Χωρίς δικαίωμα για αδυναμία
«Έλα σε παρακαλώ, είμαι στο νοσοκομείο.»
Η Μελίνα ούτε που σκέφτηκε να αλλάξει ρούχα. Φόρεσε βιαστικά το μπουφάν πάνω από τη χουχουλιάρικη φόρμα της, σχεδόν χωρίς να προσέξει πώς τράβηξε λίγο το πουλόβερ της. Ούτε που της πέρασε από το μυαλό να κοιταχτεί στον καθρέφτη όλη της η προσοχή ήταν αφοσιωμένη σε εκείνο το λιτό μήνυμα που της είχε στείλει η Φοίβη, πριν μισή ώρα.
Τη συγκλόνισε. Μόλις το διάβασε, πάγωσε για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί, αλλά μετά τινάχτηκε απότομα. Το σημαντικό ήταν να είναι εκεί όχι να κάνει υποθέσεις. Άρπαξε τα κλειδιά και το κινητό από το κομοδίνο κι έφυγε τρέχοντας, φορούσε παπούτσια στον δρόμο.
Ο δρόμος ως το νοσοκομείο τής φάνηκε ατέλειωτος. Το συνηθισμένο της δρομολόγιο ήταν τώρα αβάσταχτο: τα φανάρια πράσινα για όλους εκτός από εκείνη, τα λεωφορεία σα να «σέρνονταν», ο κόσμος να μην καταλαβαίνει πως είχε φωτιά μες στην ψυχή της. Κοίταζε διαρκώς το τηλέφωνο για νέο μήνυμα τίποτα. Κι οι ερωτήσεις στριφογύριζαν στο μυαλό της: Τι έγινε; Πόσο σοβαρό; Γιατί στο νοσοκομείο; Το κενό απαντήσεων μεγάλωνε το άγχος της.
Έφτασε έξω από το δωμάτιο και άνοιξε προσεκτικά την πόρτα. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στη Φοίβη, ξαπλωμένη στο στενό κρεβάτι του νοσοκομείου. Έμοιαζε να κοιτάζει το ταβάνι σαν να περίμενε απαντήσεις εκεί. Τα συνήθως καλοχτενισμένα μαλλιά της ήταν μπερδεμένα, απλωμένα στο μαξιλάρι, σαν να μην τα είχε αγγίξει βούρτσα μέρες.
Σιγά-σιγά, η Μελίνα πρόσεξε τις λεπτομέρειες: χλωμό πρόσωπο, μαύροι κύκλοι κάτω απ τα μάτια, αποξηραμένα δάκρυα στα μάγουλα. Η ψυχή της σφίχτηκε από αγωνία.
Πλησίασε ήσυχα το κρεβάτι και κάθισε στην άκρη, τόσο μαλακά για να μην ταράξει τίποτα. Η φωνή της βγήκε σχεδόν ψίθυρος:
Τι έγινε, Φοίβη μου;
Η Φοίβη γύρισε το κεφάλι, τα μάτια ξηρά αλλά η θλίψη μέσα τους σωματική σχεδόν. Η Μελίνα ένιωσε ένα κύμα ανησυχίας να γεμίζει το στομάχι της. Πόσο εύθραυστη της φάνηκε ξαφνικά η φίλη της!
Έφυγε, ψιθύρισε η Φοίβη και τα δάχτυλά της βούτηξαν το σεντόνι, οι κόμποι των χεριών της λευκοί από την ένταση σαν να κρατιόταν απεγνωσμένα από κάτι πραγματικό στο χαοτικό της κόσμο. Απλά μάζεψε τα πράγματά του και είπε πως δεν αντέχει άλλο.
Ποιος; Ο Νίκος; φώναξε σχεδόν η Μελίνα και έσφιξε ασυναίσθητα το χέρι της φίλης της. Χωρίς να το καταλάβει καν σα να μπορούσε μ αυτό το άγγιγμα να την τραβήξει πίσω στη ζωή.
Η Φοίβη έκανε καταφατικό νεύμα. Μια μοναδική δάκρυ σταμάτησε να κρατά έτρεξε στο πρόσωπο αργά και βάρυνε την ατμόσφαιρα, για να μην την σκουπίσει καν.
Η Μελίνα κατάπιε δύσκολα, ένας κόμπος στον λαιμό της. Τι να πεις για να ελαφρύνεις τέτοιον πόνο; Ήθελε να βρει λόγια, αλλά το μυαλό της είχε αδειάσει. Δεν το πίστευε ο άνθρωπος που παρακαλούσε για παιδιά, να λέει έτσι απλά «φεύγω»;
Η σιωπή του θαλάμου τα έκανε όλα πιο βαριά. Ένα ρολόι σε τοίχο μετρούσε βασανιστικά το χρόνο. Η Φοίβη έκλεισε το πρόσωπο με τα χέρια της, το σώμα της κουρασμένο όσο δεν έδειχνε. Η Μελίνα άγγιξε τον ώμο της τόσο κουρασμένος θρήνος, και στη Μελίνα μάτωσε η καρδιά.
Πέρασε ώρα εκεί ο χρόνος κυλούσε αλλιώς. Η Φοίβη ησύχασε κάπως, σκούπισε τα μάτια, και μια πικρή διαύγεια ζωγράφισε το βλέμμα της.
Τι αιτιολογία σου έδωσε; ρώτησε χαμηλόφωνα η Μελίνα, ήρεμα, λες και φοβόταν το παραμικρό να την πληγώσει.
Η Φοίβη γέλασε κουρασμένα καθόλου χαρούμενα.
Τα παιδιά, μου είπε Κουράστηκε από τις ατέλειωτες άυπνες νύχτες, από τον μόνιμο θόρυβο, από το ότι έπρεπε συνέχεια να φροντίζει κάποιον άλλον. Φαντάζεσαι, ρε Μελίνα; Αυτός μου το έλεγε διαρκώς, «θα τα καταφέρουμε, αυτό είναι η ευτυχία μας, οφείλουμε να παλέψουμε».
Έκανε παύση, παλεύοντας ξανά τις παλιές υποσχέσεις που πλέον μοιάζαν ειρωνεία.
Μέχρι και σε γιατρούς τρέχαμε, εξετάσεις, διαδικασίες… Πόσο πόνο, πόσα δάκρυα
Η φωνή σπάει, αλλά ξαναβρίσκει δύναμη:
Κι εγώ, είχα πειστεί πως ό,τι κι αν συμβεί, θα είμαστε μαζί ως το τέλος. Αλλά έκανα λάθος.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο, πού ο ουρανός σκέπαζε τη γειτονιά με βραδινές σκιές, και ψιθύρισε:
Δώδεκα χρόνια. Οκτώ προσπάθειες. Και όλα αυτά για το τίποτα;
*************************
Η γνωριμία τους ήταν σαν ταινία εύκολη, χαρούμενη, γεμάτη σπίθα. Η Ελπίδα και ο Νίκος είχαν γνωριστεί σε ένα φιλικό σπίτι, βραδιά με μουσικές, γέλια και ιστορίες. Ο Νίκος ήταν δίπλα στο παράθυρο με ποτήρι χυμό και κοίταζε αφηρημένος ως τη στιγμή που μπήκε η Ελπίδα στη σάλα, χειρονομούσε με πάθος στην κουβέντα με μια φίλη και ξέσπασε σε γέλιο μόλις τους πρόσεξε. Τότε ο Νίκος πρόσεξε τις φακίδες στη μύτη της και τη γλύκα που είχε όταν χαμογελούσε.
Της έπιασε την κουβέντα, σαν να γνωρίζονταν καιρό. Μιλούσαν για τα πάντα: ταινίες, ταξίδια, συνήθειες. Ο χρόνος πέρασε χωρίς να το καταλάβουν και όταν τελείωσε η βραδιά, ο Νίκος δεν ήθελε να αποχωριστούν. Της πρότεινε να κάνουν βόλτα και περπάτησαν μες στη βραδινή Αθήνα, ως το ξημέρωμα.
Τρεις μήνες μετά έμεναν μαζί. Το σπίτι γέμισε με τα πράγματά τους: τα βιβλία του στα δικά της ράφια, τα κολόνια και τα βερνίκια της στο κομοδίνο του, δύο ζευγάρια παπούτσια δίπλα στην πόρτα. Όλα κύλησαν φυσιολογικά και όμορφα. Και μετά παντρεύτηκαν, απλά, με λίγους φίλους. Πολλά γέλια, ευχές και χορός μέχρι το πρωί.
Τον πρώτο χρόνο γάμου τούς βρήκε στη βεράντα, με τσάι κι ένα γλυκό, να θυμούνται τις αρχές τους ώσπου τη φίλησε και της είπε αληθινά:
Θέλω παιδιά μαζί σου. Πολλά. Να φτιάξουμε ολόκληρη ομάδα.
Η Ελπίδα γέλασε και τον αγκάλιασε.
Εννοείται! Θα κάνουμε μεγάλη και ζωηρή οικογένεια!
Τόσο απλό φαινόταν τότε. Αγάπη, σπίτι, παιδιά. Πίστευαν πως ήταν μόνο θέμα χρόνου.
Τα πρώτα δύο χρόνια τα πέρασαν ελεύθερα. Εκείνη σχεδιάστρια σε δημιουργικό γραφείο, εκείνος ανέβαινε στην εταιρεία πληροφορικής. Εκδρομές στη θάλασσα τα καλοκαίρια, βουνό το χειμώνα, μικρές αποδράσεις τα σαββατοκύριακα. Το ζούσαν και το χαιρόντουσαν.
Όταν ένιωσαν έτοιμοι Στάθηκε δύσκολο. Ξαρχής δεν ανησύχησαν, απλώς ο γιατρός τούς είπε να δώσουν χρόνο:
Συμβαίνει συχνά, προσπαθείστε λίγο ακόμη.
Προσπάθησαν, μήνες ολόκληρους, αλλά τίποτα. Τότε ξεκίνησαν εξετάσεις, ελέγχους, ορμόνες. Η Ελπίδα το κρατούσε όσο μπορούσε. Ο Νίκος δίπλα της πάντα, της έκανε παρέα, πήγαινε στις επισκέψεις.
Ώσπου ήρθε η πρώτη απογοήτευση, σε έξι εβδομάδες. Μια εγκυμοσύνη που πρόλαβαν μόνο να τη χαρούν. Το θυμάται έντονα: ο ψυχρός υπέρηχος, το ουδέτερο βλέμμα του γιατρού, το χέρι του Νίκου που της άφησε σημάδια από τη δύναμη με την οποία την έσφιξε.
Χρόνο μετά τα ίδια. Κι άλλη αποτυχία, κι άλλη διάψευση. Γιατί σ αυτούς; Τι είχαν κάνει λάθος;
Προσπάθειες, εξετάσεις, δεύτερες γνώμες, διαφορετικές θεραπείες. Κάθε μήνας άγχος και μετά σιωπηλό ξανά άδειασμα. Ο Νίκος πάλευε να τη σηκώσει, κάνοντας ό,τι μπορούσε ένα τσάι, μια αστεία ατάκα, μια αγκαλιά.
Οι απαντήσεις δεν έρχονταν μα συνέχιζαν. Ήταν θέμα πίστης.
Η διάγνωση της υπογονιμότητας ήταν σκληρή ο γιατρός ήρεμος, μα για την Ελπίδα και τον Νίκο έμοιαζε κεραυνός. Στο ιατρείο, κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου, μα όλα είχαν παγώσει. Πώς συνεχίζεις από 'δω και πέρα;
Δεν το άφησαν όμως να τους σβήσει: κατέληξαν στο εξωσωματική, μετά από συζητήσεις και αγωνία. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη προσπάθεια. Κάθε φορά σα rollercoaster: ελπίδα, φόβος, αγωνία, πάλι πίσω.
Και μετά, ένα βράδυ μετά την έβδομη αποτυχημένη προσπάθεια, η Ελπίδα βρήκε τα όριά της. Στο μπάνιο, άδειο βλέμμα, το τεστ στα χέρια.
Δεν αντέχω άλλο Έχω κουραστεί…
Ο Νίκος κάθισε δίπλα της, την αγκάλιασε κι απλά έμεινε εκεί, σιωπηλός. Έτσι έμειναν κι έπειτα είπε:
Άλλη μια φορά, σε παρακαλώ. Τελευταία.
Η Ελπίδα το ήξερε: θα χε πάλι εξετάσεις, προγράμματα, κούραση. Μα τον αγαπούσε, πίστευε ακόμα, και δέχτηκε.
Ογδοη προσπάθεια. Αυστηρό πρόγραμμα. Χωρίς ελπίδες ούτε όνειρα μόνο πράξεις.
Η στιγμή της αλήθειας: επιτέλους θετικό αποτέλεσμα.
Στο υπερηχογράφημα, κρατιούνταν σφιχτά. Ο γιατρός, χαμογέλασε:
Δύο καρδούλες!
Η Ελπίδα δεν το πίστευε. Δύο μικρά θαύματα στην οθόνη δε μπορούσε να πει τίποτα, μόνο έκλαιγε από χαρά. Ο Νίκος το ίδιο όπως την πρώτη μέρα του γάμου τους.
Έπειτα
Όλα άλλαξαν ένα απόλυτα φυσιολογικό βράδυ. Τα μωρά φάγαν, τα 'πλυν η Φοίβη, κρεμούλα παντού, το φως του προτζέκτορα σχημάτιζε αστέρια στον τοίχο.
Ο Νίκος γύρισε λίγο αργότερα τελευταία τον περίμενε συχνά. Ο ήχος της πόρτας, μπάνιο, τίποτα. Περίμενε να έρθει στα παιδιά, να την ρωτήσει πώς πήγε η μέρα, όπως πάντα. Αντίθετα στεκόταν στην πόρτα, παρακολουθώντας τους.
Η Φοίβη το αισθάνθηκε, γύρισε. Ο Νίκος εξαντλημένος, μάτια βαριά, οι ώμοι γερμένοι πιο πολύ από συνήθως.
Φεύγω, ψιθύρισε.
Η Φοίβη πάγωσε, με το παιδί στο χέρι ακόμα. Το βλέμμα της θολό.
Τι λες; Ξαναπέστο σου παρακαλώ.
Δεν αντέχω άλλο, είπε. Από τις άυπνες νύχτες, το χάος, το ότι δεν έχω στιγμή για μένα. Δεν το μπορώ άλλο.
Η Φοίβη άφησε προσεκτικά το μωρό στο κρεβατάκι, τον κοίταξε καλά, προσπαθώντας να καταλάβει αν σοβαρολογούσε.
Μα μαζί δεν περάσαμε όλο αυτό; Πάλευες, ήσουν εσύ που μου το ζητούσες όλο αυτό! Δεν θυμάσαι τη χαρά σου με τη δίδυμη κύηση;
Ο Νίκος κατέβασε το βλέμμα, σαν να μην άντεχε να την κοιτάξει.
Νόμιζα ότι θα το αντέξω. Αλλά δεν μπορώ.
Εκείνη έκανε ένα βήμα πιο κοντά, ψάχνοντας σημάδια ελπίδας στο πρόσωπό του.
Μας αφήνεις; Εμένα και αυτά τα πλάσματα;
Χρειάζομαι χρόνο, απάντησε. Δεν ξέρω αν θα γυρίσω.
Καμία οργή στη φωνή του, απλά διαπίστωση κι αυτό πονούσε πιο πολύ. Η Φοίβη ένιωσε σαν να της κόβαν τα πόδια. Ήθελε να ουρλιάξει «μας αφήνεις;», αλλά δεν έβγαινε ήχος.
Πίσω της, δύο παιδικά κεφαλάκια κοιμόντουσαν αμέριμνα, ακόμα χωρίς ιδέα ότι ο κόσμος τους μόλις έσπασε.
Ο Νίκος έφυγε. Η πόρτα ακούστηκε χαμηλά, κι έμεινε απόλυτη σιωπή. Η Φοίβη έψαξε μήπως το όνειρο λυθεί, μήπως εμφανιστεί ξανά ο Νίκος με το κλασικό φλυτζάνι τσάι. Τίποτα.
Περπάτησε ως το παράθυρο, γύρισε πίσω στα κρεβατάκια. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ήρεμα, τα προσωπάκια τους χαμογελαστά. Ένιωσε τα χέρια τους, να σιγουρευτεί πως ήταν όλα καλά. Ύστερα, να κάθεται στο πάτωμα, αγκαλιά τη μικρή της κόρη παρηγοριά πάντα τρυφερή, αλλά τώρα όλο το κορμί της έτρεμε.
Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε ολομόναχη. Όχι κουρασμένη, όχι απλά φορτωμένη μα αληθινά μόνη. Ότι ακόμη κι όταν δεν προλάβαινε ύπνο ή φαγητό, ο Νίκος ήταν εκεί έφερνε ένα τσάι, έπαιρνε αγκαλιά το μωρό αν έκλαιγε.
Τώρα; Τίποτα.
Μόνο η αναπνοή των βρεφών στην ησυχία. Η Φοίβη έμεινε εκεί, αγκαλιασμένη στο παιδί της, αφήνοντας τα δάκρυα επιτέλους να τρέξουν. Πρώτη φορά μετά από χρόνια, επέτρεψε στον εαυτό της να αφεθεί να κλάψει.
Έξω νύχτωνε γλυκά, το σπίτι ήσυχο και στο σκοτάδι και η Φοίβη παρέμενε εκεί γιατί μόνο αυτός ο χρόνος φαινόταν να αντέχεται.
****************************
Στο νοσοκομείο η Φοίβη καθόταν απέναντι από το παράθυρο, μαζεμένη. Έξω ψιλόχιόνι έπεφτε στον γκριζόδρομο. Μα αν και έβλεπε αυτό, ο νους της ξαναζούσε σκηνές χρόνων: αγώνες, όνειρα, λίγη χαρά, πολλή απογοήτευση. Τα τελευταία λόγια του Νίκου βουίζαν μέσα της κάθε φορά πονούσαν καινούργια.
Δεν καταλαβαίνω… Πώς μπορείς έτσι απλά να αφήσεις τα παιδιά σου; Μετά από όλα όσα περάσαμε;
Ο αέρας της φανέρωνε πόνο, αλλά όχι άλλα δάκρυα μόνο αναπάντητα «γιατί».
Η Μελίνα πήγε κοντά, την αγκάλιασε. Της είχε τελειώσει οποιαδήποτε παρηγοριά. Έβλεπε τον Νίκο σαν σωστό άντρα, καλό μπαμπά, όμως τελικά ήταν όλα πιο δύσκολα. Είχε φύγει. Είχε αφήσει τους ανθρώπους του μόνους.
Η Φοίβη ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο της φίλης.
Δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω μόνη. Μα πρέπει. Για κείνα.
Καμία υπερβολή ούτε ηρωισμός μόνο καθαρή απόφαση. Ήξερε: τώρα ξεκινάν καινούρια ξενύχτια, δουλειές, όλα μόνη. Αλλά στο σπίτι, εκεί, δυο μικρά αστεράκια την περίμεναν το μόνο πράγμα για το οποίο δεν έπρεπε να λυγίσει.
Η Μελίνα έσφιξε το χέρι της. Δεν έχριζε λόγια. Απλά θα έμενε μαζί της σε όλα.
***********************
Μερικές μέρες μετά, η μητέρα του Νίκου ήρθε στο δωμάτιο, χωρίς να χτυπήσει. Κρατούσε μια σακούλα φρούτα τυπική χειρονομία φροντίδας, μα το ψυχρό της ύφος την έφερνε στα υπόλοιπα. Στη μέση της πόρτας, πέταξε ένα βλέμμα, μετά στράφηκε στη Φοίβη.
Βλέπω τα κατάφερες να εγκατασταθείς εδώ, ε; είπε, ήρεμα, σχεδόν αποστασιοποιημένα.
Η Φοίβη ούτε απάντησε. Περίμενε.
Η πεθερά ακούμπησε τα φρούτα, αλλά έμεινε όρθια, με τα χέρια σταυρωμένα.
Καταλαβαίνεις ότι αυτό το τέλος ήταν αναπόφευκτο; Ο Νίκος πάντα ήταν τύπος που ήθελε ελευθερία. Με δύο παιδιά, φασαρία, στρες… Σκέψου το λίγο από την πλευρά του.
Η Φοίβη κράτησε τη φωνή της ήρεμη, κι ας ήθελε να ουρλιάξει. Πόσες φορές εκείνος είχε παρακαλέσει για οικογένεια; Μα τώρα τι να πει…
Ανασηκώθηκε, παλεύοντας με την αδυναμία του σώματος. Ένιωθε τον πάγο να απλώνεται στο στήθος της.
Τι θέλετε να πείτε με όλα αυτά;
Η πεθερά κοίταξε το παράθυρο σαν να την ενοχλούσε το βλέμμα της Φοίβης.
Θα κρατήσετε το σπίτι. Η μισή του μερίδα δηλαδή. Μ’ αυτό θα σας δίνει διατροφή, για χρόνια. Δεν σκοπεύει να γυρίσει πίσω, αλλά δε θέλει και να μείνετε στον δρόμο.
Βαριά σιωπή. Έξω φωνές νοσηλευτριών, αυτοκίνητα μα για τη Φοίβη όλα είχαν σβήσει. Σκεφτόταν: πραγματικά πιστεύουν ότι το σπίτι μπορεί να αντικαταστήσει τον πατέρα;
Θέλει δηλαδή να «αγοράσει» τον ρόλο του; γέλασε πικρά.
Η Τασία σήκωσε το φρύδι της:
Μη γίνεσαι άδικη! Ό,τι μπορεί κάνει. Περνάει δύσκολα. Δεν αρνείται τις ευθύνες. Απλώς δεν μπορεί να είναι πατέρας όπως το φαντάστηκες.
Τα λόγια της σα να μην ήθελε καν να τα σκεφτεί πιο βαθιά. Η Φοίβη την κοίταξε, προσπαθώντας να δει αν έμεινε ίχνος ευαισθησίας εκεί.
Εσείς πιστεύετε ότι αυτό είναι λύση; Το να δίνεις τα κλειδιά σου και να μην προσφέρεις τίποτε άλλο;
Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της.
Καλύτερο από το τίποτα. Ο Νίκος δε σας αφήνει αβοήθητους. Δεν υπολόγισε σωστά. Αυτά έχει η ζωή, να μάθεις να το αποδέχεσαι.
Και εγώ; Θέλησα; Μετά από δώδεκα χρόνια προσπάθεια;
Διάφορες, σιωπηλές αναμνήσεις φούσκωσαν. Όλες οι θυσίες, το άγχος, οι ξεπενταρουσίες, τα ξενύχτια με τα παιδιά. Κι όλα τώρα, άξαφνα, άλλαζαν μορφή.
Είσαι υποχρεωμένη να το αποδεχθείς, είπε η Τασία απότομα. Να μην τον ενοχλείς άλλο, να μην κάνεις σκηνές, να μην καθυστερήσεις το διαζύγιο. Αλλιώς
Σταματάει, με νόημα. Η Φοίβη σήκωσε αγέρωχα το πηγούνι:
Αλλιώς τι;
Αλλιώς μπορεί να κινδυνεύσετε να μην πάρετε ούτε το σπίτι. Και, φυσικά τα παιδιά. Ο Νίκος έχει καλούς δικηγόρους. Δεν θέλει φασαρίες αν το πας παραπέρα
Οι λέξεις της καρφώθηκαν βαθιά στη Φοίβη. Τώρα απειλούσαν κιόλας;
Εγώ απλώς στα λέω, είπε ήπια η Τασία, με το βλέμμα όμως τελείως κρύο. Άφησε τα φρούτα στο κομοδίνο, τάχισε το παλτό και έφυγε.
Η Φοίβη έμεινε μόνη, με το άρωμα της πεθεράς να αιωρείται. Μετά από λίγο, σηκώθηκε, κοίταξε το βραδινό ουρανό έξω τα γαλάζιο του έγινε μοβ, μετά μπλε και βαθύ μαύρο. Οι σκιές άπλωσαν περίτεχνα στο πεζοδρόμιο. Και ξαφνικά, κατάλαβε: η ζωή της είχε κοπεί σε «πριν» και «μετά».
Σήκωσε διστακτικά το κινητό και, με χέρια που έτρεμαν, κάλεσε τη Μελίνα.
Έλα, της είπε ψυχρά αλλά σταθερά. Έλα σε χρειάζομαι.
Η Μελίνα ήρθε αμέσως προφανώς πέταξε τα πάντα και ήρθε κοντά. Την βρήκε να κάθεται ίσια, ώμους πίσω, μάτια στεγνά.
Κάθισε δίπλα της, της έπιασε το χέρι απαλά. Η Φοίβη γύρισε, την κοίταξε χωρίς υπερβολές, λες και αποδεχόταν μια αλήθεια χρόνια τώρα:
Ξέρεις τι κατάλαβα; Δεν θα τους αφήσω να με φοβίσουν. Περάσαμε πάρα πολλά για να τα παρατήσουμε τώρα. Θα κρατήσω το σπίτι, θα πάρω όποια διατροφή δώσει. Τα παιδιά, όμως, δεν τα χάνει. Θα αντέξω. Για εκείνα.
Ούτε οργή, ούτε απελπισία μόνο ψυχρή σιγουριά. Δεν ασχολιόταν πια με τα «γιατί» εκείνον ή τη μάνα του, ούτε να βρει άλλη λογική. Αυτά ανήκαν στο παρελθόν.
Η Μελίνα, χωρίς λόγια, έσφιξε απλά το χέρι της και της χαμογέλασε:
Εννοείται πως θα αντέξεις. Μαζί σου κι εγώ.
Η Φοίβη της χάρισε ένα βλέμμα γεμάτο δύναμη χωρίς δάκρυ πια. Ήξερε, θα έχει χιλιάδες δυσκολίες: άγρυπνα βράδια, ευθύνες, αγωνία μόνη της. Αλλά εκεί, στο σπίτι με τη γιαγιά, δύο μικρά θαύματα τη χρειάζονταν. Ήταν αυτό το στήριγμα, η ελπίδα, η ίδια η ευτυχία της.
Κανείς, τίποτα δεν θα τα έπαιρνε μακριά τώρα. Ό,τι κι αν έρθει, ήταν έτοιμη γιατί εκείνη ήταν μάνα. Και μάνα στην Ελλάδα σημαίνει πως δεν φοβάσαι τίποτα κι αυτό δεν μπορεί να στο πάρει κανείς.




