Χωρίς Δικαίωμα στην Αδυναμία

«Έλα, σε παρακαλώ, είμαι στο νοσοκομείο.»

Η Μαρία δε σκέφτηκε καν να αλλάξει ρούχα. Φόρεσε το τζάκετ της πάνω από τη ζεστή, φθαρμένη πυτζάμα, ούτε που νοιάστηκε αν είχε ανασηκωθεί λίγο στη βιασύνη της. Ούτε καθρέφτες, ούτε ματαιοδοξίες μόνο η έγνοια για το μήνυμα της Αλκμήνης που είχε έρθει πριν μισή ώρα.

Ταράχτηκε πολύ διαβάζοντας αυτά τα λόγια, για μια στιγμή σάστισε, προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί, όμως μετά ταρακουνήθηκε ήταν πιο σημαντικό να σταθεί δίπλα της, παρά να κάθεται να μαντεύει. Άρπαξε κλειδιά και κινητό και, καθώς έβαζε στη βιασύνη τα αρβυλάκια της, βγήκε σχεδόν τρέχοντας.

Ο δρόμος ως το «Ιπποκράτειο» τής φάνηκε ατελείωτος όλα της φαίνονταν αργά, τα φανάρια πάντα κόκκινο, τα λεωφορεία σέρνονταν, οι άλλοι πεζοί σα να μην έβλεπαν καν τη δική της βιασύνη. Η Μαρία συνεχώς κοιτούσε το κινητό, μπας και έρθει άλλο μήνυμα, αλλά τίποτα. Μόνο ερωτήματα στο κεφάλι της τι έγινε; Πόσο σοβαρά; Γιατί νοσοκομείο; κι η σιωπή τα έκανε όλα χειρότερα.

Έφτασε στην κλινική, προχώρησε ήσυχα ως το δωμάτιο κι άνοιξε προσεκτικά την πόρτα. Το βλέμμα της έπεσε αμέσως στην Αλκμήνη· ξαπλωμένη στο νοσοκομειακό κρεβάτι, κοιτούσε το ταβάνι με κενό βλέμμα, λες και εκεί ψηλά ήταν όλες οι απαντήσεις. Τα μαλλιά της, συνήθως καλοχτενισμένα, τώρα είχαν γίνει κουβάρι και απλώνονταν στην άσπρη μαξιλαροθήκη.

Κοιτώντας προσεκτικά, η Μαρία είδε ακόμη περισσότερα ανησυχητικά σημάδια: το πρόσωπο της φίλης της ασυνήθιστα χλωμό, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, στα μάγουλα απομεινάρια δακρύων. Όλα μαζί ένας μαύρος πίνακας ταραγμένης ψυχής που έκανε τη Μαρία να νιώθει κόμπο στο λαιμό.

Κάθισε ήσυχα στην άκρη του κρεβατιού, σχεδόν ψιθυριστά, σαν να φοβόταν μη πληγώσει με τον ήχο:

Αλκμήνη, τι έγινε;

Η Αλκμήνη γύρισε αργά. Τα μάτια της στεγνά αλλά πιο θλιμμένα από ποτέ η Μαρία αισθάνθηκε την ανησυχία να φουντώνει. Ήταν πραγματικά εύθραυστη έτσι όπως τη θεωρούσε, πρώτη φορά στη ζωή της.

Έφυγε, είπε ανασαίνοντας, κι έσφιξε το σεντόνι σαν να ήθελε να κρατηθεί από κάτι απτό μες στο χάος. Απλά μάζεψε τα πράγματά του και είπε πως δεν αντέχει άλλο.

Ποιος; Ο Μάνος; σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί, η Μαρία έπιασε το χέρι της φίλης της. Σχεδόν αντανακλαστικά νόμιζε πως μπορούσε να τη φέρει πίσω από το μαύρο σύννεφο των σκέψεών της.

Η Αλκμήνη έγνεψε. Μία και μόνη δάκρυ κύλησε στα μάγουλά της, κι ούτε καν προσπάθησε να το σκουπίσει.

Η Μαρία ρούφηξε ένα φευγαλέο λυγμό. Ήθελε να βρει μια λέξη, μια ζεστασιά, κάτι να απαλύνει τον πόνο, αλλά το μυαλό ήταν άδειο. Δεν το χωρούσε ο νους της πως ο άντρας που λαχταρούσε με μανία να αποκτήσουν παιδιά θα έφευγε έτσι.

Γύρω τους μόνο το τικ τακ του ρολογιού. Της Αλκμήνης οι ώμοι έτρεμαν όλο και πιο πολύ, τα δάχτυλα σφιγμένα σαν να κρατάει κάτι που γλιστράει. Έκρυψε τελικά το πρόσωπό της στις παλάμες: τόση κούραση, τόση ματαιότητα… Η Μαρία ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται.

Πέρασαν λίγα λεπτά ίσως περισσότερα, γιατί ο χρόνος σε τέτοιες στιγμές ρέει αλλόκοτα. Όταν η Αλκμήνη σταμάτησε να τρέμει, ίσιωσε, σκούπισε τα μάτια κι έβαλε εκείνη την πικρή, διαυγή ματιά που μπαίνει όταν κάτι μέσα σου έχει αποδεχθεί το αναπόφευκτο.

Και ο λόγος; ρώτησε χαμηλόφωνα η Μαρία, με προσοχή έπρεπε όμως να καταλάβει, για να βοηθήσει. Τουλάχιστον εξήγησε;

Η Αλκμήνη γέλασε σκληρά ούτε ίχνος χαράς.

Τα παιδιά, της κόπηκε η φωνή. Είπε πως κουράστηκε. Από τις άγρυπνες νύχτες, τη γκρίνια, την ευθύνη. Και να φανταστείς, Μαρία; Αυτός επέμενε για τις προσπάθειες, αυτός μιλούσε για το „όνειρό μας”. Μου ορκιζόταν πως θα τα καταφέρουμε.

Έκανε παύση. Τα λόγια αυτά, παλιότερα υπόσχεση, τώρα πια κουδούνι κοροϊδίας.

Πόσες φορές γιατροί, εξετάσεις, θεραπείες… Υπομονή, πόνος, αγωνία και πάντα μαζί. Ή έτσι νόμιζα.

Κοίταξε έξω, που έπεφτε το σκοτάδι της Αθήνας.

Δώδεκα χρόνια. Οκτώ προσπάθειες. Για το τίποτα, τελικά;

*************************

Ξεκίνησαν σαν ρομαντική κομεντί χαλαρά, ανέμελα, λες και όλα ταίριαξαν αμέσως. Η Ελένη και ο Μάνος γνωρίστηκαν σ ένα πάρτι φίλων στα Πετράλωνα. Χαμός, γέλια, μουσικές. Ο Μάνος στη γωνία με χυμό, χάζευε τον κόσμο. Η Ελένη μπήκε, κουβέντιαζε ζωηρά, γελούσε, κινιόταν ανάλαφρα αυτό τον τράβηξε. Διέκρινε τις φακίδες της, πόσο ζεσταίνονταν τα μάτια της όταν χαμογελούσε.

Πήγε να τη γνωρίσει κι η κουβέντα άνοιξε μόνη της. Μιλούσαν για ταινίες, ταξίδια, περίεργα χούγια. Η ώρα πέταξε και όταν διαλύθηκε το πάρτι, ο Μάνος της πρότεινε βόλτα στην παραλιακή. Μίλαγαν μέχρι το πρωί, προτιμώντας την Αθήνα της νύχτας και τα όνειρά τους.

Τρεις μήνες μετά συζούσαν ήδη. Το σπίτι σύντομα γέμισε με δικά τους πράγματα: τα βιβλία του στη βιβλιοθήκη της, τα καλλυντικά της στη δική του κομοδίνα, δύο-δύο τα παπούτσια στην είσοδο. Όλα ήρθαν φυσικά, εύκολα. Μέσα σ ένα εξάμηνο παντρεύτηκαν, χαλαρά αλλά όμορφα, με αγαπημένους, γέλια και γλέντι ως το πρωί.

Τον πρώτο γάμο τον γιόρταζαν με γλειφιτζούρια και τσάι στο μπαλκόνι, ξαναθυμούνταν πώς ξεκίνησαν. Ο Μάνος, ξαφνικά σοβαρός, της έπιασε το χέρι:

Θέλω παιδιά από σένα. Πολλά. Ολόκληρη ομάδα ποδοσφαίρου.

Η Ελένη γέλασε, του έκλεισε το μάτι και τον αγκάλιασε.

Και θα την κάνουμε: μεγάλη, φασαριόζικη οικογένεια, του υποσχέθηκε.

Τότε όλα έμοιαζαν απλά: αγάπη, σπίτι, παιδιά. Θέμα χρόνου.

Τα δύο πρώτα χρόνια τους τα έζησαν με τους δικούς τους ρυθμούς. Δούλευαν γερά η Ελένη σαν γραφίστρια κάπου στο Κουκάκι, ο Μάνος έφτιαχνε καριέρα στους υπολογιστές. Ταξίδευαν όποτε έβρισκαν ευκαιρία το καλοκαίρι νησιά, το χειμώνα Πήλιο. Σαββατοκύριακα εκδρομές σε κοντινές πόλεις χαιρόντουσαν ο ένας τον άλλον, φτιάχναν το δικό τους σύμπαν.

Και τότε είπαν: τώρα.

Και φάνηκαν τα δύσκολα. Αρχικά δεν ανησύχησαν. Γιατρός τους είπε ήρεμα:

Μην αγχώνεστε, πολλοί στο ξεκίνημα δυσκολεύονται δοκιμάστε λίγους μήνες ακόμα.

Δοκίμαζαν ξανά και ξανά, άδικα. Μετά το γιατρό, εξετάσεις, ορμόνες, ενέσεις, καινούργιες θεραπείες.

Θα χρειαστεί θεραπεία, τους είπε μετά από λίγο ο γυναικολόγος.

Η Ελένη κράτησε το κουράγιο της. Έψαχνε, φρόντιζε την υγεία της. Ο Μάνος δίπλα της στα ραντεβού, πρόθυμος, στηρίχτης.

Η μοίρα όμως είχε άλλη γνώμη. Πρώτη αποτυχημένη εγκυμοσύνη στις έξι βδομάδες. Το ήξερε για δύο μέρες κι ύστερα βρέθηκε σπίτι. Θυμόταν τα πάντα τη ψυχρή αίθουσα του υπερήχου, το αμήχανο βλέμμα του γιατρού, το σφίξιμο του Μάνου τόσο που άφησε σημάδια.

Ένας χρόνος μετά πάλι τα ίδια, αυτή τη φορά με αίσθηση μεγάλης αδικίας. Γιατί εμείς; Τι κάναμε λάθος;

Συνέχισαν να παλεύουν. Καινούργιοι γύροι εξετάσεων, θεραπείες, μήνα μήνα προσμονή, απογοήτευση, αρνητικά τεστ. Ο Μάνος να παρατηρεί τη σιωπή της, να την στηρίζει με τσάγια και χάδια, να ακούει όταν χρειαζόταν και να σιωπά.

Κι όμως συνέχιζαν. Γιατί ήλπιζαν.

Το «υπογονιμότητα» ακούστηκε κυνικά ήρεμο από το γιατρό, μα γι αυτούς, χτύπημα βαρύ. Κοιτάχτηκαν, έσφιξαν ο ένας το χέρι του άλλου, έψαχναν να βρουν δύναμη.

Αλλά δεν το έβαλαν κάτω. Αποφάσισαν για εξωσωματική. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη. Κάθε φορά αγωνία, ελπίδα, προσμονή, απογοήτευση.

Σαν κύκλος. Ο πήχης πάντα πιο κάτω. Η Ελένη άλλαζε: λιγότερα γέλια, περισσότερη σιγή τα βράδια, θλίψη όταν έβλεπε μωρά στην παιδική χαρά. Ο Μάνος προσπαθούσε να την σηκώσει, να την κάνει να χαμογελάσει, αλλά κουραζόταν ολοένα κι αυτός.

Άλλη μια απόπειρα αυτή τη φορά δείχνει να αντέχει περισσότερο. Εκείνος δίπλα της στις εξετάσεις, στα ραντεβού, ακόμη κι όταν η ζωή τους προχωρούσε σαν να είναι όλα φυσιολογικά.

Ένα βράδυ, μετά από μία ακόμα αποτυχία, η Ελένη έμεινε πολλή ώρα στη μπανιέρα. Ο Μάνος την βρήκε ακίνητη, με ένα τεστ στο χέρι και κενό βλέμμα.

Δεν αντέχω άλλο, του ψιθύρισε, χωρίς να γυρίζει. Κουράστηκα.

Κάθισε δίπλα της, χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς συμβουλές. Την κράτησε μόνο.

Είμαστε σχεδόν στη γραμμή τερματισμού, της είπε. Ακόμα μία φορά, σε παρακαλώ. Μόνο ακόμη μία.

Η Ελένη έγνεψε. Ήξερε τι σημαίνει αυτό: μήνες από ιατρικά επισκέψεις, ελπίδες, καινούργιος πόνος. Μα τον κοιτούσε αγάπη, πίστη. Ήθελε να συνεχίσει. Γιατί τον αγαπούσε. Γιατί το όνειρό τους ήταν για εκείνη αληθινό.

Προετοιμασία για την όγδοη εξωσωματική εξετάσεις, θεραπείες, αυστηρό πρόγραμμα. Η Ελένη, χωρίς πολλές ελπίδες αυτή τη φορά, έκανε ό,τι της έλεγαν, χωρίς να κοιτάζει πίσω ή πολύ μπροστά. Απλά, μέρα με τη μέρα.

Η διαδικασία, η αναμονή, το πρώτο τεστ και αυτή τη φορά, θετικό.

Στον υπέρηχο του «Μητέρα» κρατούσε το χέρι του τόσο σφιχτά που τον πόνεσε αυτός άντεξε. Ο γιατρός της δείχνει την οθόνη, χαμογελάει:

Δείτε. Δύο καρδούλες.

Δεν πίστευε στα μάτια της. Δύο στίγματα που χτυπούσαν, αναβόσβηναν, ζωή… Μόνο ευτυχία, τίποτα άλλο.

Θαύμα, ψέλλισε, καρφωμένη στην οθόνη.

Ο Μάνος δάκρυσε μπροστά της όπως τη μέρα του γάμου τους. Χαρά που τους είχε τσακίσει τόσα χρόνια. Ήταν η δική τους νίκη.

Ώσπου…

Ήρθε μια βραδιά τόσο απλή και καθημερινή. Όλα ήρεμα τα δίδυμα είχαν φάει, είχαν παίξει, έκαναν το μπανάκι τους. Η Αλκμήνη τους έβαζε για ύπνο, νανούριζε χαμηλόφωνα, το σπίτι μοσχοβολούσε μωρουδίλα και κρέμα. Το φωτάκι-προτζέκτορας ζωγράφιζε αστεράκια στο ταβάνι.

Ο Μάνος μπήκε αργά. Δεν απορούσε πια όλο και πιο αργά γυρνούσε. Τον ένιωσε στην πλάτη να στέκει, παρατηρεί, δε λέει τίποτα.

Γύρισε και τον κοίταξε εξουθενωμένος, βαρείς κύκλοι στα μάτια, ώμοι πεσμένοι. Του χαμογέλασε δειλά, κι εκείνος μίλησε πρώτος, σχεδόν άηχα:

Φεύγω.

Σταμάτησε ο χρόνος. Ο γιος της στριφογυρνούσε στην αγκαλιά, μα ούτε που αντέδρασε.

Τι λες; ξανάπε, μη μπορώντας να καταλάβει.

Κουράστηκα, επανέλαβε ξερά. Από τις άγρυπνες νύχτες, τον θόρυβο, το να μη μένει χρόνος για μένα. Δε μπορώ άλλο.

Με αργές κινήσεις άφησε το παιδί στην κούνια, πλησίασε τον Μάνο γεμάτη απορίες.

Μα μαζί τα περάσαμε όλα αυτά, προσπάθησε να μιλήσει σταθερά. Μαζί διαλέγαμε ονόματα, κούνιες, μαζί χαρήκαμε όταν μάθαμε για τα δίδυμα.

Ο Μάνος απέφυγε το βλέμμα της.

Πίστεψα ότι θα τα καταφέρω. Τελικά δεν τα μπορώ. Είναι πολύ δύσκολο…

Τον πλησίασε περισσότερο, σαν να έψαχνε στα μάτια του ένα σημάδι πως θα άλλαζε γνώμη.

Μας αφήνεις; ψέλλισε. Εμένα και τα παιδιά;

Ο Μάνος έπιασε το πρόσωπο, μάλλον για να προφυλαχτεί.

Χρειάζομαι χρόνο, βρήκε να πει. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω.

Ούτε φωνές, ούτε καβγάδες, ούτε δάκρυα από εκείνον απλά παράθεση του γεγονότος. Η Αλκμήνη πάγωσε. Προσπάθησε να φωνάξει «μα γιατί;», να του υπενθυμίσει πως πολέμησαν μαζί, μα μόνο προδόθηκε ένα ηχηρό κενό.

Ξοπίσω της δυο μικρά σώματα κοιμόντουσαν ανυποψίαστα, αγκαλιά με ένα κόσμο που μόλις ανοίχτηκε στη μέση.

Έφυγε. Η πόρτα έκλεισε απαλά. Μέσα στης Αθήνας το διαμέρισμα, η σιωπή βαριά, σχεδόν αφόρητη. Κοίταξε το διάδρομο, μήπως τυχόν ήταν κακό όνειρο και τώρα ο Μάνος θα βγει από την κουζίνα να της φέρει δυο φλιτζάνια τσάι, όπως τόσες φορές. Αλλά τίποτα.

Πήγε ως το παράθυρο, πάτησε, ίσιωσε τη κουρτίνα, γύρισε στα κρεβατάκια. Τα παιδιά κοιμούνταν ήσυχα, με ροζ μάγουλα, μικρά χεράκια τυλιγμένα στις κουβέρτες ασφάλεια. Τους χάιδεψε είχαν τέτοια ζεστασιά, τέτοια τρυφερή ελπίδα. Συνειδητοποίησε πως για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ήταν ολομόναχη. Όχι απλώς κουρασμένη· πραγματικά μόνη.

Η μόνη φασαρία το απαλό ροχαλητό των μωρών. Σκεφτόταν «Τι κάνω τώρα; Πώς συνεχίζω;»

Τα δάκρυα την πήραν ύπουλα πρώτα σιωπηλά, μετά σπαρακτικά, τόσο που μούσκεψε η πιτζάμα του κοριτσιού. Δεν τα σταμάτησε. Αφέθηκε να λυγίσει πρώτη φορά ύστερα από πολλά χρόνια, επέτρεψε στον εαυτό της να λυγίσει.

Έξω σκοτείνιαζε. Η νύχτα απλωνόταν αργά σε ένα σπίτι που τώρα ήταν πια εντελώς άλλο, σπίτι χωρίς εκείνον…

****************************

Η Αλκμήνη καθόταν στο παράθυρο σχεδόν τυλιγμένη στα γόνατά της, το βλέμμα σε νιφάδες που έπεφταν πάνω στα βρεγμένα πεζοδρόμια του Πειραιά. Το μυαλό της όμως μόνο εκεί δεν ήταν ανασκοπούσε χρόνια και χρόνια αγώνα, ελπίδες, λύπες. Και πάντα, σε κάθε φλασιά, άκουγε τα τελευταία λόγια του Μάνου και πονούσε ξανά, σαν πρώτη φορά.

Δεν καταλαβαίνω, συνέχισε χαμηλά, βουτηγμένη ακόμα στο παράθυρο. Πώς μπορείς να φύγεις από τα παιδιά σου έτσι; Από εμάς; Μετά από όλα;

Η φωνή της έσπασε, αλλά δάκρυα δεν έβγαιναν είχαν στερέψει. Μόνο ερωτήσεις πλέον, καμία απάντηση.

Η Μαρία, χωρίς λέξη, σηκώθηκε, την αγκάλιασε σφιχτά. Κανένας λόγος δεν έβρισκε χώρο. Ήξερε τον Μάνο ως σωστό πατέρα, αλλά να που τελικά όλα ήταν πιο δύσκολα. Απλά έφυγε, άφησε τη γυναίκα με δυο μωρά…

Η Αλκμήνη χώθηκε στον ώμο της. Τα σώματά τους μία αγκαλιά.

Δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω, μούγκρισε. Αλλά πρέπει, για εκείνα.

Ούτε λόγος για παραίτηση. Μόνο μία πεισματικά ήρεμη απόφαση. Είχε μπροστά της νύχτες άυπνες, χίλιες μικροδουλειές· αλλά εκεί, στις κούνιες, ήταν δυο καρδιές που την είχαν περισσότερη ανάγκη από όλους στον κόσμο.

Η Μαρία της έσφιξε το χέρι. Ούτε εκείνη ήξερε τι να πει. Μόνο το βλέμμα της έλεγε «δεν είσαι μόνη». Θα πορευτούν μαζί, μέρα με τη μέρα.

***********************

Μερικές μέρες μετά, η μητέρα του Μάνου μπήκε απρόσκλητη στο δωμάτιο. Στο χέρι της είχε μια σακούλα με πορτοκάλια μια γελοία χειρονομία μπροστά σε όλη αυτή τη καταιγίδα. Στάθηκε στην πόρτα, κοίταξε το δωμάτιο, βρήκε την Αλκμήνη.

Βλέπω τακτοποιήθηκες εδώ, ξεκίνησε ψυχρή.

Η φωνή της ούτε θυμωμένη, ούτε γλυκιά, μάλλον κουρασμένη και ξένη. Η Αλκμήνη σήκωσε τα μάτια. Περίμενε απλώς την συνέχεια.

Η μάνα του Μάνου κοντοστάθηκε, άφησε τα πορτοκάλια στο γραφείο και έμεινε όρθια.

Ξέρεις πως ήταν μοιραίο είπε, σαν να λεγε κάτι αυτονόητο. Ο Μάνος πάντα ήθελε χρόνο μόνος του. Δυο παιδιά, κλάματα, πανικός, άυπνες νύχτες… Δεν άντεξε.

Η Αλκμήνη ήθελε να πει πολλά: ότι ο Μάνος ήθελε παιδιά, χαιρόταν σε κάθε υπερηχογράφημα, διάλεξε ονόματα, όλα. Αλλά δεν είπε τίποτα τα λόγια δεν είχαν νόημα. Η γυναίκα αυτή είχε ήδη αποφασίσει τι πιστεύει.

Στηριγμένη με τον αγκώνα στο κρεβάτι, με δυσκολία βρήκε δύναμη να σταθεί. Ένιωσε μια παγωμάρα να εξαπλώνεται μέσα της.

Να ξέρεις, συνέχισε η κυρία, ακόμα όρθια πως ο Μάνος θα βοηθήσει οικονομικά.

Τα χέρια της Αλκμήνης έσφιξαν το σεντόνι.

Πώς το εννοείτε; ρώτησε, προσπαθώντας να είναι ήρεμη, παρόλο που έτρεμε.

Η μάνα του κοίταξε έξω, απρόθυμη να της απευθύνει το βλέμμα.

Θα σας αφήσει το μερίδιό του απ το σπίτι, είπε. Αυτό θα υπολογιστεί ως διατροφή. Μην ελπίζεις, δεν θα επιστρέψει. Θέλει να μπορείτε να τα βγάλετε πέρα.

Βουβή παύση. Στο διάδρομο περνούσαν νοσοκόμες, αμάξια κάτω απ το παράθυρο, μα για την Αλκμήνη δεν υπήρχε τίποτα πια μόνο η φωνή της πεθεράς και οι χαοτικές της σκέψεις.

Θέλει δηλαδή να ξεπληρώσει με λεφτά; ρώτησε ήσυχα. Χωρίς πίκρα, μόνο απορία.

Η Τασία σήκωσε το κεφάλι, τόνος απότομος.

Μην είσαι άδικη. Δίνει ό,τι μπορεί. Περνάει δύσκολα κι αυτός. Αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του μα δεν μπορεί να είναι „μπαμπάς” όπως το φανταζόσουν.

Το είπε λες και ήταν λογικό. Λες και το να αφήνεις σπίτι αντί για τον εαυτό σου είναι λύση. Η Αλκμήνη δεν το χωρούσε.

Πιστεύετε ότι έτσι λύνεται το ζήτημα; Ότι φεύγεις, αφήνεις κλειδιά και τελείωσες; τη ρώτησε λίγο τρεμάμενα.

Η πεθερά της σήκωσε τους ώμους, ψυχρή.

Καλύτερα απ το τίποτα. Τουλάχιστον δεν σας αφήνει με τίποτα. Συνηθίζεται έτσι είναι η ζωή, να το εμπεδώσεις σιγά σιγά.

Εγώ είμαι έτοιμη; μουρμούρισε η Αλκμήνη. Μετά από δώδεκα χρόνια, τόσες θυσίες;

Οι λέξεις έμειναν μετέωρες, μαζί με τις μνήμες γιατροί, αίμα, προσμονή, δάκρυα, χαρές και πίκρες σε νυχτερινές εφημερίες, πρωινά ξυπνήματα στο παρκάκι. Μάταια κι όλα αυτά;

Δικός σου ο δρόμος από δω και πέρα, έκλεισε η Τασία ήρεμα, αλλά έτοιμη για απειλή. Αλλά πρόσεξε. Μην τον ενοχλήσεις, μην κάνεις φασαρίες, μην εμποδίσεις το διαζύγιο. Αλλιώς…

Έμεινε ένα κενό, μία απειλή που πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Η Αλκμήνη κοίταξε σταθερά τη γυναίκα δεν θα δείξει φόβο.

Αλλιώς τι; είπε ήρεμα, χωρίς να τρέμει η φωνή της.

Η Τασία τη ζύγισε.

Θα χάσεις και τα λεφτά αυτά. Ίσως… μία παύση, ακόμη και τα παιδιά. Ο Μάνος έχει καλό δικηγόρο. Δεν θέλει μπελάδες, αλλά αν τον πιέσεις…

Οι λέξεις χτύπησαν σαν σφυριά. Η Αλκμήνη ένιωσε να υποχωρεί το έδαφος. Τώρα και απειλές… Τι άλλο θα ακούσει;

Σου μεταφέρω τη θέση του, είπε, διορθώνοντας λίγο τον τόνο της. Άφησε τα πορτοκάλια στη μισάνοιχτη ντουλάπα, τα τακτοποίησε λες και είχαν κάποια σημασία. Σκέψου το. Είναι ό,τι μπορεί να προσφέρει.

Έφυγε ήσυχα.

Η Αλκμήνη έμεινε μόνη. Η μυρωδιά ακριβού αρώματος κράτησε λίγο ακόμη στο νοσοκομείο και μετά χάθηκε, αφήνοντας πίσω άδειο αέρα.

Έμεινε να κοιτάζει έξω όσο σκοτείνιαζε. Μετά άνοιξε το κινητό, κάλεσε τη Μαρία. Τα χέρια της έτρεμαν άθελά της, αλλά πάταγε σίγουρα τα κουμπιά.

Μαρία, είπε σαν ρομπότ, έλα. Θέλω να μιλήσω σε κάποιον.

Η Μαρία ήρθε γρήγορα, μπήκε ήσυχα, έκατσε δίπλα της. Η Αλκμήνη, με ίσια πλάτη και στεγνά μάτια, δεν είπε τίποτα μόνο πήρε βαθιά ανάσα.

Ξέρεις τι κατάλαβα; είπε ήρεμα, απόλυτα. Δε θα τους αφήσω να με τρομάξουν. Πέρασα πάρα πολλά για να κάνω πίσω τώρα. Ας αφήσει το σπίτι, ας πληρώνει διατροφή. Τα παιδιά μου όμως δεν τα αφήνω. Θα τα καταφέρω. Για εκείνα.

Ούτε οργή, ούτε πίκρα μόνο μια βαθιά, ψυχρή αποφασιστικότητα. Δεν θα αναλώσει άλλα δευτερόλεπτα σε „γιατί” και „για ποιο λόγο”. Αυτά τέλειωσαν μαζί με την προηγούμενη ζωή της.

Η Μαρία δε σχολίασε μόνο της έσφιξε το χέρι.

Εννοείται πως θα τα καταφέρεις. Είμαι εδώ.

Η Αλκμήνη την κοίταξε πρώτη φορά δεν είχε πια δάκρυα, μόνο αποφασιστικότητα. Ήξερε: μπροστά της δυσκολίες, νύχτες, όλα ίδια. Μα στο σπίτι την περίμεναν τα δύο παιδάκια της, τα πάντα της, όλη της η ψυχή.

Ήξερε πλέον: τίποτα και κανείς δεν της παίρνει τη χαρά αυτή. Ό,τι κι αν προκύψει, θα το παλέψει. Γιατί είναι μάνα. Πιο δυνατή από λόγια, απειλές, ανθρώπους.

Oceń artykuł
Χωρίς Δικαίωμα στην Αδυναμία