Φυσικά, όλοι θυμούνταν πολύ καλά.
«Δεν θυμάμαι, γιατί δεν συνέβη ποτέ!» είπε ο Πέτρος Κόκκινος με σοβαρότητα, κοιτώντας τη γυναίκα με τα ειλικρινή μάτια ενός γέροντα.
Η συζήτηση ξαφνικά σιγήθηκε, και ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο.
«Και γιατί έλεψε;» σκεφτόταν η Μαρίνα. «Ήταν ξεκάθαρο από τα μάτια του ότι λέει ψέματα!»
«Θέλεις να γίνω ο Κάης σου;» πρότεινε ο εντεκάχρονος Πέτρος Κόκκινος στη συμμαθήτριά του που του άρεσε, τη Μαρίνα Παπαδοπούλου.
«Ποιος Κάης;» αναπήδησε η κοπέλα, μπερδεμένη.
«Πώς, δεν έχεις διαβάσει το παραμύθι; Εκεί η Χιονάτη Βασίλισσα τον μαγεμένεψε! Και η Μαρίνα τον έσωσε!»
«Η Μαρίνα; Η Γκέρντα τον έσωσε!» απάντησε η Παπαδοπούλου με περιφρόνηση. «Μια χαρά Ανδέρσεν ξέρεις!»
«Τι διαφορά έχει; Μαρίνα, Γκέρντα;» απέκρουσε ο Κόκκινος, χωρίς να μπελαλώνεται με λεπτομέρειες. «Ρωτάω: Θέλεις να είμαι ο Κάης σου;»
Η κοπέλα δεν ήθελε: Ο Πέτρος ήταν αδύνατος, με μεγάλα αυτιά και σίγουρα κοντύτερος από εκείνη. Αν και κάποιον τόσο εύθραυστο ίσως ήταν πιο εύκολο να σώσει.
Αλλά εκείνη γεροδεμένη, μισή κεφάλι ψηλότερη πώς θα περπατούσαν μαζί μετά τη διάσωση; Να ντροπιάζονταν;
Όχι βέβαια! Επιπλέον, η καρδιά της ήταν ήδη δεσμευμένη από τον αριστούχο του τμήματος, τον Νίκο Βαρώτσο.
Ο οποίος, παρεμπιπτόντως, στεκόταν εκεί κοντά και άκουγε με ενδιαφέρον τη συζήτηση.
Και η Μαρίνα, ισιώνοντας τη φιόγκρα της, είπε με ύφος ο Νίκος άκουγε:
«Κάης κιόλας! Ούτε για ξωτικό δεν κάνεις! Οπότε, Κάη μου, φύγε και μην κλαψουρίζεις!»
Ο Νίκος γέλασε δυνατά, και ο Πέτρος, τρομαγμένος, τον κοίταξε και εξαφανίστηκε. Κι από την επόμενη μέρα, δημόσια, τη φώναζε Μαρίνα-μαλακίνα: «Θα εκδικηθώ, και η εκδίκησή μου θα είναι τρομερή!»
Τι περίμενες, Παπαδοπούλου; Δεν κάθεται κάθε άντρας να τον καταστρέφουν! Και τον απέρριψες…
Ο αδύνατος Πέτρος είχε μυαλό, που αντιστάθμιζε με το παραπάνω την έλλειψη σωματικής ισχύος.
Απλώς εκείνη τη μέρα, αφού δέχτηκε το απροσδόκητο χτύπημα από αυτήν που λάτρευε, δεν προλάβαινε να αντιδράσει: οποιοσδήποτε θα χανόταν στη θέση του.
Και τότε γέλασε όχι μόνο ο Βαρώτσος, αλλά όλη η τάξη: το παρατσούκλι άρεσε! Και ήταν αστείο! Αν και τότε δεν υπήρχε ακόμα τέτοια λέξη.
Φυσικά, όταν η κοπέλα παραπονέθηκε στο σπίτι για το προσβλητικό παρατσούκλι, την παρηγόρησαν και την υποστήριξαν.
Αλλά μια μέρα, ο πατέρας της τη βοηθούσε με την άλγεβρα: η κόρη του δεν μπορούσε να καταλάβει τα πιο απλά! Και τότε, ο άνδρας, έχοντας χάσει την υπομονή του, είπε με αγανάκτηση:
«Ο Πέτρος δίκιο είχε στο κεφάλι σου μόνο μαλακίες!»
Και πρόσθεσε:
«Χαιρέτισέ τον από μένα!»
Ο Πέτρος έφταιγε και γι αυτό: πριν, ο πατέρας δεν είχε αφήσει ποτέ τέτοια λόγια…
Μέχρι το απολυτήριο, τα πάθη είχαν ησυχάσει όλα τα κακά είχαν ξεχαστεί και έμειναν στην παιδική ηλικία: η αγάπη, η αντιπάθεια, οι προσβολές ποιος τα θυμόταν πια!
Μάλιστα χόρεψαν μαζί δύο φορές ο Πέτρος, μέχρι τότε, είχε μεγαλώσει σε ύψος και είχε γίνει ένας συμμαζεμένος, γυμνασμένος νέος: είχε αρχίσει να ασχολείται με τον αθλητισμό.
Τον Νίκο τον έδιωξαν μετά τη Γ Γυμνασίου σε ένα τεχνικό σχολείο τότε ήταν αυστηρά. Και να αγαπάς από απόσταση ήταν κι αυτό δύσκολο. Οπότε, συγνώμη, Νίκο…
Μετά το σχολείο, οι δρόμοι των συμμαθητών χωρίστηκαν: η Μαρίνα πήγε στη Παιδαγωγική, ο Πέτρος, όπως κάθε έξυπνος, πήγε στο Πολυτεχνείο.
Κάποιες φορές συναντιόνταν ζούσαν κοντά και ανταλλάσσαν δυο κουβέντες.
Μετά, η ζωή τους τους σκόρπισε σε διαφορετικές κατευθύνσεις: και οι δύο έφτιαξαν οικογένειες και μετακόμισαν. Οι συναντήσεις στην παλιά γειτονιά έγιναν σπάνιες: μόνο όταν επισκέπτονταν τους γονείς τους.
Περιστασιακά συναντιόνταν στις επανασυναντήσεις των συμμαθητών. Αλλά ήταν ήδη ξεκάθαρο ότι ήταν καλύτερα να μην πηγαίνουν, για να μην στεναχωριούνται.
Με τα χρόνια, τα αγόρια είχαν γίνει φαλακροί άνδρες με κοιλιές από μπύρα, τα κορίτσια χοντρές γυναίκες με φιλοδοξίες. Και η Παπαδοπούλου δεν ήταν εξαίρεση.
Από μικρή δεν ήταν λεπτή, αλλά τώρα είχε γίνει ακόμα πιο «μονουμεντάλ»: σαν μια κολχική από τα γλυπτά της Βέρας Μούχινα μην πλησιάσεις, μη σε συνθλίψω με το βάρος μου!
Του έλειπε μόνο το κουβά με τα υπερβολικά γάλατα και η ρεκορντς αγελάδα στο βάθος.
Η Παπαδοπούλου δεν ήταν εξαίρεση, αλλά ο Κόκ





