Χαμένη αποσκευή
Η βαλίτσα ζύγιζε λάθος.
Η Ελευθερία το κατάλαβε από τον ιμάντα παραλαβής. Τα συνηθισμένα της δώδεκα κιλά είχαν μετατραπεί σε κάτι άλλο βαρύτερο, πιο πυκνό, με διαφορετικό κέντρο βάρους. Αλλά το γκρι πλαστικό, οι τέσσερις ρόδες και η γρατζουνιά στην αριστερή γωνία ήταν ίδια. Πήρε τη λαβή στο χέρι και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.
Το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης μύριζε καφέ και υγρασία πάνω στα πλακάκια. Έξω έβρεχε μια μαρτιάτικη βροχή που δεν είχε τίποτα το ανοιξιάτικο, και η Ελευθερία σκέφτηκε ότι το συνέδριο για το αστικό πράσινο ήταν λόγος αρκετά καλός να φύγει από την Αθήνα, αλλά όχι και τόσο καλός για να νιώθει χαρούμενη.
Ήταν τριάντα ενός. Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Αστικής Ανάπλασης, ενοίκιο σε γκαρσονιέρα εικοσιοκτώ τετραγωνικών στα Πατήσια, βιβλία στοιβαγμένα κατά μήκος του τοίχου. Η μητέρα της στην Καλαμάτα την καλούσε κάθε Κυριακή κι έκανε πάντα την ίδια ερώτηση: «Λοιπόν, τίποτα καινούριο; Κανένας;» Κι εκείνη απαντούσε: «Μαμά, έχω δουλειά». Σαν να τα εξηγούσε όλα αυτό.
Το ταξί μέχρι το ξενοδοχείο πήρε είκοσι λεπτά. Ο ταξιτζής ρώτησε αν πήγαινε διακοπές. Η Ελευθερία χαμογέλασε: «Όχι, για δουλειά». Ο οδηγός έγνεψε, λες και το περίμενε.
Το δωμάτιο ήταν μικρό, αλλά καθαρό, με θέα μια γκρίζα λωρίδα θάλασσας. Πάνω στο περβάζι μια πλαστική γλάστρα με γεράνι εντελώς ψεύτικο. Η Ελευθερία έβαλε τη βαλίτσα πάνω στο κρεβάτι, πάτησε τους συνδέσμους και άνοιξε το καπάκι.
Και πάγωσε.
Μέσα υπήρχαν ανδρικά ρούχα.
Ένα χοντρό πουλόβερ σκούρο πράσινο, μύριζε φασκόμηλο και όχι κολόνια. Μέγεθος ενάμισι φορές μεγαλύτερο. Τζιν. Αθλητικά νούμερο σαράντα τρία, μέσα σε σακουλάκι. Φορτιστής κινητού που δεν ήταν δικός της, ένα φακελάκι με σπόρους κάτι βοτανικό στα αγγλικά. Και ένα σημειωματάριο. Χοντρό, δερμάτινο, με λάστιχο τυλιγμένο γύρω του.
Ήταν λάθος βαλίτσα. Η Ελευθερία κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και ατένισε τα ξένα αντικείμενα. Ίδιο γκρι, τέσσερις ρόδες, ίδια γρατζουνιά. Αλλά όχι η δικιά της. Κάποιος πήρε τα πράγματά της βιβλία, το φόρεμα της ομιλίας, το λάπτοπ με την παρουσίαση, τη φωτογραφία της μάνας σε κορνίζα. Αυτή είχε πάρει τα δικά του.
Πέντε λεπτά κοιτούσε αμήχανη. Ύστερα πήρε τηλέφωνο το αεροδρόμιο. Ο αυτόματος τηλεφωνητής της ζήτησε να περιμένει στη γραμμή. Έντεκα λεπτά μετά, κάποια υπάλληλος τη συνέδεσε. Κατέγραψε στοιχειά πτήσης, αριθμό αυτοκόλλητου και της είπε να περιμένει. Θα την καλέσουν πίσω. Οπωσδήποτε.
Η Ελευθερία άφησε το κινητό και ξανακοίταξε τη βαλίτσα. Το σημειωματάριο ήταν από πάνω, τόσο χρησιμοποιημένο που το λάστιχο του είχε ξεχειλώσει.
Ήξερε ότι δεν έπρεπε. Ξένα πράγματα, άλλη ζωή, ξένα λόγια. Σαν να κρυφακούς κουβέντες ή να κοιτάς μέσα από ξένα παράθυρα το βράδυ. Δεν είναι σωστό. Η Ελευθερία σηκώθηκε, περπάτησε δυο γύρους στο δωμάτιο, γέμισε ποτήρι νερό. Ξαναπλησίασε. Τα δάχτυλά της ακούμπησαν το δέρμα του ημερολογίου. Μαλακό, ζεστό.
Τελικά το άνοιξε.
***
Ο γραφικός χαρακτήρας έγερνε αλλόκοτα αριστερά· στρογγυλά γράμματα, μακρύ ουρά στα γ και τα ρ. Σκέψη ώριμη, καθόλου βιαστική. Σαν να γράφει κάποιος που μιλά αργά και σταθερά.
Η πρώτη εγγραφή δεν είχε ημερομηνία.
«Χανιά. Περπάτησα πρωί στην Κούμ Καπί. Η πόλη απλωμένη σαν κήπος που κάποιος ξέχασε να κουρέψει. Δέντρα σφηνωμένα ανάμεσα στις πολυκατοικίες, θάμνοι να σκαρφαλώνουν στα μπαλκόνια. Ζωγράφισα έναν πλατάνο δίπλα στον φούρνο. Ο κορμός σαν χάρτης φωτεινά μπαλώματα, σκούρα νησιά. Τρεις ώρες στο σκαμπό ώσπου πάγωσα».
Η Ελευθερία γύρισε σελίδα.
«Κωνσταντινούπολη. Ζωγράφιζα μπαομπάμπ στον Βοτανικό. Όχι αληθινό μπονσάι. Ρίζες λες και προσπαθούν να το σκάσουν από τη γλάστρα. Σοβαρό δέντρο σε γελοίο μέγεθος. Μάλλον σαν εμένα».
Έσκασε άθελά της χαμόγελο. Πρώτη φορά όλη μέρα.
Συνέχισε να γυρίζει σελίδες. Μετά άλλη, μετά άλλη.
Εγγραφές η μια πίσω από την άλλη: Μαρακές, Πόρτο, Ηράκλειο, Γιάννενα. Πάντα για το μέρος και τα φυτά του. Ταξίδευε, ζωγράφιζε δέντρα και έγραφε γι αυτά και ό,τι σκέφτονταν. Πουθενά ούτε λέξη για ξενοδοχεία, φαγητά, αξιοθέατα. Μόνο πράσινο. Κλαδιά, κορμοί, ρίζες. Ανάμεσα στα λόγια, σκίτσα γρήγορα, ακριβή, ζωντανά. Κλαρί με τρία φύλλα. Ρίζα που αγκαλιάζει πέτρα.
«Μαρακές. Είδα πορτοκαλιά στη μέση της αγοράς. Κρεμάσαν σακούλες στα κλαδιά και τιμές. Το δέντρο εκεί. Δύο αιώνων, αν όχι παραπάνω. Έζησε όλες τις αγορές. Έκανα σκίτσο όσο μπόρεσα χέρια έτρεμαν απ τη ζέστη».
«Πόρτο. Οι γλυσίνες στο Ριμπέιρα χαμηλώνουν τόσο που ακουμπούν τα κεφάλια. Οι Πορτογάλοι προσπερνούν, οι τουρίστες τραβούν φωτογραφίες. Εγώ κοιτούσα και σκεφτόμουν: δέντρο που δεν λογαριάζει όρια. Πηγαίνει όπου θέλει. Ναχα κι εγώ έτσι».
Η Ελευθερία βρέθηκε να διαβάζει σαράντα λεπτά. Έξω σκοτείνιασε. Η βροχή χτυπούσε επίμονα το περβάζι.
Γύρισε παρακάτω.
«Ηράκλειο. Μπήκα σ έναν εγκαταλελειμμένο κήπο στα όρια της πόλης. Φλαμουριές τριπλάσιες απ το άνοιγμα των χεριών, ρίζες που έχουν σηκώσει την άσφαλτο. Παλιά έβγαινε κόσμος. Τώρα μόνο τα δέντρα. Κι εγώ. Ζωγράφισα μία φλαμουριά· στεκόταν σαν φρουρός ίσια, ακίνητη, ούτε φύλλο δεν τρεμόπαιζε. Νομίζω έτσι είναι η πίστη μένεις στη θέση σου ώσπου να γυρίσει κάποιος».
Η Ελευθερία παρατήρησε πως σε κάθε καταχώρηση ο συγγραφέας απευθυνόταν σχεδόν στους κορμούς και τα κλαδιά σαν φίλους. Απροκάλυπτα, άφοβα. Ήθελε να μάθει το γιατί.
Κι ύστερα, μια εγγραφή την έκανε να ακουμπήσει το σημειωματάριο και να χαζεύει τον τοίχο παρατεταμένα.
«Γιάννενα. Δύο χρόνια μετά το διαζύγιο. Με τη Λένα ταξίδευα δεκατέσσερα χρόνια από το πανεπιστήμιο μέχρι το τέλος. Μου είπε: Αγαπάς τα δέντρα περισσότερο από τους ανθρώπους. Ίσως είχε δίκιο. Ίσως δεν έμαθα να αγαπώ τους ανθρώπους ώστε να το νιώσουν. Πλέον δεν πιστεύω ότι θα βρω. Όχι δέντρο άνθρωπο. Που να καταλάβει γιατί ζωγραφίζω ρίζες».
Η Ελευθερία έκλεισε το σημειωματάριο. Το άφησε πάνω στο κομοδίνο. Πλησίασε στο παράθυρο.
Η βροχή δεν σταμάτησε. Η θάλασσα σκοτεινή, επίπεδη, χωρίς φως. Κάπου κάτω, μια πόρτα χτύπησε, νεανικά γέλια.
Τριάντα ενός. Ενοίκιο. Βιβλία. «Τίποτα; Κανένας;» Τα τελευταία της τα έληξαν πριν ενάμιση χρόνο, κι ούτε κατάλαβε πότε σταμάτησε να ψάχνει. Μια μέρα γύρισε, έκατσε στην κουζίνα και συνήθισε τη μοναξιά. Συνήθεια που αντικαθιστά την ευτυχία, αν το αφήσεις.
Γύρισε στη βαλίτσα, δίπλωσε τα ξένα ρούχα, κι εκεί θυμήθηκε.
Το γράμμα.
Αυτό που χε αρχίσει στο αεροπλάνο, βαριεστημένη απ την καθυστέρηση δύο ωρών. Έβγαλε χαρτί και στυλό, όσο για να περάσει η ώρα. Ούτε ημερολόγιο, ούτε σημείωση. Μια ανοησία που δε γράφουν οι μεγάλοι: «Αγαπητέ άγνωστε, ονειρεύομαι να γνωρίσω». Δεν το τελείωσε. Το χώσε στη μικρή τσέπη της βαλίτσας και το ξέχασε.
Κι αυτό τώρα είναι στην βαλίτσα της. Τη βαλίτσα που έχει πια στα χέρια του ένας άλλος. Ένας άνδρας με ημερολόγιο γεμάτο δέντρα.
Η Ελευθερία κάθισε στο κρεβάτι. Τα μάγουλά της έκαιγαν.
***
Το πρωί ξανακάλεσε στο αεροδρόμιο.
Γραφείο απολεσθέντων, Δήμητρα, η φωνή κουρασμένη, στο βάθος κάποιος μασουλούσε κριτσίνι.
Είχα κάνει αίτηση χθες. Πτήση Αθήνα Θεσσαλονίκη, αυτοκόλλητο…
Μισό λεπτό. Σταμάτησε ο ήχος. Ναι, είμαστε σε επεξεργασία. Θα επικοινωνήσουμε μαζί σας.
Πότε;
Αναλόγως σειράς. Συνήθως από τρεις ως δέκα εργάσιμες.
Δέκα;
Εργάσιμες, αλλά μπορεί και νωρίτερα. Μείνετε διαθέσιμη.
Η Ελευθερία έκλεισε. Κοίταξε τη βαλίτσα. Χρειαζόταν ρούχα. Το συνέδριο άρχιζε μεθαύριο. Ό,τι χρειαζόταν φόρεμα, λάπτοπ, τακούνια ήταν σε άλλη πόλη, σε χέρια άγνωστου.
Βγήκε στο κέντρο. Ένα μικρό εμπορικό ήταν στα δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια. Πήρε παντελόνι, μπλούζα, εσώρουχα, φορτιστή. Η ταμίας ρώτησε:
Έχασες βαλίτσα;
Την μπέρδεψα.
Συμβαίνει συνέχεια εδώ. Οι μισές έρχονται ίδιες, γκρίζες.
Η Ελευθερία έγνεψε. Την παρηγόρησε πως δεν ήταν μόνη.
Πέρασε απ το φαρμακείο για οδοντόβουρτσα και πάστα, μετά στην γωνιακή καφετέρια ήπιε καπουτσίνο όρθια στη μπάρα, αφού τα τραπεζάκια ήταν πιασμένα από ζευγάρια. Επιστρέφοντας πήρε τηλέφωνο τη μητέρα της.
Έφτασες; Πώς είναι ο καιρός;
Βρέχει.
Πήρες ομπρέλα;
Μαμά, έχασα τη βαλίτσα.
Παναγία μου. Την έκλεψαν;
Άλλαξα με του άλλου, μάλλον στο αεροδρόμιο.
Η μητέρα σώπασε, ύστερα είπε:
Δηλαδή κάποιος κυκλοφορεί με τα δικά σου. Αναρωτιέμαι τι σκέφτεται για τα βιβλία σου.
Μαμά…
Έλα τώρα. Αλήθεια λέω. Πάντα κουβαλάς βιβλιοθήκη μαζί σου.
Η Ελευθερία δεν της μίλησε για το ημερολόγιο με τα δέντρα, ούτε για τον γραφικό χαρακτήρα που έγερνε αριστερά, ούτε για την εγγραφή από τα Γιάννενα. Είπε απλά: «Θα πάνε όλα καλά, μαμά», και έκλεισε.
Και πάλι, γύρισε στο δωμάτιο και άνοιξε τη βαλίτσα.
Όχι γι αυτό. Έψαχνε κάποιο σημείο αναφοράς όνομα, επαφή, κάτι. Έλεγξε θήκες. Στο πλαϊνό φερμουάρ ήταν μια επαγγελματική κάρτα.
«Βασίλης Σπυρίδης. Αρχιτέκτων Τοπίου. Σχεδιασμός, ανάπλαση, συμβουλές».
Κι ένα κινητό.
Η Ελευθερία άνοιξε το viber και έστειλε:
«Καλησπέρα σας. Νομίζω ανταλλάξαμε βαλίτσες κατά λάθος στο αεροδρόμιο Μακεδονία. Έχω τη δική σας. Γκρι, με γρατζουνιά. Μέσα ημερολόγιο και κάρτα σας. Βρήκα το τηλέφωνό σας».
Η απάντηση ήρθε εννιά λεπτά μετά.
«Καλησπέρα. Μόλις άνοιξα τη δική σας. Προφανώς δεν είναι δικιά μου μόνο βιβλία, τετράδιο, φόρεμα. Πολύ άβολο, συγγνώμη. Κι εγώ Θεσσαλονίκη είμαι. Θέλετε να βρεθούμε να τις αλλάξουμε;»
Η Ελευθερία ξαναδιάβασε το μήνυμα. Βιβλία, τετράδιο, φόρεμα ήξερε το περιεχόμενο.
«Ναι, φυσικά. Πού σας βολεύει;»
«Στην καφετέρια Αλεξάνδρειο στην παραλία. Αύριο στις δέκα; Θα έχω τη δική σας!»
«Γίνεται. Θα είμαι εκεί.»
Έβαλε το κινητό κάτω. Μετά το ξανασήκωσε. «Βιβλία, τετράδιο, φόρεμα.» Ήξερε το μπλοκ με τις ιδέες για άρθρα. Πιθανόν και τη φωτογραφία της μάνας του μαζί της παντού.
Μπορεί να είδε και το γράμμα.
Η Ελευθερία έκλεισε τα μάτια. Φαντάστηκε έναν άντρα να κάθεται στο δωμάτιό του ή σε κάποιου τη βεράντα, με το γραμματάκι της στο χέρι. Λευκή κόλλα τετραδίου, γράμματα βιαστικά. Τα διαβάζει λόγια που δεν σκόπευε ν ακούσει κανείς.
Έπειτα πήρε το ημερολόγιο και ξαναδιάβασε το κείμενο από τα Γιάννενα.
«Δεν πιστεύω πλέον ότι θα βρω.»
Εκείνη είχε γράψει: «Αγαπητέ άγνωστε, ονειρεύομαι να γνωρίσω…». Το γράμμα τώρα βρίσκεται στα χέρια κάποιου που ζωγραφίζει ρίζες και ψάχνει να βρει αυτόν που καταλαβαίνει.
Σύμπτωση. Κωμική, εξωφρενική σύμπτωση με ίδιες γκρι βαλίτσες.
Ή μήπως όχι.
Η Ελευθερία κάθισε στο τραπέζι κι άνοιξε στην τελευταία εγγραφή. Μετά τα Γιάννενα είχε μερικές ακόμη.
«Πάτρα. Άνοιξη. Το μπαλκόνι γέμισε τόσο που οι γείτονες παραπονιούνται. Εκατόν δεκατέσσερα φυτά τα μέτρησα. Η Λένα θα έλεγε: Δεν είσαι με τα καλά σου. Αλλά η Λένα λείπει. Κανείς να διαμαρτυρηθεί. Μόνο ο φίκος. Ο φίκος σωπαίνει. Ιδανικός συνομιλητής.»
Και στο τέλος, η πιο πρόσφατη:
«Πετάω Θεσσαλονίκη. Βοτανικός Κήπος. Θέλω να δω τη ληριόδενδρο λένε είναι πάνω από εκατό χρόνια. Άδεια. Πρώτη φορά που ταξιδεύω όχι για δουλειά, αλλά έτσι. Παράξενο να μη χρειάζεται δικαιολογία.»
Η Ελευθερία έκλεισε το σημειωματάριο. Το έβαλε μέσα στη βαλίτσα. Τέρμα.
Εκείνος ήρθε για ένα δέντρο. Εκείνη, για συνέδριο πρασίνου. Εκείνος ζωγραφίζει φυτά σε ξένες πόλεις. Εκείνη γράφει άρθρα για το πώς θα επιστρέψουν τα φυτά στις δικές μας. Και κάπου ενδιάμεσα, δύο ίδιες γκρι βαλίτσες αλλάζουν χέρια.
Η Ελευθερία δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν πόσο αλλόκοτα φτιάχνει η ζωή σενάρια. Νομίζεις πως τα έχεις όλα προγραμματισμένα, περνάς τα χρόνια σε ενοίκια και αεροδρόμια, στρώνεις τη βαλίτσα. Κι άξαφνα μια μικρή σύμπτωση σου φέρνει έναν ξένο μπροστά σου, με τρόπο που κανένας χρόνος εξοικείωσης δε φέρνει.
***
Η Αλεξάνδρειο ήταν ακριβώς πάνω στην παραλία, ανάμεσα σε φοίνικες και κίονα. Γυάλινες πόρτες, ξύλινα τραπέζια, άρωμα φρέσκου ψωμιού και κανέλας. Μια σερβιτόρα σε μπλε ποδιά σέρβιρε φλιτζάνια.
Η Ελευθερία έφτασε είκοσι λεπτά νωρίτερα, μην αντέχοντας να μείνει μόνη στο ξενοδοχείο. Διάλεξε τραπέζι παράθυρο, άφησε τη βαλίτσα δίπλα και παρήγγειλε τσάι. Τα χέρια της έτρεμαν όταν κράτησε το μενού. Ντροπή της υποτίθεται πως επέστρεφε απλά αντικείμενα. Τίποτα παραπάνω.
Μέσα κουβαλούσε κάτι παραπάνω. Ολόκληρο σημειωματάριο ζωής ξένης, πιο κοντινό απ όσο οι περισσότεροι δικοί της.
Τον κατάλαβε αμέσως.
Μπήκε ακριβώς δέκα. Με γκρι βαλίτσα. Ψηλός, με σκούρο πράσινο μπουφάν, ίδιο χρώμα με το πουλόβερ από την βαλίτσα. Ανάμεσα στα φρύδια και τα ζυγωματικά, εμφανής αντικαρκινική γραμμή προφανώς γυαλιά ηλίου συνήθεια. Έκανε μια στροφή, είδε τη βαλίτσα της, πλησίασε.
Ελευθερία; Η φωνή του χαμηλή, σφιχτή στη διατύπωση, λες και διάλεγε τις λέξεις.
Ναι. Βασίλη;
Έκανε ναι κι έκατσε απέναντι. Έβαλε τη δική της βαλίτσα πλάι. Δύο ίδιες, δίπλα.
Παράξενο, είπε. Εγώ κοίταξα το αυτοκόλλητο.
Κι εγώ.
Μάλλον ανακατεύτηκαν και τ αυτοκόλλητα. Ή είμαστε απρόσεκτοι.
Ή μας την έπαιξαν οι βαλίτσες.
Χαμογέλασε, διακριτικά, μ ένα πλάγιο χαμόγελο. Σαν να γράφει, σκέφτηκε η Ελευθερία. Κρατούσε το κουταλάκι σαν άνθρωπος που δουλεύει με το χώμα μεγάλα χέρια, δάχτυλα λίγο βρώμικα από γλάστρες.
Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη, είπε εκείνος.
Γιατί;
Άνοιξα τη βαλίτσα σας. Νόμισα ήταν δική μου. Όταν είδα βιβλία, κατάλαβα.
Κι εγώ άνοιξα τη δική σας. Δεν το πιασα κατευθείαν.
Πάυση. Έπαιζε το κουταλάκι στα δάχτυλα.
Διάβασα το μπλοκ σας, είπε ήρεμα. Τις σημειώσεις για τα άρθρα στα δημόσια πάρκα. Μ ενδιέφεραν. Δεν έπρεπε, βέβαια…
Κι εγώ διάβασα το ημερολόγιό σας.
Γύρισε το βλέμμα.
Όλο;
Όλο.
Σιωπή. Έξω, τα κύματα χτυπούσαν το πεζοδρόμιο. Ένα παιδάκι τάιζε γλάρους.
Τότε ξέρετε για τα Χανιά, είπε ο Βασίλης.
Και για την Κωνσταντινούπολη. Και το μπονσάι-μπαομπάμπ.
Και το Ηράκλειο.
Και για την φλαμουριά της πίστης.
Χαμήλωσε το βλέμμα.
Και τα Γιάννενα.
Η Ελευθερία έγνεψε.
Ξέρετε για μένα όσα συνήθως δεν λέω ποτέ, είπε αυτός.
Εσείς γι εμένα;
Δεν απάντησε αμέσως. Πήρε απ την τσέπη διπλωμένο χαρτί. Η Ελευθερία το αναγνώρισε: δικό της, τετράδιο με σπασμένη γωνία.
Το βρήκα στη βαλίτσα. Το διάβασα. Δεν έπρεπε. Αλλά το διάβασα.
Η Ελευθερία ένιωσε τα μάγουλά της να καίνε.
Μια ανοησία, ψέλλισε. Το έγραψα για να περάσει η ώρα στο αεροπλάνο.
«Αγαπητέ άγνωστε, άρχισε εκείνος απέξω, ονειρεύομαι να συναντήσω έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορώ να σιωπώ. Όχι γιατί δεν έχουμε τι να πούμε, αλλά γιατί όλα τα λέμε χωρίς λόγια. Κουράστηκα να εξηγώ ποια είμαι. Θέλω κάποιος να δει τη βιβλιοθήκη μου και να καταλάβει. Θέλω κάποιον…»
Σταμάτα, είπε σιγανά.
Εκεί κόβει. «Θέλω κάποιον…» Δεν το τελειώσατε.
Δεν ήξερα τι να γράψω παρακάτω.
Εγώ το ξέρω, είπε χαμηλόφωνα. Γιατί θα έγραφα το ίδιο. Μόνο για δέντρα αντί για βιβλία.
Η Ελευθερία τον κοίταξε. Το σημάδι του ήλιου στη μύτη. Τα χέρια. Τα ήσυχα μάτια.
Ξέρετε για τη μάνα μου στην Καλαμάτα, είπε.
Τη φωτογραφία στην κορνίζα. Πολύ όμορφη κυρία. Σας μοιάζει.
Ξέρετε για τη δουλειά μου.
Σημειώσεις για τα παρτέρια στην πόλη. Είμαι κι εγώ τοπιοτέχνης. Με τράβηξε αρχικά λόγω δουλειάς. Μετά, για άλλο λόγο.
Ξέρετε πως ζω μόνη.
Ξέρω ότι ταξιδεύετε σε συνέδριο με ένα μόνο φόρεμα. Κουβαλάτε πέντε βιβλία για τέσσερις μέρες. Κρατάτε φωτογραφία της μαμάς στη βαλίτσα και όχι στο κινητό για να τη βλέπετε αληθινή, όχι ψηφιακή. Γράφετε στο χέρι ενώ δουλεύετε με υπολογιστή. Κι έγραψατε γράμμα σ έναν φανταστικό άγνωστο.
Εκείνη έμεινε σιωπηλή.
Εγώ, συνέχισε, ζωγραφίζω δέντρα στο μπλοκ, χώρισα πριν δυο χρόνια και μεγάλωσα εκατόν δεκατέσσερα φυτά σε μπαλκόνι, γιατί δεν μπορώ να μιλάω με ανθρώπους ώστε να μένουν. Τα ξέρετε κι αυτά.
Τα ξέρω.
Οπότε και οι δύο μάθαμε ζωές μέσα από αντικείμενα. Και τώρα βρεθήκαμε γνωρίζοντας ήδη ο ένας τον άλλον. Σαν να παραλείψαμε τα πρώτα ραντεβού και πήγαμε στο τρίτο.
Η Ελευθερία χαμογέλασε αληθινά, απρόσμενα. Ο Βασίλης επίσης αυτή τη φορά πλατιά.
Σας ξέρω καλύτερα απ ό,τι θα ήθελα, είπε. Κι εσείς το ίδιο. Μπορεί να είναι άδικο ή το πιο τίμιο ξεκίνημα που είχα ποτέ.
Γιατί δεν επιλέξαμε τι να δείξουμε;
Ακριβώς. Η βαλίτσα είναι το αποτύπωμα της ζωής σου. Δεν ετοιμάζεις βιτρίνα. Βάζεις αυτά που χρειάζεσαι κι έτσι φαίνεται ποιος είσαι.
Η Ελευθερία κοίταξε τις δύο ίδιες βαλίτσες. Με τις ίδιες γρατζουνιές.
Θέλετε να περπατήσουμε; ρώτησε εκείνος. Εδώ κοντά είναι ο Βοτανικός. Ήρθα να δω το ληριόδεντρο.
Το ξέρω, είπε η Ελευθερία. Η τελευταία σας εγγραφή.
Έγνεψε, τελείωσε τον καφέ, σηκώθηκε.
Να αφήσουμε τις βαλίτσες εδώ; Έδειξε τα καθίσματα.
Να κάτσουν δίπλα. Έχουν να συζητήσουν πολλά.
Βγήκαν έξω. Η πρωινή βροχή είχε σταματήσει και η παραλία έλαμπε. Οι φοίνικες ίσιες, ούτε φύλλο δεν κουνιόταν, και η Ελευθερία σκέφτηκε για τη φλαμουριά της πίστης. Για την αναμονή.
Πείτε μου κάτι που δεν γράψατε στο μπλοκ, ζήτησε.
Φοβάμαι τα περιστέρια, απάντησε σοβαρά.
Τα περιστέρια;
Ένα μπήκε μικρός στο παιδικό δωμάτιο και κάθισε στο κεφάλι μου. Από τότε τα αποφεύγω.
Η Ελευθερία γέλασε. Ο Βασίλης επίσης.
Εσείς; Κάτι που δεν φαίνεται στη βαλίτσα;
Μιλάω στα βιβλία μου. Φωναχτά. Αν ο συγγραφέας λέει βλακείες, τσακώνομαι μαζί του.
Και ποιος νικάει;
Συνήθως ο συγγραφέας. Μα δεν τα παρατάω.
Συνέχισαν στην παραλία και η Ελευθερία ένιωθε το παράξενο να περπατάς δίπλα σ έναν άνθρωπο που γνωρίζεις απ τα γράμματα του, τα σκίτσα και τις ρίζες αλλά τώρα βλέπεις από κοντά. Σαν να διάβαζες βιβλίο και να συναντούσες τον συγγραφέα.
Γράψατε ότι δεν ελπίζετε πια, του είπε, στα Γιάννενα.
Το θυμάμαι.
Βρήκατε τη βαλίτσα μου.
Κι εσείς τη δική μου.
Σιώπησαν. Μα ήταν από εκείνες τις σιωπές που περίγραφε στο γράμμα.
Βλέποντας τη σιδερένια πόρτα του Βοτανικού, εκείνος έδειξε ένα μεγάλο, σχεδόν μυθικό δέντρο.
Αυτό το ληριόδεντρο, της έδειξε. Κορμός σαν κολώνα. Εκατόν είκοσι χρονών λένε. Πέρασε τρεις πολέμους, δύο επαναστάσεις.
Και ακόμα στέκεται.
Και ανθίζει. Κάθε Μάιο.
Έβγαλε μικρό μπλοκ, όχι το ίδιο αλλά τσέπης, και μολύβι. Ζωγράφιζε.
Η Ελευθερία παρακολουθούσε την κίνηση του χεριού του. Σταθερό, γρήγορο. Κορμός, κλαδιά, περίγραμμα φύλλου. Το σημάδι από τον ήλιο τον έκαναν να στραβώνει το βλέμμα.
Μπορώ να ρωτήσω κάτι; είπε.
Μπορείτε.
Όταν διαβάσατε το γράμμα μου, τι σκεφτήκατε;
Χωρίς να διακόψει το σχέδιο.
Σκέφτηκα ότι θέλω να μάθω πώς τελειώνει.
Σας είπα… δεν ήξερα τι να προσθέσω.
Ίσως τώρα ξέρετε.
Η Ελευθερία δεν απάντησε. Το φως πέρναγε μέσα απ τα φύλλα, σχηματίζοντας σκιές που θύμιζαν φακίδες.
Έμειναν εκεί τρεις ώρες. Προχωρούσαν, σταματούσαν σε κάθε εντυπωσιακό κορμό. Ο Βασίλης εξηγούσε, όχι σαν ξεναγός, αλλά σαν να σύστηνε παλιούς φίλους σε νέους. Ζωγράφιζε, η Ελευθερία μιλούσε για τη δουλειά της αυλές που θα μπορούσαν να γεμίσουν πράσινο, γραφειοκρατία, έναν γέρο που φύτεψε είκοσι τρεις μηλιές έξω απ την είσοδο και τσακώθηκε με τον διαχειριστή.
Είκοσι τρεις μηλιές; Σήκωσε το φρύδι ο Βασίλης.
Τις βάφτισε όλες με γυναικεία ονόματα. Έλεγε πως του κράταγαν καλύτερη παρέα απ τους γείτονες.
Τον καταλαβαίνω, χαμογέλασε. Ο φίκος στο μπαλκόνι μου λέγεται Αρίστος. Πέντε χρονών, μόνο αυτός επέζησε το διαζύγιο.
Αρίστος;
Φαίνεται για Αρίστος. Σοβαρός, λίγο στραβός, αλλά ανθεκτικός.
Η Ελευθερία γέλασε. Σκέφτηκε πως έναν χρόνο στην Αθήνα δεν είχε μιλήσει τόσο αβίαστα με άνθρωπο. Ούτε να κάνει εντύπωση, ούτε να φαίνεται πιο έξυπνη ή ενδιαφέρουσα. Απλά δυο άνθρωποι να μιλούν για δέντρα με όνομα.
Καθισμένοι σε παγκάκι κάτω από το ληριόδεντρο, μισό μέτρο απόσταση, κανείς δεν πλησίαζε.
Το συνέδριο είναι αύριο, είπε ο Βασίλης.
Ναι. Η ομιλία μου στις δώδεκα.
Θέμα;
Η σημασία των πράσινων ζωνών στην ψυχική υγεία των δημοτών. Βαρετό θέμα.
Για κάποιους ναι. Εμένα με ενδιαφέρει.
Η Ελευθερία τον κοίταξε.
Να έρθετε;
Σε συνέδριο επιστημονικό;
Σε βαρετό συνέδριο για δέντρα.
Όλη μου η ζωή είναι από βαρετά συνέδρια για δέντρα. Δουλειά μου είναι.
Γέλασαν ταυτόχρονα, όπως στο ημερολόγιο ακριβές, γνήσιο, χωρίς προσποίηση.
Στην επιστροφή, ο Βασίλης μίλησε για την Πάτρα το μπαλκόνι, τη γειτόνισσα που ποτίζει τα φυτά, τους μήνες που μετά το διαζύγιο δεν τολμούσε να βγει και μετά ένα εισιτήριο για Κρήτη από τύχη.
Κι αρχίσατε να ζωγραφίζετε;
Πάντα ζωγράφιζα. Αλλά στην Κρήτη ξεκίνησα να γράφω. Μέχρι τότε έφταναν οι γραμμές. Εκεί ήθελα λέξεις.
Η Ελευθερία κατάλαβε όταν γεμίζεις τόσο που οι γραμμές δε φτάνουν, χρειάζεσαι γράμματα.
Στο Αλεξάνδρειο, πήραν πίσω τις σωστές βαλίτσες.
***
Το απόγευμα, στο δωμάτιο, η Ελευθερία έπινε κρύο τσάι. Η βαλίτσα της επιτέλους δική της. Τα βιβλία, το φόρεμα, το λάπτοπ, η φωτογραφία, το σημειωματάριο με τα άρθρα. Όλα παρόντα εκτός από το γράμμα.
Δίπλα στην καρέκλα ένα σκίτσο.
Ο Βασίλης της το άφησε φεύγοντας. Φύλλο τραβηγμένο απ το μπλοκ, καλοσχηματισμένο. Ένα δέντρο. Όχι ληριόδεντρο, όχι μπαομπάμπ. Άγνωστο, με τεράστια κόμη και χοντρές ρίζες που απλώνονται σαν ηλιαχτίδες.
Τι είναι; Ρώτησε.
Δέντρο για πόλη χωρίς πράσινο, είπε. Το φαντάστηκα. Δεν υπάρχει ακόμα, αλλά εσείς, ως πολεοδόμος, ίσως το φυτέψετε.
Κι έφυγε. Δεν κοίταξε πίσω. Αλλά η Ελευθερία τον είδε να δυσκολεύεται να μην γυρίσει μια στιγμή.
Κρατούσε το σκίτσο κι ένιωσε πως αυτός που μπορείς να σιωπάς μαζί του, ίσως είναι πιο σπάνιος κι από κάθε δέντρο. Κι ότι μόλις πέρασε τη γωνιά. Με το γράμμα της στην τσέπη.
Άνοιξε το κινητό:
«Ευχαριστώ για το δέντρο. Θα το φυτέψω».
Η απάντηση άμεση.
«Σοβαρά. Αν σχεδιάσω πράσινο πολυκατοικίας το εξετάζετε ως επιστήμων;»
«Ναι».
«Θέλω τη διεύθυνση σας Αθήνα για να στείλω τα σχέδια, πάντα σε χαρτί».
Η Ελευθερία χαμογέλασε, έγραψε τη διεύθυνση, πρόσθεσε:
«Ο ταχυδρομικός μου όμως μικρός για μεγάλα σχέδια θα πρέπει να έρθετε ο ίδιος».
Η απάντηση κεραυνοβόλα:
«Σημειώθηκε».
Άφησε το κινητό στο τραπέζι. Πίσω από τον τοίχο, η διπλανή τηλεόραση χαμήλωνε ειδήσεις. Ένα συνηθισμένο βράδυ σε ξενοδοχείο. Αλλά κάτι είχε αλλάξει η Ελευθερία το κατάλαβε όταν χαμογέλασε χωρίς αιτία. Για την ακρίβεια, υπήρχε ένας λόγος, τόσο αστείος που δεν θα τον εξηγούσε ποτέ στη μητέρα της. «Έμπλεξα με βαλίτσες και γνώρισα έναν άνθρωπο». Σαν αρχή αδέξιας ταινίας.
Άνοιξε τη βαλίτσα, βρήκε λευκή σελίδα και στυλό. Εκείνη την τσέπη όπου ήταν το μισοτελειωμένο γράμμα που τώρα το έχει ο Βασίλης. Δεν το ζήτησε πίσω. Δεν το επέστρεψε.
Η Ελευθερία έκατσε στο γραφείο και έγραψε ξανά:
«Αγαπητέ άγνωστε, ονειρεύομαι να γνωρίσω άνθρωπο με τον οποίο μπορώ να σιωπώ. Όχι επειδή δεν υπάρχει τί να πω, αλλά επειδή λέμε τα πάντα χωρίς λέξεις. Κουράστηκα να εξηγώ ποια είμαι. Να διαλέγω λόγια. Θέλω να δει κάποιος τη βιβλιοθήκη μου και να καταλάβει. Θέλω κάποιον…»
Σταμάτησε. Κοίταξε το σκίτσο του δέντρου στον τοίχο.
Κι έγραψε μία λέξη ακόμη.
«Βασίλης».
Δίπλωσε το φύλλο προσεκτικά και το χωσε πάλι στην τσέπη της βαλίτσας. Σαν να έκλεισε ο κύκλος.
Έξω, το Θερμαϊκός γουργούριζε. Μυρωδιά βρεγμένης γης, άνοιξη που δεν ήρθε αλλά υπόσχεται. Η βροχή είχε σταματήσει, ο ουρανός ροζ πινελιά στον ορίζοντα.
Η Ελευθερία έκλεισε φως. Αύριο συνέδριο. Θα σταθεί με το φόρεμα που πέρασε δύο μέρες σε ξένη βαλίτσα και θα μιλήσει για πράσινο στην πόλη. Και ίσως στην τρίτη σειρά να κάθεται ένας άντρας που σχεδιάζει δέντρα για πόλεις χωρίς δέντρα.
Μεθαύριο; Βόλτα. Υποσχέθηκε να της δείξει τη δενδροστοιχία κυπαρισσιών στην άλλη πλευρά. «Σας αξίζει ως επιστήμων, έγραψε, και απλώς έτσι».
Και μετά Αθήνα. Και Πάτρα. Άλλες ζωές, άλλες πόλεις. Μα τώρα ανάμεσά τους ένα σχέδιο στο χαρτί, μια διεύθυνση, ένα γράμμα που τελείωσε επιτέλους.
Η βαλίτσα στη γωνία. Ίδια γκρι, ίδια γρατζουνιά. Αλλά όλα γύρω της άλλα.
Η αποσκευή βρέθηκε.
Σήμερα έμαθα πως καμιά φορά ένα χαμένο πράγμα σε οδηγεί στο πιο σπάνιο δώρο στο να βρεις έναν άνθρωπο που σε βλέπει όπως είσαι, χωρίς λέξεις. Και πως τα πιο απίθανα ξεκινήματα, μερικές φορές, αξίζουν να τα ακολουθήσεις.



