Απόλυτα εξαντλημένη, κάθισα στο μικρό καφέ δίπλα στην Πλατεία Συντάγματος και άρχισα να σκεφτώ τις τελευταίες μέρες. «Χωρίς εμένα δεν θα τα έκανες», μου είπε η Αλεξάνδρα, η καλή μου φίλη, όταν με παρατήρησε να πατάει στο τσιπ στον υπολογιστή της. Δίπλα της ξαπλώνοντας στην καρέκλα της, έβγαλε το βλέμμα της από το τηλέφωνο και είπε με μια ματιά: «Ξέρεις, Λίνα, ο αριθμός των πελατών μου έχει πεσμένο πρόσφατα. Μήπως έκανα λάθος που άφησα το γραφείο;». Ήμουν έτοιμη να της απαντήσω, αλλά μερικές στιγμές αργά ανέβησαν μέσα μου και σκέφτηκα: «Καλύτερα να είμαι μόνη και ελεύθερη από την αδιάκοπη επιτήρηση των ανωτέρων, παρά να δουλεύω υπό το βλέμμα του προϊσταμένου».
Τα τελευταία έξι μήνες έβαλα όλη μου την ενέργεια στο φωτογραφικό μου μικρό εργαστήρι. Έφτιαξα ένα χαρτοφυλάκιο, άνοιξα τη σελίδα μου στο Instagram και το Facebook, και ανέβαζα νέες λήψεις τακτικά. Οι πελάτες έρχονταν, αλλά αστάθμητα μια εβδομάδα γεμάτη γάμους και παιδικές γιορτές, την επόμενη μια σιωπή που μάλιστα έμοιαζε με άνεμο που φυσάει στην τσέπη. Καταλάβαινα πως χρειάζομαι χρόνο, υπομονή και αμέτρητες ώρες δουλειάς.
Η Αλεξάνδρα εργαζόταν ως πωλήτρια σε μια μεγάλη αλυσίδα ηλεκτρονικών, την «Κωτσόβολος». Ήταν φιλική, με ένα διακριτικό χαμόγελο και την ικανότητα να μιλάει για όλα. Όποτε η συζήτηση έφτανε σε γιορτές ή οικογενειακά γεγονότα, έσπαργε την ευκαιρία να μοιραστεί το ότι έχει φίλη φωτογράφο. Λίγες φορές αυτό έφερε παραγγελίες σε μένα μικρές, αλλά πάντα ευπρόσδεκτες.
«Θυμάσαι το ζευγάρι που ήρθαν την περασμένη εβδομάδα;» μου είπε η Αλεξάνδρα, παίρνοντας μια γουλιά από το καπουτσίνο της. «Τους έστειλα σε σένα για τη φωτογράφηση του παιδιού τους». Ανέπαψα το κεφάλι μου και απάντησα: «Ναι, ευχαριστώ. Ήταν ωραία οικογένεια, το μωρό ήταν απίθανο». Η Αλεξάνδρα πρόσθεσε: «Μην με ευχαριστείς, αλλά θα έπρεπε να μου δώσεις το ποσοστό». Έμεινα με το ποτήρι στη μέση του χείλους και ρώτησα: «Τι;». «Λογικό», είπε, «εγώ φέρνω πελάτες, εσύ φωτογραφίζεις. Είμαστε συνεργάτες». Η σκέψη μου πήγε σε κωμικό ύφος, αλλά εκείνη ήταν σοβαρή. «Μερικές φορές είσαι τόσο αστεία», της απάντησα. «Απλώς λέω τις σκέψεις μου δυνατά». Η συζήτηση στραφήκε σε ταινίες, κοινούς φίλους και τα σχέδια για το Σαββατοκύριακο. Ξέχασα γρήγορα τη «συνεργασία» που έδειχνε.
Οι μήνες κυλούσαν, γεμάτοι λήψεις σε πάρκα, παιδικά πάρτι σε παιδότοπους, επαγγελματικές φωτογραφίες για βιογραφικά. Έβαλα αγγελίες σε τοπικά site, συνεργάστηκα με διοργανωτές εκδηλώσεων, και ζήτησα από τους πελάτες να αφήνουν κριτικές. Το δίκτυο μου μεγάλωνε αργά, αλλά σταθερά.
Η Αλεξάνδρα συνέχισε να ρίχνει «συμβολή» στο κέλυφος των λόγων της: «Χωρίς εμένα, ίσως να ήσουν άνεργη», ή «Σου έφερα τόσους πελάτες και δεν μου το ευχαρίστησες». Το αγνόησα· ήξερα πως τουλάχιστον μερικούς πελάτες της έφερε στην επιχείρησή μου. Αλλά εγώ θα τα κατάφερνα και χωρίς αυτή.
Μια μέρα έσπευσα σπίτι της, αλλά βρήκα την Αλεξάνδρα με ξεθωριασμένο πρόσωπο, σκούρα κύκλους κάτω από τα μάτια. Με ένα φλιτζάνι τσάι, μου είπε: «Δεν αντέχω άλλο». «Τι συμβαίνει;» ρώτησα, αφήνοντας την οθόνη του laptop μου που επεξεργαζόταν φωτογραφίες. «Παρήγγειλα την αποχώρησή μου», είπε, σπασμένη. «Το κατάστημα με εξαντλεί. Οι πελάτες είναι πάντα αγενείς, η διοίκηση πιέζει, το ωράριο είναι ακανόνιστο. Θέλω κάτι καλύτερο». Με άφησε άφωνη: «Τι θα κάνεις μετά;». «Δε ξέρω», απάντησε, «θα ξεκουραστώ, θα σκεφτώ, ίσως βρω δουλειά σε γραφείο ή ακόμα και να αλλάξω επάγγελμα». Της ευχήθηκα καλή επιτυχία και της είπα: «Αν το θες έτσι, ευχόμαστε να βρεις δρόμο».
Η Αλεξάνδρα πέρασε τις επόμενες εβδομάδες σε χαλαρή διάθεση: συναντήσεις με φίλες, βόλτες στα μαγαζιά, φωτογραφίες με λεζάντες «τέλος της δουλειάς, ήρθε η ζωή». Δεν έστειλε βιογραφικό, δεν πήγε σε συνεντεύξεις, απλώς απαντούσε διστακτικά όταν της έλεγα πως έψαχνει. Ένας μήνας αργότερα, η διάθεση της άλλαζε: «Αυτά τα δάνεια είναι καταστροφικά», τσακωδαιούσε, δείχνοντας το τηλέφωνο. «Μήπως να βρεις προσωρινή δουλειά;». «Μα, που θα βρω; Απλώς ήθελα κάτι που να αξίζει», απάντησε, απογοητευμένη.
Εγώ συνέχισα να δουλεύω. Πήρα μια μεγάλη γάμο στην Αθήνα, οι νεόνυμφοι ήταν φιλικοί και ευγνώμονες. Η νύφη είχε στείλει από το ηλεκτρονικό μας κατάστημα προϊόντα πέντε μήνες πριν, και είχαμε ανταλλάξει κάποιες κουβέντες. Η φωτογράφιση έπαιξε ολόκληρη τη μέρα, και η επεξεργασία έβγαινε τέσσερις μέρες αργά. Η αμοιβή κάλυπτε τα έξοδα του μήνα.
Την ίδια βραδιά, το τηλέφωνό μου χτύπησε. Ήταν η Αλεξάνδρα. «Γεια σου, πρέπει να μιλήσουμε», είπε. Ξαφνικά, «Την γαμή να φωτογραφίσω την περασμένη εβδομάδα; Ήμουν εγώ που την έστειλα στο κατάστημα, η νύφη αγόρασε εκεί τηλέφωνο πριν από πέντε μήνες και της είπα για σένα». Έκανα μια παύση. «Τι;». «Τώρα χρειάζομαι τη δέκα χιλιάδες ευρώ που μου αξίζει», μου είπε, με ένα λυπημένο νεύμα.
Αντιδρούσα: «Μιλάς σοβαρά; Λες ότι με αντάλλαξες μια αναφορά, όμως αυτό δεν είναι συνεργασία». «Αλλά χωρίς εμένα, δεν θα σε βρούσαν», επέμεινε. Η φωνή της πήρε πάγωμα. «Τότε θα συνέλεξες άλλες παραγγελίες». Η συζήτηση έγινε ένα μονομαχία λέξεων, γεμάτη θυμό και απογοήτευση. Η Αλεξάνδρα με κατηγόρησε πως ήμουν «άπληστη», εγώ της τούρκαρα πως δεν είχα καμία υποχρέωση. Στο τέλος, έριξε το τηλέφωνο και φώναξε: «Δεν είσαι πια φίλη μου».
Μέσα μου ξέσπασα μια αίσθηση κενότητας. Πώς μπορεί να ζητά κάποιος χρήματα για κάτι που ήταν απλώς μια φιλική συμβουλή; Αποφάσισα να την μπλοκάρω στο WhatsApp, στο Instagram, ακόμη και στο τηλέφωνο. Κανένας αποχαιρετισμός, μόνο η σιωπή μιας σχέσης που έκλεισε με ένα κλικ.
Καθόμουν στο καναπέ, τα μάτια μου κλειστά, σκεπτόμενος πόσες φορές αγνοούσα τα τοξικά σχόλια, πώς τα δικαιώματα των φίλων δεν πρέπει να μετριούνται σε ευρώ. Η αλήθεια βγαίνει στο φως: οι αληθινοί φίλοι δεν ζητούν τίποτα σε αντάλλαγμα για μια καλή ενέργεια. Δεν παίζουν το παιχνίδι του «συνεργάτη» χωρίς να δώσουν κάτι ουσιαστικό.
Κοίταξα την οθόνη του laptop, τη φωτογραφία που έμενε αμέτακτη. Πίσω από αυτό το στιγμιότυπο υπάρχει η επόμενη ευκαιρία: να συνεχίσω να βελτιώνω τη δουλειά μου, να αναζητήσω νέους πελάτες, να επενδύσω στην τέχνη μου. Και, πιο σημαντικό, να περιβάλλομαι από ανθρώπους που εκτιμούν τη φιλία χωρίς να την τιμολογούν.
Αυτή είναι η σκέψη μου για σήμερα. Να συνεχίσω, να προχωρήσω, και να αφήσω πίσω το βάρος των ψεύτικων υποσχέσεων.






