώσω μόνο τον δικό μου λογαριασμό απόψε. Για το δικό σου γεύμα, θα χρειαστεί να πληρώσεις μόνη σου, είπε σε ουδέτερο τόνο, σαν να μιλούσε για το λεωφορείο που αργεί.
Η Δανάη κοκκίνισε ξαφνικά. Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν στην πετσέτα. Ψαχούλεψε για λόγια που δεν ταίριαζαν στη στιγμή.
Οδυσσέα, αυτό δεν είναι αστείο, ξεστόμισε προσπαθώντας να διατηρήσει ένα ίχνος αυτοκυριαρχίας.
Δε σου κάνω πλάκα, αποκρίθηκε, αφήνοντας το φάκελο με τη χρέωση μπροστά της, όσο πιο γλυκά γίνεται. Τι έγινε, δεν έχεις αρκετά ευρώ μαζί σου; Πάρε ένα τηλέφωνο κάποιον. Π.χ. τον Μηνά. Τι νόμισες, ότι δεν θα μάθαινα; Ότι μπορείς να με χρησιμοποιείς έτσι;
Τα μάτια της έμειναν ορθάνοιχτα, πλημμυρισμένα με απόγνωση και γυμνή οργή σαν να της είχε πετάξει ατάκα βγαλμένη από κακό όνειρο.
Δε ξέρω για ποιον μιλάς, ξεστόμισε, μα η φωνή της έσπασε και έπεσε σαν κομμένο φιλί.
Κρίμα, αποκρίθηκε και σηκώθηκε. Εγώ φεύγω. Τα υπόλοιπα, δικά σου.
Έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα, τα άφησε στο τραπέζι για το μερίδιο του και γύρισε την πλάτη αργοβαδίζοντας. Άκουσε πίσω του τη φωνή της να ανεβαίνει σε οξείς τόνους, να ψάχνει απολογίες από το σερβιτόρο, αλλά εκείνος ούτε να γυρίσει κοίταξε. Με κάθε βήμα, η ανάσα του γινόταν πιο ελαφριά όχι από εκδίκηση, όχι από ικανοποίηση, μα γιατί είχε επιτέλους πει αυτό που έπρεπε.
Βγήκε στο δρόμο, ρούφηξε με όρεξη τον αέρα της πόλης. Τα φώτα των φανοστατών διαγράφονταν σαν χρυσαφένια στίγματα ανάμεσα σε βιτρίνες που τρεμόπαιζαν. Ο κόσμος περπατούσε χαλαρά, ζευγάρια γελούσαν, κάποιος προσπερνούσε βιαστικά. Η πόλη χόρευε στο δικό της τανγκό, και για πρώτη φορά του φάνηκε σωστό.
Ο Οδυσσέας αναλογίστηκε πόσο περίεργη ήταν τελικά η ζωή. Πριν λίγες εβδομάδες, ήταν σίγουρος πως η Δανάη ήταν η μια και μοναδική όχι τέλεια, μα δικιά του, σαν το αγαπημένο νησί που ξέρεις τα βράχια του. Θυμήθηκε τα δώρα πώς διάλεγε κινητό για να ταιριάζει στα γούστα της, τις συμβουλές στους πωλητές, τη χαρά της όταν της αγόρασε συνδρομή σε κάποιο πολυτελές γυμναστήριο. Πώς λάτρευε να τη βλέπει να φοράει σκουλαρίκια χρυσά, λεπτεπίλεπτα.
Θυμήθηκε τα τηλέφωνα που περίμενε, τις στιγμές που ξεκινούσε νωρίτερα από τη δουλειά του για να βρεθεί μαζί της, περήφανος για κάθε μικρή χαρά που της πρόσφερε. Τώρα έβλεπε: όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι. Όχι δικό του δικό της. Και η γεύση που του άφηνε αυτό το ξύπνημα ήταν όχι πικρή, μα κάπως απαλή σαν χλιαρός ελληνικός καφές που έχει μεθύσει τη γεύση.
Το κινητό του δόνησε στην τσέπη. Μήνυμα από τη Δανάη: «Είναι πολύ χαμηλό αυτό που έκανες. Θα μπορούσες απλώς να μου το πεις.»
Στάθηκε σε μια φωτεινή βιτρίνα βιβλιοπωλείου, παρατηρώντας τα χρωματιστά εξώφυλλα πίσω από το γυαλί. Σκέφτηκε για μια στιγμή. Έγραψε: «Αυτό ακριβώς έκανα.»
Πάτησε αποστολή κι έσβησε το κινητό. Δεν ήθελε άλλη συζήτηση, ούτε ερωτήσεις, ούτε δικαίωση. Είχε ήδη πει όσα είχαν σημασία.
Μια μακριά αττική νύχτα άνοιγε μπροστά του. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Οδυσσέας συνειδητοποιούσε ότι μπορούσε να περάσει όπως ήθελε το βράδυ του: να μπει σε ένα μπαρ γνωστό, να αφήσει το βλέμμα του να χαθεί, να παραγγείλει ούζο με μεζέ και να βλέπει απλώς τους περαστικούς. Ή να γυρίσει σπίτι, να βάλει τη μουσική που εκείνη δεν άντεχε, και να κοιμηθεί χορτάτος, χωρίς το άγχος πως θα πρέπει το πρωί να την πάει στη δουλειά. Ή να τηλεφωνήσει σ έναν παλιό φίλο εκείνον που είχαν καιρό να πουν δυο κουβέντες και να κανονίσουν μια σπάνια έξοδο.
Τώρα μπορούσε να διαλέξει. Και αυτό ήταν πραγματικά όμορφο.
*******************
Το επόμενο πρωί ο Οδυσσέας ξύπνησε πριν καν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Μόνο οι ψίθυροι του αναγεννώμενου αθηναϊκού δρόμου ακούγονταν πίσω από τα κλειστά πατζούρια. Τεντώθηκε, ένιωσε τους μύες του να ξεμπλοκάρουν η γνωστή βαριά σκιά είχε φύγει και μια απίθανη ελαφράδα σαν να φώλιαζε μέσα του, σαν να χε βγει ο ήλιος μετά από έναν βροχερό μήνα.
Έμεινε πολλή ώρα κάτω από το ντους, αφήνοντας τις σταγόνες να ξεβράσουν τα κατάλοιπα της χθεσινής νύχτας. Έκλεισε τα μάτια και, ακούγοντας το βουητό του νερού να χτυπάει τη γυάλινη πόρτα, επέτρεψε για πρώτη φορά στον εαυτό του απλώς να υπάρχει, χωρίς αγωνίες, χωρίς εξηγήσεις.
Μετά, άλεσε ελληνικό καφέ στο μπρίκι, άφησε το γλυκό άρωμα να πλημμυρίσει την κουζίνα. Πήρε την κούπα και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο ήλιος που ανέβαινε, σκόρπιζε σκιές πάνω στα κεραμίδια, στους μακρυμένους λεβάντες των απέναντι μπαλκονιών. Από κάτω περνούσαν φωνές παιδιών, μυρωδιές πρωινού ψωμιού από το φούρνο της γειτονιάς, τζιτζίκια που δεν έλεγαν ακόμα να σταματήσουν.
Το κινητό κοιμόταν παραδίπλα. Δεν βιαζόταν να το ανοίξει. Ήθελε να χαρεί λίγο ακόμα αυτή την ήσυχη κατάσταση χωρίς ειδοποιήσεις, χωρίς τους ήχους των μηνυμάτων να επαναφέρουν το χθες.
Κατά το μεσημέρι το ξεκλείδωσε. Μηνύματα από συναδέλφους, ειδοποιήσεις από τα social κι ένα από τη Δανάη. Έμεινε για λίγο με το δάχτυλο πάνω του, μετά απλώς το διέγραψε. Ό,τι είχε να ακουστεί, είχε ακουστεί.
Αντί γι αυτό, βρήκε τον αριθμό του Περικλή φίλος παλιός, από εκείνους που μοιράζονται μαζί σου και θρίλερ και φαΐ και νύχτες. Πάτησε κλήση.
Έλα ρε, ακούστηκε η φωνή του. Χαλαρή, χωρίς τις σκληρές αποχρώσεις που του ταράζαν τις τελευταίες μέρες. Πώς και πήρες;
Συμφώνησαν στο λεπτό να βρεθούν στο παλιό μπαρ δίπλα στο γραφείο του Οδυσσέα, εκείνο το στενό όπου μαζεύονταν εργένηδες και χαλαροί τύποι να ρίξουν δυο ποτήρια μετά τη δουλειά.
Όταν μπήκε μέσα, ο Περικλής τον περίμενε ήδη σε γωνιακό τραπέζι, με δυο ποτήρια μπύρας μπροστά. Γνώριμο χαμόγελο, κούνησε το χέρι σε χαιρετισμό.
Λοιπόν, για πες! του πέταξε μόλις κάθισε. Κάτι άλλαξε πάνω σου, δεν ξέρω τι. Τα μάτια σου ξεκουράστηκαν. Τι έγινε;
Ο Οδυσσέας γέμισε το στόμα του με την παγωμένη μπύρα, άφησε την καλοκαιρινή της αίσθηση να γλιστρήσει μέσα του.
Χώρισα με τη Δανάη.
Α, εσύ το τράβηξες πρώτος; ρώτησε ο Περικλής, σκύβοντας λίγο μπροστά.
Ναι, εγώ το αποφάσισα. Και του αφηγήθηκε το χθεσινοβραδινό συμπυκνωμένο, με όσο λιγότερα στολίδια μπορούσε.
Ο Περικλής τον άκουγε, με το βλέμμα καρφωμένο αφηρημένο στην κούπα του. Όταν ο Οδυσσέας τέλειωσε, άφησε ένα σφυριχτό γελάκι.
Είσαι ωραίος, ρε φίλε. Δεν χαρίστηκες καθόλου! Αλλά το άξιζε κι εκείνη. Είσαι σίγουρος ότι ήταν με άλλον;
Απόλυτα.
Και τώρα;
Προχωράω. Δουλειά, παρέες, κανένα ταξίδι άμα με τραβήξει θα δούμε.
Δεν είπε μεγάλα λόγια, μόνο απλές κουβέντες που είχαν μέσα τους το βάρος του πραγματικού. Σαν άνθρωπος που δεν περιμένει πλέον εξηγήσεις για τίποτα.
Σωστός, είπε o Περικλής. Ξέρεις τι; Έχω ξαδέρφη στη Θεσσαλονίκη που λέει θα ανέβει σπουδαίος jazz φεστιβάλ στη Σαλονίκη. Πάμε; Θα μας κάνει καλό μια αλλαγή.
Ο Οδυσσέας φαντάστηκε αμέσως τα ανοιχτά βιλάντια πάνω στις προκυμαίες, ακρογιαλιές που παίζουν σαξόφωνο τα βράδια. Κι ένιωσε, ίσως πρώτη φορά μετά από καιρό, ότι μπορεί.
Μέσα. Μόνο δώσε μου καμιά εβδομάδα να ξεμπερδέψω με τη δουλειά.
Ωραίος! Σ ήθελα τέτοιο όχι να κάθεσαι να μιζεριάζεις. Έτσι, μπράβο!
Κι αυτή η φράση του βρόντηξε μέσα του σαν πειραγμένος ήλιος που ξανά πέφτει στη θάλασσα, καταλύοντας τις τελευταίες σκιές.
Σε μια βδομάδα πράγματι ανέβηκαν στη Θεσσαλονίκη. Ο Περικλής είχε δίκιο: το φεστιβάλ ήταν εμπειρία. Περπάτησαν στους δρόμους της πόλης, χάζευαν τα νεοκλασικά, έπιναν φρέντο στα μικρά καφέ, άκουγαν μουσικές που έμοιαζαν να ακουμπάνε αόρατα τα κεφάλια τους. Τη μια μπάντα την έπαιζε ένα κουαρτέτο μπλουζ, στα στενά κάτι πιτσιρίκα πειραματίζονταν με ηλεκτρονικούς ρυθμούς, όμως όλα σμίλευαν στη μεγάλη μελωδία της πόλης.
Ανάμεσά σε γέλια και μπουκίτσες μπουγάτσας, ένας άντρας με διαφανές αδιάβροχο έτρεχε να γλιτώσει, χύνοντας το χαμόγελό του στα πλακάκια του πεζόδρομου. Γέλασαν με την καρδιά τους.
Ένα βράδυ στο μπαρ δίπλα στη θάλασσα, με θέα τον Λευκό Πύργο, ο Οδυσσέας κατάλαβε: δεν σκεφτόταν πια τη Δανάη. Μήτε σαν πληγή, μήτε σαν όνειρο. Απλώς κάθισε πίνοντας ρακή και νιώθοντας μια ανέλπιστη ηρεμία να φωλιάζει μέσα του. Και τίποτα δεν ήθελε να αλλάξει αυτό.
Γιατί σκέφτεσαι; τον ρώτησε ο Περικλής, σηκώνοντας το ποτήρι του. Φαίνεσαι σαν να έχεις ξυπνήσει.
Αναπνέω ελεύθερα, αυτό μόνο, απάντησε ο Οδυσσέας. Σαν να κράταγα καιρό την ανάσα μου, κι επιτέλους να την άφησα.
Στην υγειά σου, για νέα ξεκινήματα!
Στην υγειά μας.
Το ελαφρύ κλάγγισμα των ποτηριών χάθηκε στο βουητό της πόλης και σε μια μελωδία σαξόφωνου που ξεπρόβαλε πίσω από τους δρόμους.
*************************
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Οδυσσέας δεν βούτηξε αμέσως στη συνήθεια της μοναξιάς. Αντίθετα, άρχισε να αλλάζει δουλειές μικρές: περισσότερες εξόδους, πιο συχνές συζητήσεις με ανθρώπους που αγαπούσε. Εγγράφηκε σε πισίνα για να μάθει να κολυμπάει πραγματικά όχι απλώς να επιπλέει. Προοδευτικά, το σώμα του διάβαζε καινούριες αντοχές, το μυαλό του άδειαζε.
Έμαθε ισπανικά μόνο και μόνο επειδή το ήθελε. Αγόρασε βιβλίο, βρήκε μαθήματα online, άρχισε να μαθαίνει λέξεις που του ακούγονταν εξωτικές. Άρχισε να βλέπει ταινίες με ισπανικούς υπότιτλους, να δοκιμάζει την προφορά.
Στη δουλειά, κάτι καινούριο γεννιόταν project που απαιτούσαν φαντασία και επιμονή, και που τον ανανέωναν. Με τους φίλους, more ταξίδια, more στιγμές κοινές. Τα σαββατοκύριακα πηγαίναν εκδρομές, σούβλιζαν σε λόφους εκτός, έπιναν κρασί και γελούσαν.
Στο κοντινό πάρκο κάθε Σάββατο βράδυ έκαναν υπαίθριες προβολές. Ο Οδυσσέας αγάπησε αυτές τις βραδιές: καρό κουβέρτα, θερμός με αρωματικό τσάι, ταινίες κάτω από τον ουρανό της Αθήνας. Το γέλιο του κοινού σχήματιζε σύννεφο χαράς, το δικό του χαμόγελο μεγάλωνε με κάθε φωτεινό καρέ.
Εκεί, γύρω στις αρχές του φθινοπώρου, τη βραδιά μιας κωμωδίας που όλοι αποθέωναν, καθώς μάζευε το πικ νικ του, άκουσε μια φωνή να τον φωνάζει:
Συγγνώμη…
Γύρισε και στάθηκε μπροστά του μια κοπέλα μικροκαμωμένη, με χρυσόξανθα μαλλιά να ανεμίζουν γύρω από το πρόσωπο και μάτια γεμάτα έκπληξη. Η φωνή της ζεστή, σαν τσαϊ που σε ζωντανεύει τα κρύα βράδια:
Σας βλέπω κάθε εβδομάδα εδώ, είπε με αυθορμητισμό. Σας αρέσει το σινεμά;
Ο Οδυσσέας αφέθηκε στη στιγμή· το βλέμμα της, το χαμόγελο, η φυσική άνεση.
Ναι, ειδικά στο ύπαιθρο. Εδώ όλα είναι αλλιώς το γέλιο βγαίνει αβίαστα, η συγκίνηση σού κάθεται στο στήθος.
Μπορώ να συμφωνήσω, του απάντησε, και συστήθηκε χαμογελώντας: Μαρίνα.
Για μια στιγμή, το όνομά της τρεμόπαιξε στη μνήμη, μα δεν είχε σημασία. Η χειραψία τους σταθερή και ζεστή σαν παλιό τραγούδι.
Οδυσσέας.
Μίλησαν για σινεμά, για τους δρόμους της Αθήνας, για τα καλά κρυμμένα καφέ της πόλης. Η Μαρίνα του είπε ότι μόλις είχε μετακομίσει στην περιοχή και ανακάλυπτε την πόλη σιγά σιγά. Ο Οδυσσέας της ανέφερε την αγαπημένη του καφετέρια, ένα παλαιοβιβλιοπωλείο με ξεχασμένα μυθιστορήματα, μια μικρή γκαλερί με αφηρημένα έργα τέχνης. Ο διάλογος κύλησε ελεύθερος, χωρίς άβολες σιωπές.
Όταν η Μαρίνα έριξε μια ματιά στο ρολόι και ζήτησε συγγνώμη, ο Οδυσσέας δεν ήθελε να σταματήσει το ρυθμό της κουβέντας. Ένιωσε μια ξαφνική τόλμη:
Θες να πεταχτούμε σε ένα καφέ προσεχώς; Ξέρω ένα με τρομερό κακάο και σπιτικά γλυκά.
Η Μαρίνα χαμογέλασε.
Με χαρά.
Αντάλλαξαν αριθμούς. Κι αυτό το απλό ανταλλακτήριο μια υπόσχεση, μια αρχή.
Όταν εκείνη χάθηκε πίσω από τις μουσκεμένες φτελιές, ο Οδυσσέας στάθηκε για λίγο στη μοναξιά της αλέας. Περπάτησε αργά μέχρι το σπίτι, νιώθοντας μέσα του να φυτρώνει μια νέα ελπίδα απλή, καθαρή, σαν πρώτο φως πάνω απ τον Λυκαβηττό. Δεν έκανε σχέδια, δεν έκλεινε τίποτα στο μυαλό. Απλώς περπατούσε κι αισθανόταν: η ζωή συνεχίζεται. Και ίσως μόνο έτσι, μέσα από τις τυχαίες συναντήσεις και τα μικρά καθημερινά χαμόγελα, να γίνεται αληθινά ξεχωριστή.
************************
Το επόμενο πρωί, το φως της βροχής σχημάτιζε μοτίβα στο τζάμι του παραθύρου. Στην κουζίνα ο αχνιστός καφές γέμιζε τον αέρα με γλύκα. Μήνυμα στη Μαρίνα: «Τι λες για σινεμά το Σάββατο; Μόνο που τώρα ο καιρός μάλλον μας θέλει σε κλειστή αίθουσα.» Το μήνυμα ήρθε αμέσως: «Μέσα! Μόνο ας διαλέξουμε κάτι που θα γελάσουμε. Μου αρέσει να γελάω.» Ο Οδυσσέας χαμογέλασε ασυναίσθητα.
Ο καιρός δεν τον τρόμαζε πια. Μέσα στη θαλπωρή του σπιτιού, με την υπόσχεση μιας καινούριας γνωριμίας, όλα έμοιαζαν να ξεκινούν από την αρχή.
Την ίδια ώρα, η Μαρίνα στο μικρό, φιλόξενο διαμέρισμά της, διάβαζε τα λόγια του Οδυσσέα και χαμογελούσε με μια λεπτή, αισιόδοξη γλύκα. Ετοίμαζε στη σκέψη της τι θα φορέσει, όχι επειδή ήθελε να εντυπωσιάσει, μα επειδή ήθελε να νιώσει άνετα. Επέλεξε ένα απαλό πουλόβερ και τζιν τίποτε στημένο, μόνο απλότητα.
Το βράδυ του Σαββάτου, συνάντηση σε σινεμά του κέντρου. Ο Οδυσσέας ήρθε νωρίτερα. Εκείνη διάλεξε ποπ κορν καραμέλας και οι δυο τους πήραν θέσεις στη μέση. Όταν ξεκίνησε η ταινία, ένιωθαν και οι δύο πως η στιγμή ήταν ξεχωριστή όχι από προσδοκία, μα απλώς επειδή ήταν μαζί.
Μετά, βόλτα κάτω απ τα φώτα, άνοιγμα συζήτησης σε κάθε θέμα: βιβλία, ταξίδια, δουλειά. Η ζωή της Μαρίνας περνούσε σε ανέμελες κουβέντες, σαν να γνώριζαν ο ένας τον άλλον από παλιά. Εκείνη ονειρευόταν ένα ταξίδι στην Ιαπωνία, εκείνος ονειρευόταν την Ισπανία δυο σημεία του χάρτη που ίσως μια μέρα να συναντηθούν.
Μπορεί μια μέρα να πάμε μαζί, ψιθύρισε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Η Μαρίνα χαμογέλασε σαν ελιά λουσμένη στο πρωινό φως.
Θα μου άρεσε πολύ, απάντησε αβίαστα.
Στάθηκαν στο κιγκλίδωμα της παραλίας, η νύχτα λαμπερή και γαλήνια. Η Μαρίνα τον κοίταξε στα μάτια:
Ευχαριστώ γι απόψε.
Εγώ ευχαριστώ, απάντησε ο Οδυσσέας, αγγίζοντάς της το χέρι.
Ένα απλό, ζεστό άγγιγμα. Όλη η υπόσχεση στη σιωπή.
Καλή αντάμωση.
Καλή αντάμωση.
Εκείνη απομακρύνθηκε με βήμα σταθερό, φευγαλέα φωνή μέσα στη νύχτα, κι εκείνος έμεινε να τη χαζεύει όσο χανόταν κάτω απ τα φώτα.
Και ήξερε πως τώρα μόλις είχε αρχίσει κάτι νέο. Κάτι ελαφρύ, γεμάτο προσμονή. Κάτι που πετάει πάνω από τη θάλασσα και παίζει με το φως, όπως η ελπίδα που ξαναγεννιέται με κάθε ελληνικό πρωινό.
Η αρχή κάθε ωραίας ιστορίας σιωπηλή, γεμάτη υποσχέσεις κι αυτή τη φορά, ο Οδυσσέας ήταν έτοιμος.





