Τυχαίο τηλεφώνημα — Παύλος Ιωαννίδης; — η φωνή στο ακουστικό ήταν ψυχρή και επίσημη. — Ναι, είμαι ο…

Τυχαίο Τηλέφωνο

Παύλος Ιωαννίδης; η φωνή στο ακουστικό ήταν ψυχρή και επίσημη.
Ναι, Παύλος Ιωαννίδης. Ποιος είστε;
Είμαι η διευθύντρια του Βρεφοκομείου. Σε μια εβδομάδα η κόρη σας κλείνει τα τρία και θα πρέπει να τη μεταφέρουμε σε άλλο ίδρυμα. Είστε σίγουρος πως δεν θα την πάρετε;
Περιμένετε, ποιο βρεφοκομείο; Ποια κόρη; Έχω ένα γιο, τον Βασίλη, ψιθύρισα σοκαρισμένος.
Νεφέλη Παύλου Σημεωνίδου, δεν είναι η κόρη σας;
Όχι, δεν είναι. Είμαι Ιωαννίδης. Παύλος Ιωαννίδης, αλλά Ιωαννίδης.
Συγγνώμη, είπε κουρασμένα το ακουστικό, μάλλον υπήρξε κάποιο μπέρδεμα.
Οι συνεχείς μπιπ που ακούστηκαν αμέσως μετά, ηχούσαν σαν καμπανάκι στ αυτιά μου.
«Τι παράλογα πράγματα! αγανακτούσα μέσα μου. Κάποια κόρη, βρεφοκομείο! Αλλά τι είδους χάος έχουν στα χαρτιά τους;».
Η κλήση καρφώθηκε στη ψυχή μου σαν αγκάθι. Χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σκέφτηκα πώς ζουν τα παιδιά χωρίς οικογένεια, χωρίς ζεστή αγκαλιά, μια μητέρα, έναν πατέρα με φροντίδα, χωρίς γιαγιάδες και παππούδες να τρέχουν γύρω τους. Ο Βασίλης τα είχε όλα αυτά, μέχρι και θείους από κάθε πλευρά…
Η Ελένη διέκρινε αμέσως την ανησυχία μου, τις απαντήσεις μου που δεν ταίριαζαν, κι ό,τι άλλο να κρύψω απ τη γυναίκα που ζήσαμε μαζί σχεδόν δέκα χρόνια, κι γνωριζόμασταν απ το δημοτικό.
Περίμενε ως το βράδυ, και στο τραπέζι με ρώτησε ευθέως τι με βασανίζει.
Πώς είπαμε τη λένε;
Ποια; απάντησα σαστισμένος (ώς κατάλαβε για το κορίτσι; Μήπως της τηλεφώνησαν κι εκείνης;).
Νεφέλη, λέω. Νεφέλη.
Α, Νεφέλη λοιπόν Εγώ είμαι η Ελένη σου κι εκείνη Νεφέλη; υψώνει τη φωνή η γυναίκα μου.
Ναι, είπα ήρεμα. Νεφέλη Παύλου Σημεωνίδου.
Πες μου και τον αριθμό της ταυτότητάς της! φωνάζει η Ελένη.
Δεν έχει ταυτότητα, τι να την κάνει;
Είναι προσφυγάκι τότε; μουρμουρίζει με πιο χαμηλή φωνή.
Ποιος προσφυγάκι;
Η Νεφέλη σου είναι προσφυγάκι; Θέλει να εγγραφεί; Πες μου όλα, άτιμε!
Τι να πω; απαντώ, ξεχνώντας το βραδινό.
Και τότε η Ελένη ξέσπασε σε κλάμα. Όχι γοερό, ούτε δραματικό, αλλά πικρό, θυμωμένο, με τα δάκρυα να κυλούν πάνω στη φούστα της ποδιάς.
Αύριο φεύγω στη μητέρα μου. Να ξέρεις, τον Βασίλη δεν θα σου τον αφήσω, είπε μέσα απ τα δάκρυα.
Ελένη, τι έπαθες; Γιατί να πας στη μητέρα σου;
Νομίζεις ότι θα σας υπηρετώ, εσένα και την „Νεφέλη”; ξέσπασε δυνατά.
Αρχισα να αντιλαμβάνομαι το παράλογο της κατάστασης.
Έπιασα τη γυναίκα μου απ τους ώμους, την κάθισα στο μικρό καναπέ της κουζίνας και της εξήγησα τι συνέβη με το πρωινό τηλεφώνημα.
Τώρα η Ελένη έκλαιγε από συμπόνια για το κοριτσάκι. Ειλικρινά, οι γυναίκες έχουν άφθονα δάκρυα κι τα χύνουν σε όποιον λόγο κι οπότε θέλουν! Εγώ τις γυναικείες συγκινήσεις, ειδικά της Ελένης, ούτε τις αντέχω ούτε τις καταλαβαίνω.
Το βραδινό μου φάνηκε απόμακρο, δοκίμασα λίγο και σταμάτησα.
…Με ξύπνησε η Ελένη που στεκόταν δίπλα μου κι έψαχνε το κινητό μου! Ποτέ σε τόσα χρόνια συμβίωσης δεν έκανε κάτι τέτοιο. Δεν μου είχε πιστέψει Ήξερα πως έψαχνε στίγματα ερωτικής συνομιλίας. Ένιωσα πικρία και αηδία από αυτή τη δυσπιστία Και τότε με σκουντάει μισό-κρυφά:
Παύλο, Παύλο, αυτός ο αριθμός είναι σταθερός, έτσι;
Ναι, απάντησα μηχανικά, αυτός.
Κοιμήσου. Και η Ελένη έκλεισε την πόρτα παίρνοντας το κινητό.
Εύκολο να πεις „κοιμήσου”. Ακούω τον υπολογιστή να ανοίγει. Μείνα λίγο ακόμη στο κρεβάτι κι μετά σηκώθηκα ήσυχα κι πήγα στο σαλόνι.
Η Ελένη έφτιαχνε αναζήτηση στη Google, τόσο απορροφημένη που δεν κατάλαβε πως ήμουν πίσω της.
Στη γραμμή έγραφε: «Βρεφοκομείο» και η πόλη μας, η Αθήνα.
Ο υπολογιστής έβγαλε την επίσημη ιστοσελίδα, τη διεύθυνση, το τηλέφωνο, μέχρι και φωτογραφία του κτιρίου. Η Ελένη κοίταξε το κινητό μου.
Παύλο, είναι ίδιο!
Τι είναι ίδιο;
Ο αριθμός! Ο αριθμός ταιριάζει. Είναι το τηλέφωνο του Βρεφοκομείου!
Έτσι είπα. Άρα εσύ το τσεκάρεις;
Γύρισε στο σκαμπό.
Όχι να τσεκάρω, να βεβαιώσω.
Και γιατί;
Παύλο, είναι κοντά το Βρεφοκομείο αυτό! είπε, σαν να μην άκουγε τη δική μου απορία.
Πάμε να το δούμε; Πώς βρήκαν τον αριθμό σου αφού δεν έχεις καμία σχέση με εκεί;
Ειλικρινά δεν το είχα σκεφτεί. Πώς λοιπόν τον βρήκαν; Ίσως πρέπει, πραγματικά, να πάμε. Μην μου χρεώνουν ξένα παιδιά κι εγώ τρέχω να ξεμπερδέψω!
Δεν κατάφερα να ξανακοιμηθώ εκείνο το βράδυ. Μόλις πήγα να ηρεμήσω, η Ελένη με σκούντησε ξανά.
Παύλο Παύλο
Τι άλλο;
Είσαι σίγουρος για το παρελθόν σου; Μπορεί καμιά φορά με την πρώτη αγάπη ίσως τη συνάντησες έπειτα από χρόνια, ξανάνοιξαν τα αισθήματα Κι αυτή δεν σου είπε τίποτα, άφησε το κορίτσι στο μαιευτήριο. Έτσι, Παύλο;
Ποια αγάπη, Ελένη; Από το πρώτο θρανίο μαζί σου, ίδιοι κι απαράλλαχτοι, τώρα ακόμη και στο κρεβάτι! Θυμήσου πριν τέσσερα χρόνια, τότε που ο Βασίλης είχε μόλις τρία, πήγε παιδικό σταθμό, αρρώσταινε συνέχεια, εσύ άρχισες δουλειά, ποιος τον πρόσεχε; Εγώ! Εγώ θα έπαιρνα άδεια εξ αποστάσεως, θυμάσαι; Μίγματα, φάρμακα, πρόγραμμα διατροφής, γιατροί. Ποια ερωμένα; Μόλις κρατιόμουν όρθιος! Δεν υπήρξε άλλη, ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξει!
Κι όμως, ποιος άφησε τον αριθμό σου εκεί; επιμένει η Ελένη.
Κι εμένα με βασάνιζε το ίδιο ερώτημα. Αναλογίστηκα όλες τις παλιές γνωστές, μήπως καμιά είναι ικανή να κάνει κάτι τέτοιο. Τίποτα. Οι περισσότερες είχαν βρει τη ζωή τους, άλλες τη δική τους οικογένεια, η πιο ζωηρή είχε φύγει οριστικά από τη χώρα χρόνια πριν.
Αλλά, μιας και η ζωή έχει πάντα το απρόβλεπτο, αποφάσισα να πάω αύριο στο Βρεφοκομείο.
Φτάσαμε νωρίς, αλλά δεν ήμασταν οι πρώτοι μπροστά στην πόρτα περίμενε ήδη ένας ξανθός, αδύναμος άντρας. Ντυμένος καθαρά αλλά κάπως ανήσυχος, τα μάτια του τρεμόπαιζαν, τα χέρια του με χαρτιά έτρεμαν ελαφρά, είτε από άγχος είτε, μάλλον, από τη χθεσινή βραδιά.
Μετά από μένα θα μπείτε, είπε ξαφνικά μπάσα.
Η πόρτα άνοιξε, τον κάλεσαν μέσα. Για κανένα τέταρτο ακούγονταν λόγος με μπάσες διακοπές.
Τέλος, βγήκε ο άνδρας, ξεμαλλιασμένος και χωρίς χαρτιά, και μας κάλεσαν.
Χαίρετε, μια συμπαθητική μελαχρινή στα средηλικία στεκόταν στο παράθυρο, μασώντας το σκελετό των γυαλιών της. Για ποιο θέμα ήρθατε;
Για το χθεσινό, αστειεύτηκα.
Η γυναίκα κάθισε στο τραπέζι.
Ξέρετε, δεν έχω καιρό για γρίφους. Παρακαλώ, εκθέστε το πρόβλημά σας σύντομα κι καθαρά.
Της θύμισα το χθεσινό τηλεφώνημα (η φωνή αναγνωρίσιμη).
Α, ναι η γυναίκα χαμογέλασε κουρασμένα. Συγγνώμη, μπλέξαμε τα νούμερα, δεν τηλεφωνήσαμε σε εσάς.
Μα πώς όχι σε εμένα, αφού έχετε τον αριθμό μου! Από πού τον πήρατε;
Καταλαβαίνετε, Παύλε Ιωαννίδη, έκανα λάθος σε ένα ψηφίο. Ο σωστός αριθμός αρχίζει με 210, εγώ έβαλα 211. Ότι κι εσείς Παύλος Ιωαννίδης είναι σκέτη σύμπτωση. Τόσο απλά Ο κύριος μπροστά σας είναι ο πραγματικός Παύλος Ιωαννίδης, ο πατέρας της Νεφέλης.
Ποιος; ρώτησα ανόητα, αν και ήξερα ήδη.
Παύλος Ιωαννίδης Σημεωνίδης, ο πατέρας της.
Συγγνώμη ξανά και σας αποχαιρετώ. Έχω πολλά να κάνω, συγγνώμη.
Σηκώθηκε η γυναίκα.
«Τατιάνα Σημείωνη Μάμα», έγραφε το καρτελάκι της.
Η Ελένη μάλλον το διάβασε κι αυτή, γι’ αυτό ρώτησε:
Τατιάνα Σημείωνη, ο αληθινός Παύλος Ιωαννίδης θα πάρει το κοριτσάκι;
Η διευθύντρια μας κοίταξε και κάθισε ξανά.
Όχι. Η μητέρα της Νεφέλης έφυγε. Ο Παύλος Ιωαννίδης έχει επτά παιδιά με άλλες γυναίκες. Σε τρία χρόνια εμφανίστηκε μόνο δυο φορές και εκείνες έπειτα από πιέσεις μας. Η Νεφέλη δεν τον νοιάζει. Υπάρχει κάτι άλλο; Σας απάντησα; Καλή σας ημέρα.
Βγήκαμε συγκλονισμένοι από εκείνο το κτίριο.
Τα μεγαλύτερα παιδιά ήταν έξω. Κάποια στην κούνια, άλλα στην τσουλήθρα, δυο αγόρια έπαιζαν αγώνες αυτοκινήτων στο παγκάκι.
Κοίταξα τα παιδιά και μου φάνηκε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Στην αυλή επικρατούσε ησυχία. Άμα έβγαινε ο Βασίλης είχε φωνές, γέλια, φασαρίες. Αυτά τα παιδιά δεν έκαναν φασαρία, χαμογελούσαν διστακτικά, μιλούσαν σιγά. Έμοιαζαν με μικρούς γέροντες. Αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν νωρίς παιδικότητα δεν είχαν. Είχαν επιβίωση, κρύο, έλλειψη παιχνιδιών και ρούχων, αδιαφορία ή και σκληρότητα.
Γύρισα στην Ελένη. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.
Να πάλι αυτά τα δάκρυα! Με κάθε αφορμή βρίσκονται!
Προχωρήσαμε προς την έξοδο, και τότε ησυχία έγινε κομμάτια από ένα παιδικό ουρλιαχτό: «Μαμά!». Όλα τα παιδιά γύρισαν και κοίταξαν εμάς. Έτρεξε προς την Ελένη ένα κοριτσάκι, με αστείο σκουφάκι και φούντα.
Μαμά, μαμά! φώναξε. Είμαι εδώ!!!
Έκανε γρήγορα κι κόλλησε στα πόδια της Ελένης, κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς τόσο πικρούς, που ακόμη κι εγώ δάκρυσα.
Νεφέλη! έτρεξε η νηπιαγωγός προς τα μας. Προσπάθησε να πάρει το κοριτσάκι αγκαλιά μα εκείνη κρατήθηκε γερά στα πόδια της Ελένης.
Με τα πολλά, κατάφεραν να αποσπάσουν τη Νεφέλη (μια σοκολάτα έλυσε το θέμα), και εμείς φύγαμε σχεδόν τρέχοντας.
Στη διαδρομή δεν μιλήσαμε. Η Ελένη έτρεμε, κι εγώ ένιωθα μετέωρος, τα χέρια μου έτρεμαν όπως του συνονόματου. Στάθηκα σε ένα φαρδύ πεζοδρόμιο για να ηρεμήσω λίγο.
Η Ελένη έριξε μια ματιά στο παράθυρο και μου έδειξε με τα μάτια το κατάστημα δίπλα μας.
Χωρίς να μιλήσουμε, κρατώντας χέρι-χέρι, μπήκαμε μαζί στο «Παιδικό Παζάρι».
Για κούκλα και ροζ φόρεμα.
Η Νεφέλη μας θα είναι το πιο όμορφο κορίτσι.

Oceń artykuł
Τυχαίο τηλεφώνημα — Παύλος Ιωαννίδης; — η φωνή στο ακουστικό ήταν ψυχρή και επίσημη. — Ναι, είμαι ο…