Φτάνει πια να είσαι αυτή που βολεύει τους άλλους

Φτάνει πια να είμαι βολική

5 Μαΐου

Σήμερα στο σπίτι ήρθε η θεία Σοφία. Της είχα φτιάξει κέικ με σοκολάτα είχα βγάλει και τις καλές πετσέτες που μου είχε δώσει παλιά η μαμά. Ύστερα από δυο ώρες συνεχούς κουβέντας, φύγαμε με μια νέα συμφωνία-επιβολή. «Στις πέντε του μήνα, στο σπίτι σου, Ελενίτσα μου. Θα φέρω εγώ τα λουκάνικα, μαριναρισμένα, όπως μόνο εγώ ξέρω, εσύ να ετοιμάσεις το κυρίως. Έχεις τις σημαντικές φιλοξενίες, οι συνάδελφοι του Άρη θα είναι εκεί. Όλα ανθρώπινα, σωστά.»

Την ώρα που έπινα το πιατάκι μου το (κρύο) τσάι, έγνεφα καταφατικά. Το μυαλό μου όμως ταξίδευε. Η προθεσμία για τον ισολογισμό λήγει αύριο, το βούτυρο τελείωσε, ο Μιχάλης πάλι πονάει στη μέση πρέπει να πάρω επιθετικό έμπλαστρο. Οτιδήποτε εκτός από αυτά που μου έλεγε η θεία Σοφία. Εκείνη μιλούσε, προσάρμοζε τη μωβ εσάρπα της λες και ήδη σχεδίαζε στο μυαλό της πού θα βάλει τα πιάτα πάνω στο δικό μου τραπέζι.

«Καμιά εικοσαριά άτομα, όχι λιγότερα» συνέχισε. «Εσύ τα καταφέρνεις περίφημα. Θυμάσαι στη δεξίωση της Κατερινούλας; Όλοι έγλειψαν και τις πιατέλες! Το ίδιο και τώρα. Εγώ βοηθώ, φυσικά. Θα συντονίζω.»

Γέλασε αυτό το μικρό, απότομο γέλιο, σαν σκυλάκι που γαβγίζει.

Χαμογέλασα κι εγώ. Το κάνω πάντα. Για τη θεία Σοφία, που είναι θεία του γαμπρού, του Άρη, άντρα της Κατερίνας, μοναχοκόρης μου. Γιατί σε τέτοια οικογενειακά θέματα μαλώματα δεν τα σηκώνουμε. Έτσι έμαθα μια ζωή: να χαμογελάω, να συμφωνώ, να κάνω διπλωματίες.

«Καλά, ότι πεις…» της απάντησα.

Έφυγε στις οκτώμισι, ευχαριστημένη κι ευδιάθετη. Κλείδωσα πίσω της την πόρτα, στάθηκα για μια στιγμή ακουμπισμένη, νιώθοντας ακόμη το άρωμα της στο διάδρομο γλυκό, βαρί. Ο Μιχάλης, από το σαλόνι, ούτε βγήκε να τη χαιρετήσει. Είχε κολλήσει άλλο ένα ντοκιμαντέρ για ψάρεμα.

«Έφυγε;» φώναξε χωρίς να κοιτάξει.

«Έφυγε.»

«Τι ήθελε πάλι;»

Πήγα στην κουζίνα, άρχισα να πλένω τις κούπες. Το νερό καυτό, και άφηνα τα χέρια μου να καίγονται. «Θα έχουμε γιορτή» του είπα. «Στις πέντε του μήνα. Εδώ.»

«Εδώ; Τι γιορτή;»

«Τα γενέθλιά μου. Και του Άρη κάποιο επαγγελματικό θέμα.»

Από το σαλόνι, ένα ανέκφραστο μούγκρισμα. Μετά σιωπή. Ξανά ψάρεμα.

Σκούπισα τα χέρια μου στην παλιά πετσέτα με τους κόκορες. Την πήρα πριν δεκαπέντε χρόνια, τότε που ακόμα πήγαινα σε λαϊκές, και όμως ποτέ δεν μπορώ να την πετάξω. Τη φίλησα σχεδόν μηχανικά κι αναρωτήθηκα ξαφνικά: κι εγώ, μήπως είμαι η ίδια με την πετσέτα; Ξεθωριασμένη, στημένη, πρόχειρη για να με σκουπίζουν όλοι;

Σκότωσα τη σκέψη, άνοιξα το ψυγείο να δω τι έχει.

Σε δέκα μέρες θα κλείσω πενήντα. Μισός αιώνας. Τριάντα πέντε χρόνια θυμάμαι καθαρά. Δε θυμάμαι ούτε μια μέρα ζήσης αποκλειστικά για μένα. Πάντα για τους άλλους. Για τον άντρα. Για τη μικρή. Για τη μάνα μου (έφυγε πέντε χρόνια πριν και της πήγαινα φαγητό κάθε Σάββατο). Για την πεθερά μου που ήθελε φροντίδα σαν παιδί. Μόνο για μένα, ποτέ.

Δουλεύω λογίστρια σε κατασκευαστική. Είκοσι δύο χρόνια στην ίδια θέση. Συνάδελφοι με σέβονται, διευθυντές με εκμεταλλεύονται «η Ελένη, αυτή αντέχει, αν κάνει παράπονα;» Σπίτι τα ίδια. Ο Μιχάλης, πενήντα τεσσάρων, μηχανικός, κι απεχθάνεται τη δουλειά του, αλλά πλησιάζει σύνταξη. Σπίτι για εκείνον είναι καναπές, τηλέφωνο, τηλεόραση, σπάνια γκαράζ. Όλα τα άλλα, εγώ. Πάντα.

Η Κατερίνα παντρεύτηκε πριν τέσσερα χρόνια. Ο Άρης καλό παιδί, με δύσκολη οικογένεια. Η μάνα του ψηλά, χαμένη, ο πατέρας βόρεια. Θεία Σοφία για όλες τις δουλειές απαιτητική, δυναμική, συνήθισε να διοικεί, ποτέ να σέβεται μαλακούς ανθρώπους. Από την αρχή, ποτέ δεν μ’ αγάπησε πολύ ευγενική, πολύ σιωπηλή για τα γούστα της.

Η κόρη μου μ’ αγαπά, αλλά αγαπά πιο πολύ τον Άρη της. Λογικό είναι. Όμως όταν έρχεται στιγμή να διαλέξει ανάμεσα στη βολή της μαμάς και τη γαλήνη του Άρη, διαλέγει πάντα το δεύτερο. Ήσυχα, χωρίς φασαρία.

Έτσι ζω: σε τριάρι, ένατος όροφος στην Αγία Παρασκευή, σε πολυκατοικία όπως όλες, ίδια διαμερίσματα, ίδιοι κήποι, μόνο τα δέντρα διαφέρουν. Δεν γκρινιάζω. Πού να πας να γκρινιάξεις; Σε ποιον, γιατί;

Μετά τη θεία Σοφία, έμεινα άλλη μια ώρα στην κουζίνα, σημειώνοντας τι θα αγοράσω για είκοσι καλεσμένους. Ο λογαριασμός με πανικόβαλε. Πήρα έναν παλιό λογαριασμό σούπερ μάρκετ και σημείωσα το πρόγραμμα, τα ποσά ένιωσα να βαραίνει το στήθος μου. Όχι πόνος, μόνο βάρος, σαν πέτρα.

Έκλεισα τα φώτα, πήγα για ύπνο.

Τα επόμενα εννιά βράδια γύρισα σε πλήρη λειτουργία «σκλάβας πριν από τη γιορτή». Πήγα να πείσω τον εαυτό μου πως όλα εντάξει βοηθάω την οικογένεια, θα γίνει ωραία, μην τα σκέφτεσαι. Στην τρίτη μέρα, όμως, η κούραση έσβησε το θέατρο.

Σηκωνόμουν έξι. Έλιωνα κατεψυγμένα, έκανα λίστα ψωνιών, έπαιρνα τηλέφωνο για παραγγελία. Εργασία έως τις έξι, ή και παραπάνω ο τριμηνιαίος ισολογισμός έπρεπε να βγει. Σούπερ μάρκετ μετά. Βαριές σακούλες (δοχεία, μπουκάλια, κιλά κρέατος, πακέτα μακαρόνια). Ανέβαινα στον όγδοο (ο ανελκυστήρας χαλασμένος συχνά). Μαγείρεμα, τάξη, γρήγορο ξεσκόνισμα. Κοιμόμουν κατά τη μία ή και δύο. Ξανά ξύπνα το ξημέρωμα.

Ο Μιχάλης αυτά τα έβλεπε. Δηλαδή, τα αγνοούσε διακριτικά. Μια φορά μόνο ρώτησε αν χρειάζομαι κάτι. Του απάντησα «καταφέρνω», ανακουφιζόμενος γύρισε στο κινητό.

Η Κατερίνα με πήρε Τετάρτη. Ρώτησε αν προχωράω και τόνισε πως η θεία Σοφία ζήτησε να θυμίσω τις ορεκτικές. Τη ρώτησα «Θα μπορούσες τουλάχιστον τις σαλάτες; Μια μικρή βοήθεια»… Σιωπή, ύστερα «Μαμά, έχεις καταλάβει τι δουλειές έχουμε; Θα έρθουμε τουλάχιστον να στρώσουμε το τραπέζι». Δηλαδή να βγάλουν τα φαγητά στις πιατέλες. Δεν είπα τίποτα άλλο.

Δυο μέρες πριν από το «πανηγύρι», έπλενα τα τζάμια, επειδή πέρυσι, η θεία Σοφία σχολίασε τη σκόνη. Ενώ ήμουν με το πανί στα γόνατα, σκέφτηκα πως τελευταία φορά καθάρισα παράθυρα για μένα πριν οκτώ χρόνια, και μάλιστα τότε ήταν γιατί ερχόταν η μαμά. Πάντα για κάποιον άλλον.

Το πόδι γλίστρησε, παραλίγο να πέσω κρατήθηκα οριακά στο παράθυρο. Η καρδιά μου χτύπησε άγρια, έμεινα για λίγο ακίνητη στο πάτωμα με πλάτη στον τοίχο νιώθοντας ένα βουητό στο σώμα. Κι εκεί με έπιασε μια πικρή σκέψη: αν έσπαζα κάτι, τι θα λέγανε όλοι; «Πώς θα γίνει τώρα το τραπέζι;»

Γέλασα πικρά στη μοναξιά μου. Πλύθηκα, συνέχισα.

Το βράδυ της 4ης Μαΐου κοιμήθηκα τρεις ώρες. Όλο το υπόλοιπο μαγείρευα, έκοβα, κανόνιζα. Κρέας κοκκινιστό, δύο σαλάτες, γεμιστά, λαχανοντολμάδες (γιατί το ζήτησε η θεία), πιτάκια με τυρί (μόνο ο ξάδελφος του Μιχάλη αρκείται σε αυτά στα γλέντια). Τούρτα την έφτιαξα από το βράδυ η μοναδική παραχώρηση στον εαυτό μου με κεράσια και μους σοκολάτα.

Επτά το πρωί: ντουζ, φόρεμα μπλε (το είχα δυο χρόνια στην ντουλάπα να το «φυλάω»), βλέμμα στον καθρέφτη: κύκλοι κάτω από τα μάτια, χείλη σπασμένα, χέρια κατακόκκινα. Όμως το φόρεμα μου πήγαινε.

«Ντύθηκες, ε; Μπράβο» είπε ο Μιχάλης καθώς περνούσε. Ούτε είσαι όμορφη, ούτε χρόνια πολλά, ούτε είσαι καλά; Απλώς μπράβο και πάει.

Στις δώδεκα μαζεύτηκαν οι πρώτοι. Η θεία Σοφία ήρθε νωρίτερα, χοντρή σακούλα, τα λουκάνικα της, μπαστούνι, μπιζέλια τουρσί, κουτί με σοκολατάκια. Τα άπλωσε στο τραπέζι να φανεί η συμβολή της. Μετά πέρασε έλεγχο στην κουζίνα.

«Μπράβο, Ελενίτσα», είπε ακριβώς όπως ο Μιχάλης. Και μετά, στο κινητό.

Στις μία παρά, είχαμε γεμίσει εικοσιτρία άτομα. Από αυτούς έβλεπα τακτικά λιγότερους απ τους μισούς. Οι άλλοι, φίλοι της θείας ή συνάδελφοι του Άρη: ξένοι πάνω στο δικό μου τραπέζι, τρώγοντας δικά μου φαγητά, καθισμένοι σε καρέκλες που ξεσήκωσα απ’ τη γειτόνισσα, κυρία Τατιάνα, γιατί δεν είχα αρκετές.

Τα πρώτα «ευχολόγια» ξεκίνησαν όπως πάντα: ο ξάδερφος ο Αντώνης μια μακροσκελή περιγραφή με αναμνήσεις της δεκαετίας του 90, καμία σχέση με την εορτάζουσα. Ο Άρης, γαμπρός, είπε ένα χρόνια πολλά στη μαμά», σύντομο, τυπικό, μετά επί μακρόν επαγγελματικές φιλοφρονήσεις για τους δικούς του. Η θεία Σοφία, φυσικά, έτοιμη λόγιση για το πόσο δουλευταράς είναι ο Άρης και εν συνεχεία «ας μην ξεχνάμε τη νοικοκυρά τώρα που τρώμε».

Χαμογελούσα. Καθήκον. Καθόμουν τυπικά επικεφαλής κι έλεγα ευχαριστώ στις σύντομες ευχές. Ήμουν άδεια. Σαν κατσαρόλα που βράζει τόση ώρα και σιγά σιγά ξεχειλίζει.

«Δεν έχουμε αλάτι!» φώναξε κάποιος απ το βάθος.

Σηκώθηκα, έφερα.

«Λίγο ψωμί ακόμα», ζήτησε ο Αντώνης.

Έφερα.

«Κα Ελένη, δεν υπάρχουν πηρούνια;» μια κυρία άγνωστη.

Έφερα.

Κάποιος χρειαζόταν άλλη ποικιλία μεζέ. Μία, άλλο σερβίτσιο. Η Σοφία νερό, γιατί η Κατερίνα το ξέχασε. Μόνον εγώ σετ επάνω μου διαρκώς. Το πιάτο μου γεμάτο δεν πρόλαβα να φάω.

Πήγα να πω ένα τοστ. Η Κατερίνα πήγε να με στηρίξει, αλλά η θεία Σοφία ξεκίνησε λόγο ταυτόχρονα, όλοι έστρεψαν την προσοχή σ’ αυτή. Η Κατερίνα κατέβασε το ποτήρι. Κάθισα, δεν το είπα ποτέ.

Επαίνους για το φαγητό πολλά. «Αυτά τα γιαπράκια λιώνουν!», «Τα πιτάκια σου, εε, τέλεια!». Το φαγητό λάμβανε επίσημους επαίνους, όχι εγώ όμως. Ήμουν το ίδιο το φαγητό, η κουζίνα, η εξυπηρέτηση. Όχι η εορτάζουσα.

Κάπου τρεις το μεσημέρι. Έξω, γλυκός ήλιος Μάη, μέσα μπούκωμα. Ο Άρης ανέλυε επαγγελματικούς του στόχους, η θεία γέλαγε με εκείνο το κοφτό γέλιο. Ο Μιχάλης στο άλλο άκρο, συζητούσαν για αυτοκίνητα ή ψάρια.

Βγήκα στην κουζίνα για τέταρτη μερίδα κρέατος. Τα χέρια μου έτρεμαν από την αντοχή και την αϋπνία. Έβαλα λαβίδα στη φόρμα. Άκουσα τη φωνή της Σοφίας, διαταγή:

«Ελένη! Έρχεσαι; Και πάρε και την κρέμα τέλειωσε!»

Όχι Ελενίτσα. Όχι παρακαλώ. Όχι μην κουράζεσαι. Διαταγή όπως δίνεις σε υπηρετικό.

Σταμάτησα εκεί. Κρατούσα τη λαβίδα πάνω απ το ταψί. Ησυχία.

Κάτι κλικάρισε μέσα μου. Ήσυχα, χωρίς πάταγο. Όπως ο διακόπτης που γυρίζει.

Άφησα τη λαβίδα ήσυχα, κρέμασα τη γάντι στη θέση της. Πήρα το πιάτο με το κρέας, εκσπέσιαλ έτοιμη, την κρέμα από το ψυγείο.

Στάθηκα όρθια μπροστά στο τραπέζι. Πήρα κάμποσες ανάσες.

«Μπορώ να πω κάτι;» χαμηλόφωνα, αλλά ακουστό. Μερικοί σώπασαν.

Η Σοφία συνέχιζε τη διήγηση. Η Κατερίνα με κοίταξε ανήσυχα. Ο Μιχάλης τίποτα.

«Συγγνώμη, να σας πω δυο λόγια» είπα ξανά πιο δυνατά.

Γύρισε και η Σοφία, ενοχλημένη.

«Έγινε κάτι;» ρώτησε λες και διέκοψα θίασο.

Γύρισα σε όλους. Ανθρώπους δικούς κι ξένους. Τον άντρα μου, επί τέλους με κοίταξε. Τη μοναχοκόρη μου που κρατούσε το ποτήρι της και φαινόταν τελείως απορημένη. Τη θεία, με αυτό το μωβ φουλάρι, ακόμα ικανοποιημένη.

«Να πω δυο λόγια… Είναι τα γενέθλιά μου, πενήντα χρονών έγινα.»

«Μα χρόνια πολλά!» φώναξε κάποιος, και σήκωσαν ποτήρια.

«Περιμένετε λίγο» τους έκοψα. Σιγή.

Η καρδιά μου ήρεμη. Για πρώτη φορά, σαν να έπαιρνα μια απόφαση μεγαλύτερη από εμένα.

«Πέρασα δέκα μέρες ετοιμάζοντας ένα τραπέζι που τελικά μοιάζει περισσότερο δικό σας παρά δικό μου. Ξενύχτησα, μαγείρεψα τα πάντα μόνη. Έπλυνα, έστρωσα, ικέτεψα τη γειτόνισσα για καρέκλες. Κανείς δεν βοήθησε. Σήμερα, είμαι εδώ σαν υπηρέτρια. Υπομονετική, διακριτική. Βγήκα οχτώ φορές από το τραπέζι – εσείς καθόσασταν. Δεν πρόλαβα μία φορά να πω ευχαριστώ για μένα, μου ζήτησαν κρέμα με το ύφος που απευθύνεται κανείς στην οικιακή βοηθό.»

Για λίγο, απόλυτη παγωμάρα. Ησυχία πριν τον σεισμό.

Ο Μιχάλης είπε: «Τι έπαθες τώρα;». Σαστισμένος, τίποτα παραπάνω.

Η Κατερίνα μουρμούρισε μόνο «μαμά» σχεδόν αθόρυβα.

Η θεία σήκωσε το κεφάλι, έτοιμη για ρητορική, αλλά δε μίλησε. Δεν τόλμησε.

«Σας παρακαλώ, πάρτε τα πράγματα που φέρατε και συνεχίστε τον εορτασμό κάπου αλλού. Υπάρχει το μεζεδοπωλείο „Ζενίθ” στη γωνία, μια χαρά είναι. Μπορώ να καλύψω τα έξοδά σας, αν χρειαστεί. Εδώ, ο δικός σας εορτασμός τελείωσε για μένα.»

Για λίγα δευτερόλεπτα τίποτε. Έπειτα, μουρμουρητά. Ο Αντώνης κάτι ψιθύρισε. Κάποιοι συνάδελφοι πήγαν να βρουν σακάκια. Η θεία μάζεψε πράγματα, πήρε και το βάζο με τα πίκλα της αυτό κάπως με έκανε να χαμογελάσω πνιχτά.

Η Κατερίνα πλησίασε. «Μαμά τι κάνεις; Είναι φρικτό αυτό, θεία Σοφία»

«Σε αγαπώ, Κατερίνα, αλλά τώρα φύγε σε παρακαλώ.»

Με κοίταξε σαν ξένη. Και ίσως ήμουν. Μια αγνώριστη γυναίκα.

Ο Μιχάλης έμεινε τελευταίος. «Τρελάθηκες;» ρώτησε.

«Όχι. Μάλλον τώρα συνήλθα» του απάντησα ήρεμα.

Έφυγε χωρίς να σχολιάσει κάτι άλλο.

Κλείδωσα. Γαλήνη αληθινή. Βαθιά ησυχία, που μόνο στη νύχτα βρίσκεται. Ήταν τρεις το μεσημέρι· εκτός πετούσαν σπουργίτια, κάπου ακούστηκε εξώπορτα, αλλά μέσα μόνο εγώ.

Πήγα στην τραπεζαρία. Το τραπέζι γεμάτο: κρέας, σαλάτες, τούρτα, ποτήρια. Το δικό μου πιάτο ανέγγιχτο. Πήρα το πιάτο μου. Ούτε καν το ζέστανα. Έβγαλα το κομμάτι τούρτας το μόνο καθαρά δικό μου και ένα φλυτζάνι φρέσκο ελληνικό καφέ. Κάθισα.

Έξω, ο πλάτανος κινιόταν στο αεράκι. Τα φύλλα απαλά, νεογέννητα, κολλούσαν ακόμη στα κλαδιά. Έτρωγα χωρίς βιασύνη. Το κρέας τέλειο, το έψησα όπως έπρεπε. Η τούρτα ανάλαφρη, τα κεράσια πικράτσικα, η σαντιγί δροσερή. Για πρώτη φορά, εδώ και χρόνια, τρώω μόνο για μένα.

Δεν έκλαψα. Αν και νόμιζα πως πρέπει να το κάνω, έτσι συνηθίζεται στις ταινίες. Αλλά όχι. Ήρεμη, στέρεη γη κάτω από τα πόδια.

Μετά από ώρες, κοίταξα το κινητό. Η Κατερίνα είχε στείλει: «Μαμά, πάρε με», «Δεν καταλαβαίνω τι έγινε», «Είσαι καλά τουλάχιστον;». Ο Μιχάλης ένα ξηρό: «Δεν ήταν ωραίο». Η θεία τίποτα. Άλλοι άγνωστοι αριθμοί, μάλλον φίλοι των υπολοίπων. Η κυρία Τατιάνα «Πότε θα φέρεις τις καρέκλες;»

Απάντησα μόνο στην Τατιάνα: «Αύριο, συγγνώμη για τη φασαρία».

Στην Κατερίνα: «Είμαι καλά. Θα τα πούμε.»

Στον Μιχάλη, τίποτα.

Τα μάζεψα όλα χωρίς βιασύνη, χωρίς νεύρα. Έβαλα φαγητά σε τάπερ, πιάτα να μουλιάσουν, πέταξα σκουπίδια. Επιστροφή των καρεκλών. Η κυρία Τατιάνα με κοίταξε με περιέργεια στη ρόμπα, αλλά τίποτα παραπέρα.

Βαθύ μπάνιο. Χαλάρωμα. Ο Μιχάλης μπήκε στις δέκα. Στάθηκε στην πόρτα.

«Ξέρεις τι έκανες;»

«Ναι.»

«Και;»

«Και τόσο. Καταλαβαίνω.»

«Η Σοφία Ο Άρης μεγάλος καβγάς. Δεν σκέφτηκες;»

«Σκέφτηκα. Μιχάλη, δεν αντέχω άλλο. Μιλάμε αύριο.»

Ξάπλωσε στο σαλόνι. Δεν τον φώναξα.

Κοιμήθηκα δέκα ώρες. Πρώτη φορά.

6 Μαΐου

Καθημερινό πρωί: ήλιος απ τις γρίλιες, σπουργίτια, μυρωδιά καφέ από το χθεσινοβραδινό τάιμερ. Ήπια τον καφέ μου, έφαγα φρυγανιά. Ο Μιχάλης κοιμόταν στην άλλη πλευρά.

Άνοιξα το λάπτοπ. Ήθελα πρόγνωση καιρού. Είδα μια παλιά καρτέλα ανοιχτή ταξιδιωτικό γραφείο: εκδρομές στο Πήλιο, στα Μετέωρα. Παλιά όνειρα. Ποτέ δεν πήγα με το Μιχάλη πάντα στο ίδιο εξοχικό, ίδια αυλή, ίδια χόρτα. Για είκοσι χρόνια. Βαρετή ασφάλεια.

Πήρα αμέσως. Υπήρχε θέση για την εβδομάδα που έρχεται Μετέωρα και Πήλιο, οκτώ μέρες. «Ένα άτομο;» με ρώτησαν. «Μόνο», απάντησα.

Το πλήρωσα με την κάρτα. Κοίταζα έξω. Σιωπή στο μυαλό. Κάποια βαθύτερη απόφαση.

Η Κατερίνα πήρε το μεσημέρι.

«Είσαι καλά;» ρώτησε επιφυλακτική.

«Ναι.»

«Η Σοφία θίχτηκε. Ο Άρης στενοχωρήθηκε. Δεν το περίμενε κανείς μας. Θα τηλεφωνήσεις να ζητήσεις συγγνώμη;»

«Όχι.»

Σιωπή.

«Τι όχι;»

«Δε θα ζητήσω συγγνώμη που ζήτησα από ανθρώπους να φύγουν απ το σπίτι μου στα γενέθλιά μου.»

«Μα μαμά»

«Άκουσε με λίγο, Κατερίνα. Πενήντα χρονών έγινα. Και είχα περάσει όλη τη μέρα στην κουζίνα, κουρασμένη, πεινασμένη, ανεπίσημη, αφανής. Μου φέρθηκαν σαν υπηρετικό. Δεν τους κατηγορώ τόσο όσο φταίω εγώ που το επέτρεψα. Εγώ έστρωσα και κάθισαν. Είκοσι χρόνια έτσι. Κανείς δεν με ρώτησε αν τα βγάζω πέρα φταίω εγώ που δεν έδειξα πως έχει σημασία.»

Σταμάτησα λίγο. Πέρασε μια γραμμή λεωφορείου, πέταξε ένα περιστέρι.

Η Κατερίνα, πιο ανθρώπινα: «Ίσως να έχεις δίκιο, μαμά. Απλά και τώρα, τι σκοπεύεις να κάνεις;»

«Έκλεισα ταξίδι. Μόνη μου.»

«Εκδρομή; Μόνη;»

«Πήλιο Μετέωρα, οκτώ ημέρες. Διακοπές για μένα. Απόλαυση για πρώτη φορά νομίζω, μετά από χρόνια.»

«Λοιπόν, να προσέχεις.» είπε, και πια δεν ήξερε τι άλλο.

Το μεσημέρι το είπε στον Μιχάλη. Ήρθε στην κουζίνα, έφτιαχνα φακές.

«Δεν με ρώτησες», είπε με θυμό.

«Όχι.»

«Εγώ τι θα κάνω;»

«Στο ψυγείο έχει φαγητό, αν χρειαστεί παραγγέλνεις. Είσαι ενήλικος άνθρωπος.»

Έφυγε χωρίς κουβέντα. Άκουσα απλά τη σιωπή.

Τις επόμενες μέρες, πότε μούτρα, πότε ένταση. Με έλεγε «τρελή», «άλλη ήσουν παλιά», «τέτοια δεν γίνονται». Δεν απαντούσα, δεν έδινα εξηγήσεις πια.

Η Κατερίνα, μετά από μέρες: «Η θεία λέει δε θα ξαναπατήσει σε μας.» Είπα: «Εντάξει.»

«Δεν σου καίγεται καρφί;»

«Όχι. Η Σοφία είναι συγγενής του Άρη, όχι δική μου. Οικογένειά μου είσαι εσύ. Κι ο Μιχάλης. Πρώτοι προσπαθούμε να βρούμε έναν καλύτερο τρόπο να ζούμε. Δεν σκέφτομαι τη Σοφία.»

Η Κατερίνα με ρώτησε για τη διαδρομή, το ξενοδοχείο. Ήταν ένα βήμα.

Την παραμονή του ταξιδιού, έφτιαξα μικρό βαλιτσάκι. Μόνο για μένα. Έβαλα το μπλε φόρεμα. Τελευταία φορά που ετοίμαζα βαλίτσα για μένα; Δεν θυμάμαι…

Ο Μιχάλης έκατσε στο κρεβάτι. «Είσαι αποφασισμένη», είπε.

«Είμαι.»

«Θα βγάλεις άκρη;»

«Θα τα καταφέρω.»

Προσπάθησε να γκρινιάξει, κάτι τον σταμάτησε.

«Εντάξει, να πας.»

Ούτε θερμή ευχή, ούτε επίπληξη. Μια αρχή.

Έκλεισα τη βαλίτσα.

Πήρα τηλέφωνο τη Γεωργία, φίλη παλιά. «Γύρισε η γειτόνισσα κι είπε πως τους πέταξες έξω απ τη γιορτή!»

«Τους ζήτησα να φύγουν», της απάντησα.

«Μπράβο, Ελένη.»

Πάγωσα.

«Όχι αστεία;»

«Σε ξέρω από το σχολείο. Πάντα τα σήκωνες όλα και ποτέ μία κουβέντα. Ήρθε η ώρα σου.»

Της είπα για το Πήλιο και τα Μετέωρα.

«Πήγαινε. Εγώ θα το άφηνα αν ο δικός μου με κράταγε;»

«Γεωργία, όταν είσαι πενήντα και λες δε μ’ αφήνει τότε φταις εσύ.»

Γέλασε. Έπειτα, σοβαρά: «Άλλαξες, Ελένη. Δεν σε γνωρίζω.»

Δεν ήξερα αν είχα αλλάξει. Μόνο ήξερα πως βαρέθηκα να είμαι βολική.

«Δεν νιώθω ντροπή», της είπα.

14 Μαΐου. Σήκωσα φεύγοντας στις έξι. Μιχάλης κοιμόταν. Έφτιαξα ζεστό καφέ, λίγα μπισκότα για το δρόμο, έβαλα τα χαρτιά μου. Το μπλε φόρεμα από πάνω. Γιατί να μην είναι ωραία μια γυναίκα από τα χαράματα στα πενήντα της;

Στάθηκα λίγο στη μικρή είσοδο. Τρία δωμάτια στον ένατο, θέα πλατάνια. Η πετσέτα με τους κόκορες. Το λεκέ στο ταβάνι από την υγρασία τρία χρόνια βάζω να το φτιάξουμε. Ίσως φέτος.

Μπήκε ο Μιχάλης ξεμαλλιασμένος.

«Φεύγεις ήδη;»

«Ναι, ήρθε το ταξί.»

Σταμάτησε. «Χρόνια πολλά, βρε Ελένη. Ξέχασα εκείνη τη μέρα.»

Τον κοίταξα, είκοσι εφτά χρόνια μαζί, κουρασμένος, με ρυτίδες. Δεν ήξερα αν αλλάξουμε κάτι, δεν ήξερα τι θα έρθει. Δεν είναι σειρά στην τηλεόραση όπου όλα γίνονται σε μια εκδρομή ομορφιά.

«Ευχαριστώ, Μιχάλη», απάντησα απλά.

Βγήκα.

Το ταξί με περίμενε. Έβαλα τη βαλίτσα, κάθισα πίσω.

«Στον σταθμό;»

«Στον σταθμό.»

Η Αθήνα ξυπνούσε. Λίγος κόσμος, ο φρέσκος αέρας του Μάη, τα πλατάνια ολοζώντανα. Κοίταζα απ το παράθυρο δεν θυμάμαι να πρόσεχα ποτέ τα λιτά αυτά, τις απλές ομορφιές.

Στο σταθμό, βιαστικά δρομολόγια, οχλοβοή, μυρωδιά τυρόπιτας. Βρήκα το βαγόνι μου, θέση στο παράθυρο, κάτω. Δίπλα μια κυρία, μεγάλης ηλικίας, πρόσφερε ευγενικά τσάι. «Αργότερα, ευχαριστώ» της είπα.

Ξεκινήσαμε.

Η Αθήνα, μετά τα πρώτα βαγόνια, χάθηκε: σπίτια, ξανά δέντρα, ύπαιθρος. Τα μάτια μου γέμισαν ελευθερία, δεν σκεφτόμουν πλέον τι λογαριασμούς έχω ή τι μαγειρέματα να κάνω. Απλώς κοίταζα.

Το κινητό χτύπησε. Μήνυμα από Κατερίνα: «Μαμά, όλα εντάξει; Είσαι στο τρένο;»

Απάντησα: «Εδώ, όλα καλά. Μην ανησυχείς.»

Μετά μήνυμα από τον τουριστικό οδηγό. «Καλημέρα σας, είμαι η Κατερίνα, σας περιμένω στα Μετέωρα με το γκρουπ. Καλό ταξίδι!»

Απάντησα: «Ευχαριστώ, ανυπομονώ.»

Έκλεισα το κινητό, γύρισα έξω.

Το τρένο προχωρούσε. Ήλιος, δροσιά, λευκές ανταύγειες στις λεύκες ανοιξιάτικη Ελλάδα έξω απ το παράθυρο. Δεν ήξερα αν θα αλλάξει ο Μιχάλης, αν θα τα ξαναβρώ με την Κατερίνα, αν η Σοφία επικοινωνήσει ποτέ ξανά. Δεν ένιωθα φόβο με αυτή την αβεβαιότητα.

Είναι η ζωή. Η δική μου.

Και τώρα μπορώ να πω „όχι” και να χαμογελάσω. Τρεις λέξεις. Το έκανα μόλις χτες, πρώτη φορά στα σοβαρά. Ας το μάθω από την αρχή.

Ποτέ δεν είναι αργά.

Oceń artykuł
Φτάνει πια να είσαι αυτή που βολεύει τους άλλους