Φοβάμαι μη σε χάσω
Εδώ μένω, χαμογέλασα καθώς έκανα νόημα στη Δανάη να περάσει μέσα.
Πέρνα, εγώ έρχομαι αμέσως.
Η Δανάη μπήκε διστακτικά στο διαμέρισμα, κοιτάζοντας γύρω της νευρικά, και ούτε που σκέφτηκε να βγάλει τα παπούτσια της.
Κάτι την ανησυχούσε
Όταν γύρισα ξανά στην είσοδο, είδα τα μάτια της γεμάτα τρόμο.
Τα χέρια της έτρεμαν και χωρίς να πει λέξη, το έβαλε στα πόδια και έφυγε τρέχοντας απ το σπίτι.
Δανάη, πού πας;!
Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, κοιτώντας τη μισάνοιχτη πόρτα και μετά τη Ρέα, που στεκόταν δίπλα μου Μπορούσα να ορκιστώ πως η βραδιά θα ήταν υπέροχη.
Δεν περίμενα πως θα τελείωνε έτσι.
Δηλαδή έφυγε και δεν είπε τίποτα; με ρώτησε ο καλύτερός μου φίλος, ο Σταμάτης, όταν του τα εξιστόρησα όλα.
Ναι, τίποτα απολύτως.
Απλά εξαφανίστηκε σαν να είχε δει φάντασμα.
Έπιασα τη μπίρα μου, την κοίταξα σκεφτικός και την άφησα πάλι κάτω στο τραπέζι.
Δεν το καταλαβαίνω Τι την τρόμαξε τόσο πολύ;
Είχες δοκιμάσει να τη ρωτήσεις ευθέως; με ρώτησε ο Σταμάτης.
Θα το έκανα, αν απαντούσε στα τηλεφωνήματα.
Από χθες το βράδυ, ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Και πήγες από το σπίτι της;
Όχι.
Μόνο μέχρι την είσοδο την είχα συνοδεύσει, το διαμέρισμά της δεν το ξέρω καν.
Περίεργο σκηνικό
Αυτό λέω κι εγώ Και όλα είχαν ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο.
Μην το παίρνεις και τοις μετρητοίς όμως.
Ίσως τη Δευτέρα να βρεθείτε και να σου εξηγήσει.
Η πρώτη φορά που γνώρισα τη Δανάη ήταν σε ένα ασφυκτικά γεμάτο τρόλεϊ, στο κέντρο της Αθήνας.
Κανείς δεν σηκωνόταν να της δώσει θέση εγώ της παραχώρησα τη δική μου.
Έμεινα όρθιος δίπλα της, χαμογελώντας αμήχανα.
Μου άρεσε πολύ, δεν το κρύβω.
Θα ήθελα να της μιλήσω, αλλά έπρεπε να πάω στη δουλειά, και δεν είμαι απ τους τύπους που γνωρίζουν κοπέλες μπροστά σε όλους.
Τι να της έλεγα δηλαδή;
«Γεια, είμαι ο Νικόλας.
Να σου δώσω το τηλέφωνό μου να με πάρεις το βράδυ;»
Ανοησίες, σκέφτηκα.
Βγήκα γρήγορα, χωρίς να περιμένω αν θα κατέβει κι εκείνη.
Κατευθύνθηκα κατευθείαν προς το γραφείο μου.
Όσο περπατούσα αισθανόμουν λες και με ακολουθούσε.
Δεν γύρισα πίσω να κοιτάξω.
Ίσως ήθελα πάρα πολύ να είναι αληθινή όλη αυτή η αίσθηση.
Κάθισα στο γραφείο μου προσπαθώντας μάταια να τη βγάλω απ το μυαλό μου.
Όμως κάθε φορά που έψαχνα κάποιο αρχείο στο Excel, έβλεπα τα μάτια της.
Όταν άνοιγα τα email, ήμουν σίγουρος ότι χαμογελούσε σε μένα.
Σκέτη εμμονή.
Κι όταν μπήκε στο γραφείο ο κύριος Μανώλης, ο διευθυντής μας, μαζί με εκείνη, λέγοντας: «Να σας συστήσω τη νέα μας συνάδελφο», πίστεψα ότι τρελαίνομαι.
Νόμιζα ότι την είχα φανταστεί.
Μα ήταν πέρα για πέρα αληθινή και από εκείνη τη στιγμή άρχισα να πιστεύω στη μοίρα.
Δανάη, μου χαμογέλασε ευγενικά, όταν έφτασε σε μένα να συστηθεί.
Ήμουν ο τελευταίος στο γραφείο.
Νικόλας.
Χάρηκα πολύ.
Δεν κατάφερα να της πω τίποτα άλλο γιατί είχα μπερδευτεί.
Μέσα μου, όμως, όλα είχαν αναστατωθεί.
Ένιωθα πως ήθελα να φτάσω στα άκρα για να κερδίσω τη συμπάθειά της.
Το ίδιο βράδυ βρέθηκα με τον Σταμάτη στο παρκάκι της γειτονιάς μας, εκεί που βγάζαμε βόλτα τις σκύλες μας, τη Ρέα κι εκείνος τη Ζιζέλ.
Του εξιστόρησα τι ένιωθα για τη Δανάη.
Είσαι ερωτευμένος, αδερφέ!
μου είπε με το καλησπέρα.
Νομίζεις;
Είμαι σίγουρος.
Το ίδιο είχα νιώσει και εγώ όταν πρωτοείδα τη Μαργαρίτα.
Αυτό ακριβώς νιώθω όταν τη βλέπω.
Τότε πρέπει να κινηθείς.
Δοκίμασε να της ζητήσεις να βγείτε.
Ένα καφέ, ή ένα σινεμά.
Κι αν έχει κάποιον άλλο;
Τουλάχιστον θα το ξέρεις.
Άλλωστε, τι έχεις να χάσεις;
Έτσι κι έκανα.
Μετά τη δουλειά έπιασα κουβέντα στη στάση.
Χαμογέλασα αμήχανα, σχεδόν κοκκίνισα, μα βρήκα το θάρρος να ρωτήσω:
Δεν θέλω να παρεξηγηθώ, αλλά μήπως θα ήθελες να πάμε κάπου μαζί; Για καφέ ή για σινεμά;
Χαμογέλασε, δέχτηκε και όλα κύλησαν ακόμη καλύτερα απ όσο τολμούσα να φανταστώ.
Πήγαμε για καφέ, περπατήσαμε μέχρι αργά στους ήσυχους δρόμους της πόλης και στο τέλος τη συνόδευσα σπίτι της.
Όταν επέστρεψα, έμεινα μιάμιση ώρα ακόμη να βγάζω τη Ρέα βόλτα είχα χάσει ήδη τη βραδινή μας έξοδο.
Κι όλο το βράδυ, άγρυπνος, αναλογιζόμουν πώς θα της κάνω πρόταση, πώς θα μέναμε μαζί, πώς θα ερχόντουσαν τα παιδιά και πώς τα Σαββατοκύριακα θα πηγαίναμε εκδρομή κάπου στο Πήλιο όλοι μαζί.
Ήμουν πεισμένος ότι αυτά τα όνειρα ήταν πια πολύ κοντά.
Τρεις μήνες περάσαν έτσι.
Οι καλύτεροι της ζωής μου.
Τόσα πολλά ζήσαμε.
Βόλτες στα εστιατόρια της Κηφισιάς, ρομαντικές ταινίες στον κινηματογράφο, φιλιά κάτω απ τη βροχή κι ας μας κοίταζαν περίεργα οι περαστικοί.
Η Δανάη ήταν απίθανη.
Γλυκιά, αστεία, δοτική και πάρα πολύ ευγενική.
Ένιωθα πραγματικά ευγνώμων που την είχα γνωρίσει.
Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα…
Πάντα μετά από κάθε βόλτα, έπρεπε να ξαναβγάλω τη Ρέα.
Έμενα μόνος, δεν είχε άλλον να τη φροντίσει.
Αυτό όμως σήμαινε να αφήνω τη Δανάη ή να πρέπει να συνδυάζω και τη Ρέα στη συντροφιά μας.
Μερικές φορές της το πρότεινα, να βγούμε και οι τρεις μαζί.
Η Δανάη όμως φαινόταν αμήχανη, το απέφευγε διακριτικά.
Καλύτερα οι δυο μας, έλεγε.
Άμα θελήσουμε να μπούμε για καφέ ή στο σινεμά, θα είναι δύσκολο με το σκυλί.
Έχεις δίκιο, της έλεγα.
Όταν της έκανα πρόταση και της είπα να μείνει μαζί μου, στην αρχή φάνηκε να το θέλει, μα μετά το ανέβαλε.
Έχω υποσχεθεί στην ιδιοκτήτρια ότι θα μείνω εκεί μέχρι τέλους του χρόνου, μου εξήγησε.
Άσε εμένα να πληρώσω τους δύο μήνες στο σπίτι σου αν η ιδιοκτήτρια θέλει να πάρει τα νοίκια της, της τα δίνω.
Έλα να σου δείξω το διαμέρισμα και να γνωρίσεις και τη Ρέα.
Θα δεις, θα σας αρέσει.
Η Δανάη δέχτηκε με βαριά καρδιά, αλλά το δοκίμασε.
«Εδώ μένω», της ξανάπα με ένα χαμόγελο πλατύ.
Μπήκε νευρικά, αργά-αργά, σαν κάτι να της φόρτωνε βάρος.
Δεν βιάστηκε να βγάλει τα παπούτσια της, είδα ότι ανησυχούσε.
Όταν βγήκα και πάλι από το υπνοδωμάτιο, την είδα να με κοιτάζει με τρόμο.
Τα χέρια της έτρεμαν, και το μόνο που πρόλαβε να κάνει είναι να φύγει τρέχοντας.
Έμεινα να κοιτάζω την ανοιχτή πόρτα και τη Ρέα, δίπλα μου.
Δεν ήταν το τέλος που ήθελα εκείνο το βράδυ.
Προσπάθησα να την πάρω τηλέφωνο αλλά τίποτα.
Τότε ήθελα να μιλήσω με τον Σταμάτη ήθελα να ξελαφρώσω και ίσως να πάρει μπρος το μυαλό μου για κάποια λύση.
Όταν ήρθε η Δευτέρα, ήμουν ήδη ανυπόμονος.
Κοιτούσα το ρολόι και τους θολωμένους από το κρύο υδρατμούς στα παράθυρα από τα τρόλεϊ.
Η Δανάη άργησε συνήθως ερχόταν πιο νωρίς.
«Κι αν έπαθε κάτι;».
Ετοιμαζόμουν να ζητήσω άδεια απ τον κύριο Μανώλη να τη βρω, όταν ξαφνικά την είδα να έρχεται περπατώντας.
Τα μαλλιά λυμένα, τα δάκρυα στα μάγουλά της, μάτια θλιμμένα.
Δανάη, περίμενε!
Στάθηκε και με είδε κατσούφιασε ακόμη πιο πολύ.
Δανάη, τι έγινε; Γιατί έφυγες; Γιατί δεν σηκώνεις το τηλέφωνο; Δεν ξέρω τι να σκεφτώ!
Νίκο, συγγνώμη
Τι συνέβη;
Πέντε λεπτά μένουν μέχρι να αρχίσει η δουλειά.
Μπορούμε να τα πούμε καλύτερα το βράδυ;
Αποφάσισες να μη θέλεις να παντρευτούμε; Δε θέλεις να μείνεις μαζί μου; Της έπιασα το χέρι, δεν το άφησα.
Έχω δύο μέρες να κοιμηθώ σκεπτόμενος τι να κάνω.
Πες μου, σε παρακαλώ τώρα, τι συνέβη…
Συγγνώμη, Νίκο Απλά δε μπορώ να μείνω μαζί σου, ψιθύρισε κι άρχισε να κλαίει.
Γιατί, αγάπη μου; Σε πρόσβαλα; Ξέχασα κάτι;
Όχι
Τότε τι; Τι έχεις;
Σκούπισε τα δάκρυά της και με κοίταξε στα μάτια.
Φοβάμαι
Τι φοβάσαι;
Τα σκυλιά
Τη Ρέα μου; Αλλά είναι τόσο καλή, στο είπα, ούτε μύγα δε θα πείραζε.
Σκέφτηκα ξαφνικά:
«Άρα τελικά είναι έτσι Ήταν όντως η σκυλίτσα»
Δεν είναι μόνο η Ρέα σου, φοβάμαι όλα τα σκυλιά.
Όταν ήμουν έξι, με είχε αρπάξει ένα πιτ μπουλ…
Ποτέ δεν μου το είχες πει αυτό…
Ναι, δεν το ήθελα ούτε να το θυμάμαι.
Έπαιζα σε μια παιδική χαρά.
Η μαμά μου είχε μπει στο σούπερ μάρκετ για λίγο και ο ιδιοκτήτης του σκύλου ήταν μεθυσμένος και έβαλε το σκυλί να με διώξει από το παγκάκι.
Γλίτωσα από θαύμα.
Από τότε, τα φοβάμαι όλα τα σκυλιά.
Σκέψου λίγο, Δανάη Στους δρόμους στην Αθήνα έχει πολλά σκυλιά όμως και δεν φαίνεται να σε πιάνει τέτοιος πανικός.
Εκεί είναι αλλιώς.
Μπορώ να απομακρυνθώ, να χαθώ στο πλήθος.
Αλλά να ζούμε στο ίδιο σπίτι με ένα μεγάλο σκυλί, δεν αντέχω, με πιάνει πανικός.
Δεν είναι ο σκύλος, δεν είσαι εσύ.
Είμαι εγώ
Είναι τρελό, ξέρεις, αλλά τουλάχιστον προσπάθησες, δεν έτρεξες κατευθείαν να με βάλεις να διαλέξω.
Προσπάθησα.
Νόμιζα πως μπορώ.
Αλλά ξεσπάω σε κρίσεις πανικού.
Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω
Αυτά είναι…
είπα αργότερα στον Σταμάτη.
Είμαι ερωτευμένος, εκείνη το ίδιο.
Μα δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί.
Τι πρέπει να κάνω δηλαδή;
Θα παρατήσεις τη Ρέα;
Ποτέ!
Την αγαπάω τη Ρέα.
Αλλά αγαπάω και τη Δανάη.
Άρα πρέπει να αγωνιστείς για αυτό που αγαπάς.
Πώς;
Ο φόβος είναι φόβος.
Αλλά δεν είναι αθεράπευτος.
Μπορεί να δουλευτεί με τον καιρό αν το θέλει κι εκείνη.
Έχει πάει σε ψυχολόγο.
Δεν τη βοήθησε;
Όχι, αλλά λέει ότι θέλει να προσπαθήσει ξανά.
Αυτό είναι θετικό!
Βάλε στόχο να κάνετε μόνοι σας βόλτες στο πάρκο ή στο βουνό, όπου δεν υπάρχουν άλλοι άνθρωποι να διασπάσουν την προσοχή σας.
Λες να υπάρξει ελπίδα; επιστρέφει λίγη ελπίδα στη φωνή μου.
Φυσικά.
Σιγά-σιγά η Δανάη θα εμπιστευτεί, θα δει ότι η Ρέα δεν είναι κίνδυνος.
Δοκίμασέ το.
Όταν κάποια μέρα η Δανάη με είδε με το τζιπ του Σταμάτη, σάστισε.
Από πού βρέθηκε αυτό;
Φίλος μου το έδωσε, έχει ειδικό χώρο για το σκυλί.
Δηλαδή θα είμαστε οι τρεις μας μαζί στο αυτοκίνητο; χλόμιασε λίγο.
Μην ανησυχείς, η Ρέα θα είναι πίσω, εσύ μπροστά μαζί μου.
Θα πάμε εκδρομή στον Υμηττό.
Μετά από μια ώρα φτάσαμε σε ένα ξέφωτο.
Βοήθησα τη Δανάη να βγει, έβγαλα και τη Ρέα με προσοχή, κρατώντας τη μακριά από το κορίτσι.
Τι ωραία που είναι εδώ, είπα για να της αλλάξω τη διάθεση.
Είναι, όντως
Αλλάξαμε σε γαλότσες γιατί είχε βρέξει μέρες, και ξεκινήσαμε τη βόλτα μέσα στα πεύκα.
Έπαιζα με τη Ρέα μπάλα, για να έχει πάντοτε κάτι να αποσπά την προσοχή της.
Είσαι καλά; τη ρώτησα.
Δεν ξέρω Είναι δύσκολο, έλεγε με το βλέμμα καρφωμένο στη Ρέα.
Άκου με, αγάπη μου.
Οι σκύλοι διαφέρουν, όπως οι άνθρωποι.
Σε είχε δαγκώσει άλλος σκύλος, από άλλον άνθρωπο.
Δεν είναι όλοι οι σκύλοι έτσι.
Το καταλαβαίνω.
Σκέψου ότι μετά από μερικές τέτοιες βόλτες, ίσως αλλάξεις γνώμη για τους τετράποδους φίλους μας.
Πέταξα την μπάλα στη Ρέα, που έτρεξε κατενθουσιασμένη.
Γαβ-γαβ!
φώναξε δυνατά.
Η Δανάη μαζεύτηκε μεταξύ φόβου και γέλιου.
Δηλαδή δε θυμώνει τώρα;
Καθόλου!
Χαίρεται που βρίσκει τη μπάλα της!
Γύρισε, έφερε το μπαλάκι και απομακρύνθηκε.
Της πρότεινα:
Θες να δοκιμάσεις κι εσύ να της πετάξεις τη μπάλα;
Φοβάμαι
Κλείσε τα μάτια σου, αγάπη μου.
Μια φορά μόνο.
Με μισή καρδιά πήρε τη μπάλα, την έριξε όσο μπορούσε πιο μακριά.
Μπράβο, μπράβο!
γέλασα.
Ρέα, φέρε!
Η Ρέα έτρεξε χαρούμενη.
Κι όταν άργησε να επιστρέψει, αλλά τη βλέπαμε να γαβγίζει σε μια λίμνη λασπόνερου, αναστατωθήκαμε.
Τι έγινε τώρα; ρώτησε με ανησυχία η Δανάη.
Η Ρέα φοβάται το νερό.
Ανέβηκε εκεί και τώρα φοβάται να πλησιάσει τη μπάλα.
Θα πάω να τη βρω.
Μην είναι επικίνδυνα εκεί; Μμμ μυρίζει και περίεργα, όλο βρύα τριγύρω.
Σιχαμένο λασπόνερο είναι, τίποτα άλλο.
Μίλησα στη Ρέα και μπήκα στη «λίμνη».
Δεν ήταν λίμνη ήταν βαλτός!
Χώθηκα σχεδόν ως τους γοφούς.
Η Ρέα άρχισε να γαβγίζει γεμάτη αγωνία.
Είσαι καλά;
Ναι, απλά πολύ λάσπη έχει!
Έπιασα το μπαλάκι κι από εκεί τα πράματα έγιναν δύσκολα τα πόδια μου είχαν κολλήσει.
Τι κάνεις και δε βγαίνεις;
Δεν μπορώ…
Μάλλον είναι βάλτος!
Δεν είχες άδικο…
Η Ρέα στεκόταν αβέβαιη, γάβγιζε κοιτώντας εμένα και τη Δανάη.
Τώρα η Δανάη είχε πάθει κρίση.
Πέρα από τη Ρέα, ο άνθρωπός της βυθιζόταν στη λάσπη.
Βρες ένα ξύλο!
της φώναξα.
Έβγαλε το κινητό για να καλέσει βοήθεια δυστυχώς καθόλου σήμα εδώ πάνω.
Κι ενώ ο πανικός πήγαινε να την κυριεύσει, η Ρέα γάβγισε μπροστά της.
Η Δανάη για ένα δευτερόλεπτο έκανε πίσω, έκανε να φύγει, αλλά σταμάτησε.
«Ο Νίκος!
Θα τον αφήσω;» Και το μυαλό της δούλεψε.
Άφησε πίσω το φόβο, βρήκε ένα γερό κλαδί, μου το πέταξε, με τράβηξε με όση δύναμη είχε.
Όταν δεν μπορούσε πια μόνη της, ήρθε η Ρέα δίπλα της κι αυτή τη φορά η Δανάη δεν τρόμαξε γιατί δεν σκέφτηκε το φόβο, μόνο τον Νίκο.
Κάπως έτσι, με συνεργασία, με τραβήξαν έξω, γεμάτος λάσπες και νερά.
Κορίτσια, με σώσατε!
είπα αγκαλιάζοντάς τες.
Μ επαναφέρατε απ τον άλλο κόσμο!
Ένιωσα τέτοιο φόβο
Μην μου πεις πως απόκτησες νέα φοβία τώρα, αστειεύτηκα.
Ναι, καλέ μου.
Φοβάμαι τόσο πολύ μην σε χάσω.
Αυτός ο φόβος είναι μεγαλύτερος απ όλους.
Η Δανάη αγκάλιασε τη Ρέα.
Σ ευχαριστώ, κορίτσι μου!
Σ ευχαριστώ που ήσουν εδώ μαζί μας!
Το βράδυ, μετά από ζεστό μπάνιο και φαγητό, αράξαμε οι τρεις μας στον μεγάλο καναπέ, βλέποντας ταινίες για σκύλους, χωρίς να ζητάμε τίποτα άλλο.
Και εκεί, ανάμεσα στα τσιπς και τις αγκαλιές, καταλάβαμε ότι ο μεγαλύτερος φόβος μας τελικά, ήταν ο ίδιος: μη χάσουμε ο ένας τον άλλο.
Press «Like» and get the best posts on Facebook ↓





