Τυχαία Ειδοποίηση

Τυχαία ειδοποίηση

Το κινητό ήταν πεσμένο με την οθόνη προς τα κάτω στο κομοδίνο, όπως πάντοτε. Η Μαρία δεν είχε σκοπό να το πιάσει. Απλώς τεντώθηκε να πάρει το ποτήρι με το νερό, το χέρι της ακούμπησε το λεία πλαστική άκρη και η οθόνη άναψε μόνη της, κατά λάθος, όπως συμβαίνει καμιά φορά με όσα θα έπρεπε καλύτερα να μένουν στο σκοτάδι.

Είδε μία γραμμή. Μονάχα μία, στη μπάρα των μηνυμάτων.

«Μου λείπεις κι εμένα. Ήταν τόσο όμορφα σήμερα. Η δικιά σου, Κατερίνα.»

Η Μαρία δεν κατάλαβε αμέσως. Κοίταζε αυτά τα λόγια δεύτερο, τρίτο δευτερόλεπτο, λες και γράφονταν σε ξένη γλώσσα και ήθελε χρόνο να τα μεταφράσει. Κοίταξε έπειτα τον άντρα της, τον Αλέξη, που κοιμόταν πλάτη της, με τον ώμο ανασηκωμένο, ανάσα βαριά, βαθιά, σαν άνθρωπος με ήσυχη συνείδηση.

«Η δικιά σου, Κατερίνα.»

Η Κατερίνα. Κατερίνα Σαββοπούλου. Η φίλη της. Αυτή που πριν τρεις μήνες διάλεγε μαζί τους κουρτίνες για το παιδικό. Αυτή που είχε πιει καφέ στο τραπέζι της κουζίνας δεκάδες φορές. Αυτή που την περασμένη εβδομάδα είχε πάρει τη Μαρία τηλέφωνο για να παραπονεθεί πως δεν έβρισκε άντρα της προκοπής κι ότι είχε κουραστεί στη μοναξιά.

Η Μαρία πήρε προσεκτικά το ποτήρι, ήπιε λίγο νερό. Το άφησε πίσω κι ανασηκώθηκε στηριγμένη, τόσο απαλά που το πάτωμα δεν έτριξε καθόλου. Βγήκε στον διάδρομο, έκλεισε ήσυχα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, περπάτησε ως την κουζίνα, άναψε το φως πάνω από την κουζίνα, εκείνο το μικρό, να μην την τυφλώσει, αν και μάλλον δεν έφταιγε το φως.

Κάθισε στο τραπέζι, καρφώνοντας το βλέμμα στη λευκή επιφάνεια.

Η νύχτα απ έξω ήταν αθηναϊκή, υγρή, φθινοπωρινή, με τα φώτα ακαθόριστα απέναντι. Η τσαγιέρα ήταν εκεί απ το χθες, μισογεμάτη, αλλά δεν είχε όρεξη να τη βάλει να βράσει. Απλώς έμεινε ακίνητη.

«Ήταν τόσο όμορφα σήμερα.»

Πότε σήμερα; Τετάρτη ήρθε ο Αλέξης σπίτι κατά τις οκτώ παρά, είπε είχε δουλειά με πελάτες, δείπνησαν σ ένα εστιατόριο, κουράστηκε, ήθελε ύπνο. Η Μαρία ζέστανε φαΐ, που άγγιξε μετά βίας. Μετά είδαν λίγο τηλεόραση, αυτός αποκοιμήθηκε στον καναπέ, κι εκείνη μόνη του τον σκέπασε. Μόνη της. Με τα ίδια της τα χέρια.

Έσφιξε τα δάχτυλά της στην άκρη του τραπεζιού.

Ο Γιώργος κοιμόταν στο δωμάτιό του. Οχτώ χρονών, κοιμόταν βαθιά, καμιά φορά μιλούσε κιόλας στον ύπνο του, για αυτοκινητάκια ή για το σχολείο. Το πρωί έπρεπε να τον πάει στο κολυμβητήριο στις εννιά. Να πάρει ψωμί. Να τηλεφωνήσει στην μητέρα της, τέσσερις μέρες τώρα χωρίς νέα, που σίγουρα είχε παρεξηγηθεί.

Η καθημερινότητα, γνώριμη και τακτοποιημένη, ήταν πάντοτε παρούσα στα μικρά αυτά πράγματα. Μόνο που απ’ ό,τι φαινόταν, κάτω απ αυτήν τη ζωή πάντα κυλούσε και μια άλλη: Παράλληλη, με άλλα μηνύματα, άλλα δείπνα, μια άλλη γυναίκα που υπέγραφε δικιά σου.

Η Μαρία στάθηκε στο παράθυρο. Στο περβάζι μια γλαστρα με ζωντανό γεράνι, που δεν αγαπούσε, μα το πότιζε από πείσμα, περσινό δώρο της γειτόνισσας. Το γεράνι είχε πείσμα, ήταν σκονισμένο μα ζωντανό.

Σκέφτηκε εκείνο το γεράνι ώρα πολύ. Και μετά ξανακάθισε.

Έπρεπε να πάρει μια απόφαση. Ή να μην πάρει καμία, ακόμα. Δεν ήξερε τι ήταν σωστό. Μέσα της όλα ήταν πολύ ήσυχα, ησυχία που μοιάζει να προηγείται αυτού που έρχεται και σαρώνει. Όχι κλάμα, όχι φωνή. Μόνο σιωπή με κοφτερά άκρα.

Κάθισε στην κουζίνα ως τις τέσσερις, χωρίς να κάνει τίποτα. Μόνο έβλεπε τα φώτα στα διαμερίσματα να σβήνουν ένα-ένα. Τελικά έβαλε τσάι. Δεν το ήπιε. Έπλυνε την κούπα της. Γύρισε στο υπνοδωμάτιο. Ξάπλωσε πλάι στον άντρα της χωρίς να τον αγγίζει, κοιτώντας το ταβάνι.

Ο Αλέξης κοιμόταν.

Άκουγε την ανάσα του κι αναλογιζόταν πως μέχρι χθες, ήταν απλώς ήχος της νύχτας όπως το ψυγείο, ή τα αμάξια στον δρόμο. Τώρα, κάθε ανάσα του ακουγόταν αλλιώς. Λες και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, την άκουγε στ αλήθεια. Κι αυτό πόνεσε αβάσταχτα.

Το πρωί ξύπνησε πρώτη. Σήκωσε το Γιώργο, του έφτιαξε κουάκερ, που γκρίνιαζε να μην το φάει, ήθελε ψωμί με γαλοπούλα. Του έφτιαξε. Έδεσε τα κορδόνια του στα αθλητικά, γιατί ακόμα δεν προλάβαινε μόνος του κι ο χρόνος πίεζε. Τον κράτησε απ το χέρι κι έφυγαν.

Έκανε ψύχρα έξω, μύριζε υγρή άσφαλτο και φθινοπωρινό φύλλωμα. Ο Γιώργος παραμιλούσε για το χθεσινό μάθημα, ότι η δασκάλα ήταν άδικη, εκείνος είχε λύσει σωστά, αλλά εκείνη δεν το δέχτηκε. Η Μαρία τον άκουγε, έγνεφε, απαντούσε ό,τι χρειαζόταν. Είχε μάθει πια, χρόνια τώρα, να υπάρχει στον αυτόματο πιλότο.

Στο κολυμβητήριο έφτασαν στην ώρα τους. Τον παρέδωσε στον προπονητή, στάθηκε λεπτό στην πόρτα να βλέπει τον μικρό να τρέχει προς τους φίλους του, να γελάει, να σπρώχνεται, ένα κανονικό αγόρι με μια τσάντα στον ώμο. Βγήκε στο δρόμο.

Εκεί, στο παγκάκι έξω από το κτίριο, άνοιξε το κινητό. Έψαξε στο τηλέφωνο το Κατερίνα Σ.. Κοίταζε το όνομα. Ξαναέβαλε το κινητό στο τσαντάκι.

Όχι τώρα.

Όχι ακόμη.

Τα πρώτα εκείνα βράδια η σκέψη της γύριζε γύρω από το πότε είχε ξεκινήσει όλο αυτό. Ξεφύλλιζε τις μνήμες των τελευταίων μηνών σαν παλιές φωτογραφίες, ψάχνοντας κάτι που δεν είχε προσέξει. Να τη, η φωτογραφία των τριών τους στα γενέθλια της Κατερίνας το Μάιο. Ο Αλέξης γελούσε σε κάποιο αστείο της. Τότε η Μαρία είχε σκεφτεί πόσο ωραία, που ο άντρας της ταιριάζει με τη φίλη της, δεν συμβαίνει συχνά. Ή εκείνο το Σάββατο που η Κατερίνα διάλεγε υφάσματα για κουρτίνες και μιλούσαν με τον Αλέξη στο σαλόνι, ενώ η ίδια κοίμιζε το Γιώργο. Τους ρώτησε τι λέγανε. Για δουλειά είπαν, αφού η Κατερίνα ήταν αρχιτέκτονας. Φυσικά· φυσικά.

Δεν έκλαιγε. Αυτό της φαινόταν παράξενο. Περίμενε τα δάκρυα, μα έρχονταν μόνο ξηρασία στο λαιμό, βάρος κάτω απ τα πλευρά, σαν κάτι βαρύ κι άκαμπτο να είχε στριμωχτεί εκεί. Έτρωγε, κοιμόταν, μαγείρευε, μιλούσε στο τηλέφωνο, τίποτα δεν άλλαζε απ έξω. Ο Αλέξης δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήταν όσο προσεκτικός πάντα, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο. Ρωτούσε πώς πέρασε τη μέρα της. Κάποιες φορές τη φιλούσε φευγαλέα στο μάγουλο φεύγοντας. Εκείνη του έγερνε το μάγουλο, συνήθεια.

Την τέταρτη μέρα χτύπησε το κινητό. Η Κατερίνα.

Το όνομά της φωτίστηκε στην οθόνη και για μια στιγμή κόπηκε η ανάσα της. Μετά το σήκωσε, φωνή ήρεμη, κάθε μέρα.

Έλα, Κατερίνα.

Μάρω μου! Που χάθηκες; Σου έστειλα μήνυμα τη Δευτέρα, δεν απάντησες.

Η φωνή τρυφερή, ζεστή, με μια ελαφρά ενοχή, όπως πάντα ένιωθε η Κατερίνα όταν νόμιζε ότι είχε ενοχλήσει.

Συγγνώμη, μπλέχτηκα. Ο Γιώργος αρρώστησε λίγο, είπε η Μαρία πολύ εύκολα, και η ίδια παραξενεύτηκε πόσο εύκολα ειπώθηκε το ψέμα.

Μα τι έπαθε; Πυρετό;

Όχι, λίγο συνάχι. Είναι καλύτερα ήδη.

Με τρόμαξες… Λοιπόν, Σάββατο είστε ελεύθεροι; Λέω να βγούμε, έχουμε καιρό να τα πούμε.

Η Μαρία κοίταζε τον τοίχο με τη φωτογραφία: Εκείνη κι ο Αλέξης σε κάποια παραλία, χρόνια πίσω, ο Γιώργος δεν είχε γεννηθεί, τα μαλλιά της τα πήγαινε ο αέρας, γέλαγαν και οι δυο. Καλή φωτογραφία.

Μάλλον όχι το Σάββατο είπε. Θα σου πω, αργότερα.

Εντάξει, όποτε μπορείς. Είσαι καλά; Η φωνή σου…

Κουράστηκα λίγο. Όλα εντάξει.

Βέβαια. Μάρω, ό,τι συμβαίνει, ξέρεις ότι είμαι εδώ.

Το ξέρω. Ευχαριστώ, Κατερίνα. Τα λέμε.

Έκλεισε. Σηκώθηκε, στάθηκε μπροστά στη φωτογραφία. Κοίταξε το πρόσωπό της που γελούσε. Την ξεκρέμασε, την έβαλε στο συρτάρι της συρταριέρας και το έκλεισε.

Εκείνο το βράδυ, τελικά, έκλαψε. Ήσυχα, στο μπάνιο, αφήνοντας το νερό να τρέχει για να μην ακούγονται. Έκλαψε ώρα, μέχρι να πρηστούν τα μάτια. Όχι επειδή έχασε τον άντρα της, ούτε επειδή ήταν κάποιος άλλος απ όσο νόμιζε. Έκλαιγε για κάτι άλλο: για τα χρόνια, για την εμπιστοσύνη, για εκείνη τη δική της που πίστευε τόσο αθώα. Για τη χαζομάρα αυτής της πίστης. Για το Γιώργο, που θα μεγάλωνε σε ένα σπίτι όπου ο πατέρας του έλεγε ψέματα, και ίσως να μη το μάθαινε ποτέ, ή να το μάθαινε πολύ αργά.

Έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο, είδε το είδωλό της. Τριάντα οχτώ χρονών· ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Συνηθισμένο πρόσωπο, μάτια πρησμένα. Σκέφτηκε πως αύριο στη δουλειά θα πρέπει να είναι δυνατή.

Σκέφτηκε επίσης, πως δεν μπορούσε να το αφήσει να περάσει έτσι. Δεν θα τους επέτρεπε να φαντάζονται πως η ζωή τους θα συνεχιζόταν όπως πριν, οι δικές τους ζωές μυστικά και η δική της, του Γιώργου, το φόντο μιας κατάστασης όχι.

Γύρισε στο υπνοδωμάτιο. Ο Αλέξης κοιμόταν. Ξάπλωσε δίπλα του.

Έπρεπε να σκεφτεί.

Τις επόμενες δύο βδομάδες η Μαρία ζούσε σε δύο στρώσεις. Εξωτερικά όλα συνέχιζαν: μαγείρευε, πήγαινε στη δουλειά, πήγαινε το Γιώργο στις δραστηριότητες, μιλούσε με τον άντρα της, γελούσε καμιά φορά με τα αστεία του, γιατί ήταν όντως αστεία. Κάποιες στιγμές ξεχνούσε για λίγο και ζούσε στ αλήθεια, κι ακριβώς τότε ήταν το χειρότερο: επειδή αυτό σήμαινε ότι μπορούσε ακόμα να ζει πλάι του σα να μην άλλαξε τίποτα.

Μέσα της όμως δούλευε μια διαδικασία. Δεν πήγε σε探ιτευτικούς. Απλώς παρατηρούσε. Πρόσεχε πώς ο Αλέξης έπαιρνε το κινητό και πήγαινε σε άλλο δωμάτιο. Πώς χαμογελούσε μόνος κοιτώντας την οθόνη. Πώς πάλι Τετάρτη άργησε, και πάλι δείπνο με πελάτες.

Μια νύχτα, καθώς έκανε μπάνιο, η Μαρία πήρε το κινητό του. Ήξερε το pin, δεν το άλλαζε ποτέ. Τέσσερα νούμερα η χρονιά που γεννήθηκε ο Γιώργος. Άνοιξε τα μηνύματα. Βρήκε τη συζήτηση με την Κατερίνα.

Διάβασε γρήγορα, όχι όλα, μόνο ως το σημείο να καταλάβει πόσο είχε τραβήξει. Χρειάστηκαν πέντε λεπτά. Ξεκίνησε τον Ιούλιο. Τρεις μήνες. Όσο έβαφαν το παιδικό, όσο ο Γιώργος πήγαινε Β Δημοτικού, όσο πήγε η Μαρία στη μάνα της χωρίς τον Αλέξη, γιατί «είχε δουλειές» και φυσικά το κατάλαβε.

Έβαλε το κινητό στη θέση του, μπήκε στην κουζίνα, άναψε το μάτι, άρχισε να ψιλοκόβει το κρεμμύδι για τη σούπα, ήρεμα, τέλεια κύβοι.

Ο Αλέξης βγήκε από το μπάνιο, με πετσέτα, κύτταξε μέσα.

Α, σούπα; Ωραία, πεινάω.

Σε μισή ώρα θα είναι έτοιμη, είπε.

Η φωνή της ίσια, ομοιόμορφη, το μαχαίρι ίσια, όλα τακτοποιημένα.

Εκείνο το βράδυ αποφάσισε να γίνει ένα δείπνο.

Όχι αύριο, όχι κατευθείαν. Χρειαζόταν προετοιμασία. Όχι για εκδίκηση. Ήθελε να τους δει μαζί, στο σπίτι της, στο τραπέζι της, να πει αυτά που ήθελε. Ήρεμα. Χωρίς φωνές. Γιατί ήξερε πως αν φωνάξει, μόνο κακό θα κάνει στον εαυτό της, και αυτοί θα φύγουν ατσαλάκωτοι, χαρακτηρίζοντάς τη νευρική.

Παίρνει τηλέφωνο την Κατερίνα Παρασκευή.

Κατερίνα, για το Σάββατο έλεγα… Θέλεις να έρθεις από το σπίτι; Να κάνουμε ένα κανονικό δείπνο. Θα είναι κι ο Αλέξης.

Μια μικρή παύση, ελάχιστη.

Βεβαίως… Τι να φέρω;

Τίποτα.

Κλείνει. Μπαίνει στο σαλόνι, στον Αλέξη.

Κάλεσα την Κατερίνα το Σάββατο. Θα φάμε μαζί, καιρό έχουμε να βρεθούμε.

Το βλέμμα του, κάτι πέρασε στιγμιαία.

Εντάξει, είπε. Καλή ιδέα.

Ναι, είπε κι εκείνη, επέστρεψε στην κουζίνα.

Ήξερε πως μετά θα συνεννοούνταν αμέσως μεταξύ τους. Θα έκαναν πως είναι παλιοί φίλοι. Δεν την πείραζε. Δε θα κανε σκηνές. Ο Γιώργος το Σάββατο θα πήγαινε στη γιαγιά, το είχε ρυθμίσει. Το δείπνο θα ήταν ήσυχο.

Όλη τη βδομάδα σκεφτόταν τι να φτιάξει. Ήταν σημαντικό. Όχι για εντύπωση το φαγητό την ηρεμούσε, την κρατούσε όρθια. Αποφάσισε: κοτόπουλο στο φούρνο με πατάτες και δεντρολίβανο, σαλάτα με ρόκα και αχλάδι, που η Κατερίνα λάτρευε, και μηλόπιτα που πάντα της πετύχαινε. Ήθελε το τραπέζι να είναι όμορφο.

Το Σάββατο άφησε το Γιώργο με τη μητέρα της νωρίς το μεσημέρι. Η μαμά, όπως κάθε φορά, ανησύχησε. Η Μαρία είπε πως απλά ήταν άυπνη. Φίλησε το παιδί που ήδη είχε χαθεί στα παιχνίδια και γύρισε σπίτι.

Το σπίτι, ήσυχο. Ο Αλέξης είχε φύγει νωρίς με τη δικαιολογία του σούπερ μάρκετ. Γύρισε στις τρεις, με ψώνια. Έφερε και καλό κρασί. Παρατήρησε τη μάρκα η Μαρία.

Για το τραπέζι, της είπε. Δεν σε πειράζει;

Όχι, καλή ιδέα.

Ήταν κάπως νευρικός, φαινόταν. Έκανε πολλές φορές έλεγχο στο κινητό. Ύστερα κάθισε με μια εφημερίδα που ποτέ του δεν διάβαζε.

Εκείνη καθάρισε το κοτόπουλο, έτριψε τα μυρωδικά, έκοψε τις πατάτες, ετοίμασε τη σαλάτα. Η μυρωδιά του δεντρολίβανου και σκόρδου άπλωσε στο διαμέρισμα. Άνοιξε το παράθυρο: ψυχρός αέρας με μυρωδιά φθινοπώρου μπήκε μέσα.

Στις έξι στρώνει τραπέζι. Τρία πιάτα, τρία ποτήρια. Όχι κεριά, στεκόταν ειρωνικό. Μονάχα καθαρές πετσέτες, λίγα λουλούδια, που είχε αγοράσει χτες.

Επτά ακριβώς, χτύπησε το κουδούνι.

Η Κατερίνα έφτασε με καινούργιο σκουρόχρωμο παλτό, χτένισε τα μαλλιά, φόρεσε άρωμα γνώριμο στη Μαρία εδώ και χρόνια. Κρατούσε κουτί με γλυκά, παρά τα λόγια της.

Πάντα ωραίο το σπίτι σου, είπε, μυρίζοντας το φαγητό.

Πέρασε, χαίρομαι που ήρθες, κι ήταν αλήθεια, με έναν πικρό, παραμορφωμένο τρόπο.

Ο Αλέξης βγήκε, χαιρέτησαν και οι δυο τη φίλη τυπικά.

Κάθισαν στο τραπέζι.

Τα πρώτα μισάωρο, συζήτηση αδιάφορη. Η Κατερίνα μιλούσε για δουλειές, κάποιο γραφείο στο Μαρούσι με πολύ απαιτητικούς πελάτες. Ο Αλέξης αστειεύτηκε για δικούς του πελάτες επίσης. Η Μαρία άκουγε, έτρωγε, γέμιζε το κρασί.

Έξω σκοτείνιασε, άναψε το φως της τραπεζαρίας, το δωμάτιο ήσυχο, κατανυκτικά.

Όταν είδε πως ήρθε η ώρα τους, ήπιαν το δεύτερο ποτήρι και η Κατερίνα έτεινε για τη σαλάτα, τότε η Μαρία μίλησε ήρεμα, δίχως εισαγωγές:

Θέλω να πω κάτι. Ακούστε με και οι δυο.

Σταμάτησαν. Η Κατερίνα με το πιρούνι, ο Αλέξης με το ποτήρι στα μισά στον αέρα.

Ξέρω για εσάς. Από τον Ιούλιο. Διάβασα τα μηνύματα, Αλέξη. Ξέρω όσα χρειάζεται.

Η σιγή έκανε τα ρολόγια της κουζίνας να χτυπούν σχεδόν ηχηρά.

Πρώτος μίλησε ο Αλέξης, η φωνή του ένα νούφαρο στο μέσο μιας λίμνης:

Μαρία…

Περίμενε, αποκρίθηκε. Δεν ήρθα να φωνάξω. Απλώς επειδή είστε και οι δυο εδώ, ήθελα αυτό το πράγμα να ειπωθεί. Να ξέρετε ότι ξέρω. Αυτό είναι η διαφορά.

Κοίταξε την Κατερίνα. Η Κατερίνα κοιτούσε το τραπεζομάντηλο, μάγουλα κατακόκκινα, τα δάχτυλα σφιγμένα.

Κατερίνα, ήρθες σπίτι μου εκατοντάδες φορές. Ήξερες τα πάντα. Όταν υπέφερα, ξενυχτούσες μαζί μου. Ήσουν στην γέννα του Γιώργου, τρεις ώρες περίμενες στον Ευαγγελισμό. Δεν στα λέω για να σε κάνω να νιώθεις τύψεις. Απλώς για να ξέρεις πως κι εγώ θυμάμαι. Δεν τα ξέχασα.

Η Κατερίνα σήκωσε το βλέμμα, μάτια υγρά, αδύναμη.

Μαρία, συγγνώμη…

Τώρα όχι, είπε σιγανά η Μαρία.

Γύρισε στον άντρα της.

Αλέξη. Ζήσαμε δώδεκα χρόνια. Δεν θα κάτσω τώρα να αναλύω τι έφταιξε και πότε θεώρησες ότι επιτρέπεται. Αυτά άλλη στιγμή, όχι σήμερα. Ήθελα μόνο μια φορά να καθίσουμε μαζί και να το πω μπροστά σας. Να μην νομίζετε πως με κοροϊδεύετε. Αυτή είναι η διαφορά.

Ο Αλέξης άφησε αργά το ποτήρι του.

Μαρία, είναι πιο περίπλοκο…

Το ξέρω, θα πούμε όσα χρειάζεται. Όχι σήμερα.

Σηκώθηκε. Ήπιε το κρασί της. Άφησε το ποτήρι.

Σήμερα θα τελειώσετε το κοτόπουλο. Βγήκε καλό. Μετά μπορείτε να φύγετε. Ο Γιώργος είναι στη μαμά μου, θα του πω να μείνει εκεί το βράδυ. Έχω πράγματα.

Δεν μίλησε κανείς.

Ο Αλέξης την κοιτούσε με έκφραση, που αργότερα κατάλαβε: όχι ενοχή, μα σύγχυση περίμενε μάλλον φωνές, και δεν ήξερε τι να κάνει μπροστά στη σιωπή αυτή.

Η Κατερίνα είπε σπασμένη φωνή:

Μαρία, συγγνώμη…

Η Μαρία την κοίταξε. Το πρόσωπο τούτο γνώριμο δεκαπέντε χρόνια, η μάσκαρα που έλιωνε, το άρωμα που μια φορά της είχε προτείνει η ίδια.

Δεν ξέρω, Κατερίνα, είπε τελικά. Ίσως κάποτε. Όχι τώρα.

Βγήκε από το δωμάτιο, πήγε στο υπνοδωμάτιο, έκλεισε την πόρτα, κάθισε στο κρεβάτι. Άκουγε στην κουζίνα τις στράτες, χαμηλούς ψίθυρους τους, την πόρτα του διαμερίσματος που έκλεισε δύο φορές.

Στον αέρα κυριαρχούσε άρωμα κοτόπουλου με δεντρολίβανο, ένα ίχνος από το άρωμα της Κατερίνας. Στο τραπέζι τρία πιάτα, ένα σχεδόν άθικτο.

Πέρασε καιρός. Μπήκε, μάζεψε. Τύλιξε το κοτόπουλο. Έπλυνε πιάτα, σκούπισε τραπέζι.

Κάθισε στη μέση της κουζίνας.

Αυτό ήταν. Τόσο λίγο, ούτε στάλα παραπάνω. Αυτό έμεινε από δώδεκα χρόνια και τη φίλη, όλα όσα υπήρξαν: καθαρό τραπέζι και μυρωδιά σαπουνιού.

Πήρε τη μάνα της τηλέφωνο.

Μαμά, μπορεί να μείνει ο Γιώργος ως την Κυριακή;

Φυσικά, κοιμήθηκε ήδη. Τι έγινε, Μάρω; Τι συμβαίνει;

Θα σου πω αργότερα. Όχι τώρα.

Έλα αν θες. Εγώ ξαγρυπνάω.

Όχι, μαμά. Θα κάτσω λίγο μόνη. Έχω ανάγκη.

Η μητέρα της δεν επέμεινε. Ποτέ δεν επέμενε όταν δεν έπρεπε.

Τουλάχιστον να φας κάτι…

Έφαγα. Σήμερα ήμουν καλή στη μαγειρική. Το κοτόπουλο βγήκε καλό.

Ε, μπράβο, είπε η μαμά της. Και αυτό το μπράβο πόνεσε περισσότερο από όλο το βράδυ.

Η Μαρία έκλεισε το τηλέφωνο και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα. Όχι στο μπάνιο ήσυχα δυνατά, βουβά, πάνω στην καρέκλα. Έκλαψε ώρα. Ύστερα σταμάτησε, σκούπισε το πρόσωπο, πλύθηκε στη βρύση.

Έξω η πόλη, τα φώτα, ο Νοέμβρης, ένα συνηθισμένο Σαββατόβραδο. Κάπου, ο Αλέξης και η Κατερίνα, είτε στον δρόμο, είτε στο αυτοκίνητο, θα μιλούσαν. Δεν ήξερε και, σαν από θαύμα, πια δεν ήθελε να μάθει.

Δεν σκεφτόταν τι θα γίνει μετά. Όχι απόψε. Αρκούσε που άντεξε αυτό το βράδυ, χωρίς να λυγίσει, χωρίς φωνές, χωρίς λέξεις παραπάνω. Είπε ακριβώς ό,τι ήθελε.

Ο Αλέξης γύρισε στη μία.

Δεν κοιμόταν. Τον άκουγε να μπαίνει, να βγάζει τα παπούτσια του, να πηγαίνει στην κουζίνα για νερό. Στάθηκε στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Το άκουσε αυτό το στέκισμα.

Άνοιξε σιγανά την πόρτα.

Δεν κοιμάσαι, είπε. Όχι ερώτηση, διαπίστωση.

Όχι.

Ήρθε, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Μαρία, δεν ξέρω από πού να αρχίσω.

Μην αρχίζεις απόψε, του είπε. Κοιμήσου. Αύριο θα τα πούμε.

Δεν θες…

Αλέξη. Είναι νύχτα. Είμαι κουρασμένη. Αύριο.

Ξάπλωσε κι εκείνος. Έμειναν ακίνητοι. Δεν αγγίχτηκαν. Σαν δυο ξένοι σε ίδιο κρεβάτι, για λόγους τυχαίους ή από συνήθεια.

Το πρωί, η Μαρία ξύπνησε νωρίς. Ετοίμασε μια μικρή τσάντα, όχι για να φύγει για πάντα, αλλά για λίγες μέρες: ταυτότητα, κάποια χρήματα, κάρτα, λίγα ρούχα, μια παλιά φωτογραφία του γιου της.

Άφησε τη βαλίτσα δίπλα στην πόρτα.

Έφτιαξε καφέ, περίμενε να ξυπνήσει ο Αλέξης.

Εκείνος αντίκρισε τη βαλίτσα.

Φεύγεις;

Πάω προς τη μαμά. Με το Γιώργο. Πρέπει να μιλήσουμε, αλλά πρώτα θέλω να μείνω μόνη. Λίγες μέρες.

Εκείνος έμεινε σιωπηλός.

Μαρία, θέλω να εξηγήσω…

Σ ακούω.

Δεν ξέρω πώς έγινε. Δεν το είχα σχεδιάσει…

Κανείς δεν τα σχεδιάζει αυτά, Αλέξη. Έτσι πάνε.

Θέλεις διαζύγιο;

Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους βαριά, αναπόδραστη.

Δεν ξέρω ακόμα. Θέλω χρόνο να καταλάβω τι θέλω. Αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ να μείνω εδώ και να προσποιούμαι. Το καταλαβαίνεις;

Έγνεψε ναι, ένα βαρύ, χωρίς ίχνος ελπίδας ναι.

Ο Γιώργος…

Ο Γιώργος θα είναι εντάξει. Αυτό είναι δικό μας. Εγώ θα το προσέξω.

Ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ, έβαλε την κούπα στον νεροχύτη, πήρε τη βαλίτσα.

Θα σε πάρω εγώ.

Και έφυγε.

Η σκάλα είχε δροσιά και μύριζε παλιό ξύλο και ανακατεμένες μυρωδιές πρωινού. Μέτραγε τα σκαλοπάτια, δώδεκα γύρες μέχρι το ισόγειο, ήξερε το μέτρημα απέξω αλλά τώρα το μετρούσε ένα ένα, σαν για πρώτη φορά.

Βγήκε στο δρόμο.

Ο αέρας ήταν ψυχρός και υγρός, τα φύλλα βρεγμένα, ο Δήμος μάζευε μετανάστες στις άκρες του δρόμου. Ο ουρανός γκρίζος, ταιριαστός του Νοέμβρη, απελπιστικά χωρίς ήλιο. Μα η Μαρία στεκόταν στα σκαλιά της πολυκατοικίας και ανέπνεε αυτόν τον αέρα και άρχισε να της γίνεται λίγο πιο ελαφρύς. Απλώς γι’ αυτό: ότι στεκόταν εκεί, ελεύθερη και δεν κρυβόταν.

Σκέφτηκε τον Γιώργο. Πώς θα ξυπνούσε στη γιαγιά, θα ζήταγε τηγανίτες, θα τις έπαιρνε και θα ήταν ευτυχισμένος. Δεν ήξερε τι γινόταν κι ίσως έπρεπε να μείνει έτσι. Είναι οχτώ χρονών. Να έχει γλυκές Κυριακές, προπονήσεις, δασκάλα που του φαίνεται άδικη· όλα τα υπόλοιπα θα τα βρει η Μαρία.

Δεν ήξερε τι θα ερχόταν. Αν θα έπαιρνε διαζύγιο, αν θα συγχωρούσε ποτέ την Κατερίνα. Αυτό ήταν ακόμη το πιο βαρύ: με τον άντρα της, συμβαίνουν αυτά, μένει ο πόνος, αλλά κατανοείς. Με τη φίλη όμως, εκείνη που της έλεγε τα πάντα, ήταν άλλο. Αυτό ήθελε χρόνο.

Μα τώρα στεκόταν έξω, με μια βαλίτσα στο χέρι κι ένα θολό πρωινό κι όπου να ναι, δυο στενά παρακάτω, την περίμενε το παιδί της με τηγανίτες.

Έκανε το βήμα.

Η μητέρα της την υποδέχτηκε χωρίς περιττές ερωτήσεις. Της άνοιξε την πόρτα, κοίταξε τη βαλίτσα, το πρόσωπό της, κατάλαβε τα πάντα και της είπε μόνο:

Πήγαινε να πλυθείς, θα βάλω τσάι.

Ο Γιώργος ξεπρόβαλε απ το δωμάτιο με τις κάλτσες, τα μαλλιά όρθια.

Μαμά! Εσύ γιατί ήρθες; Χθες είπες δε θα ερχόσουν!

Μου έλειψες, τον αγκάλιασε σφιχτά και κόλλησε μύτη στα μαλλιά του που μοσχομύριζαν παιδικό σαμπουάν και ύπνο.

Με γαργαλάς, έκανε κι εξαφανίστηκε στο δωμάτιο, εκεί έπαιζε κινούμενα σχέδια.

Τον κοίταξε ώσπου χάθηκε.

Μετά στην κουζίνα, όπου η μαμά της ετοίμαζε τα φλυτζάνια. Μικρή κουζίνα, παλιές κουρτίνες, ψυγείο με μαγνητάκια, ένα αποκρουστικό παιχνίδι του Γιώργου φτιαγμένο στον παιδικό, στραβό κι αγαπημένο. Όλα τόσο οικεία που για λίγο ήθελε πάλι να κλάψει.

Δεν το έκανε.

Η μαμά της της έβαλε τσάι, κάθισε απέναντι.

Θα μου πεις;

Θα σου πω. Όχι τώρα. Άσε με λίγο να το καταλάβω.

Είναι ο Αλέξης;

Ναι.

Η μαμά της έγνεψε. Δεν είπε κουβέντα. Έσπρωξε το φλυτζάνι μπροστά της.

Να μείνω λίγο;

Όσο θες. Το δωμάτιό σου σε περιμένει.

Αυτό ήταν όλο ό,τι χρειαζόταν.

Και ξεκίνησε μία ζωή που δε γνώριζε να ονοματίζεται. Όχι προσωρινή. Όχι νέα. Απλώς ζωή, δίχως τίτλους, με μέρες και βράδια.

Συναντήθηκαν με τον Αλέξη πολλές φορές για να μιλήσουν. Χωρίς φωνές, το κράτησε και το πέτυχε, αν και ήταν δύσκολο. Εκείνος έλεγε διάφορα: πως δεν καταλάβαινε, πως λυπάται, πως σκεφτόταν τον Γιώργο, πως ήταν χαμένος.

Η Μαρία άκουγε. Απαντούσε. Δεν συγχωρούσε, ούτε καταριόταν.

Το ζήτημα του διαζυγίου προχώρησε αργά, με συμβολαιογράφο, χαρτιά, κουβέντες για το καινούργιο σπίτι της Μαρία με το παιδί, για το πού θα ζει ο Γιώργος. Ήταν κουραστικό, όπως κάθε διαίρεση μιας ζωής κοινής, αλλά πέρασε.

Η Κατερίνα δε μίλησε εβδομάδες. Μετά έστειλε γραπτό: «Είμαι εδώ, αν θέλεις». Η Μαρία το διάβασε. Δε ρώτησε τίποτα. Δε σκέφτηκε εκδίκηση απλώς δεν ήξερε πώς να απαντήσει. Ήθελε χρόνο.

Τέλη Νοέμβρη, πήγαινε να πάρει τον Γιώργο από το κολυμβητήριο. Έπεφτε ο πρώτος χιονιάς, ψιλός, που λιώνει πριν φτάσει στην άσφαλτο. Ο Γιώργος έτρεξε έξω, σήκωσε το πρόσωπο, έπιασε νιφάδα με το στόμα του.

Χιόνι! Μαμά, κοίτα!

Σήκωσε τα μάτια. Οι νιφάδες πέφταν μονάχες, και μια της ακούμπησε το μάγουλο, λιώνοντας αμέσως.

Το βλέπω, του είπε.

Θα φτιάξουμε χιονάνθρωπο;

Μόλις στρώσει κανονικά. Τώρα είναι λίγο.

Μαμά

Έλα, θα κρυώσεις.

Τον πήρε απ το χέρι. Το γάντι του ζεστό, με αυτοκινητάκι σχεδιασμένο, δρόμοι γεμάτοι ζωή. Περπατούσαν κάτω απ το φως και το χιόνι, ο Γιώργος μιλούσε για χιονάνθρωπους και συμμαθητές. Δεν κράτησε τίποτα άλλο η Μαρία, μόνο αυτό το πιάσιμο στο χέρι.

Πονούσε ακόμη. Δεν περνά σε ένα μήνα ό,τι χτίστηκε δώδεκα χρόνια. Μα μαζί με τον πόνο ήρθε και κάτι άλλο: αέρας. Μια αίσθηση αυτοδιάθεσης.

Δεν ήξερε αν έκανε το σωστό. Μάλλον ναι, αλλά δεν ήξερε αν θα νιώσει πιο ελαφριά κάποτε. Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο αυτό το έμαθε στα τριάντα οχτώ της, κάτω από το πρώτο χιόνι.

Την άλλη βδομάδα βρήκε αγγελία μικρού σπιτιού. Δυάρι, τέταρτος, θέα σε δέντρα. Οι ιδιοκτήτες, ηλικιωμένο ζευγάρι, ήρεμοι. Το κοίταξε, βρήκε τησυγκεκμένη σιωπή.

Θα το πάρεις;

Το παίρνω, απαντά.

Η μετακόμιση κράτησε μία μέρα. Οι γείτονες της μαμάς βοήθησαν. Ο Αλέξης έφερε τα πράγματα του Γιώργου, τα άφησε ήσυχα, στάθηκε νυσταγμένος στην πόρτα.

Καλό σπίτι.

Ναι.

Καθώς έφευγε, γύρισε.

Μαρία… Κρίμα…

Τον κοίταξε. Ήξερε αυτό τον άνθρωπο χρόνια. Είχε γεράσει κάπως. Κανονικός.

Ξέρω, είπε. Πήγαινε, Αλέξη.

Έκλεισε. Στάθηκε πίσω από την πόρτα. Εγκαταστάθηκε με τα πράγματά της.

Ο Γιώργος ήρθε τρέχοντας, πήγε αμέσως να δει το δωμάτιό του, κοιτώντας τα δέντρα στο παράθυρο ήθελε, λέει, να κάθεται στο περβάζι να βλέπει κάτω και τα γατιά που τριγυρνούν. Η Μαρία είπε πως το περβάζι είναι στενό. Εκείνος πως είναι μικρός, χώρεσε. Χαμογέλασε η Μαρία.

Ένα αυθόρμητο, αληθινό γέλιο μετά από καιρό. Ο Γιώργος την κοίταξε περίεργα.

Τι έπαθες;

Τίποτα. Πάμε να φάμε, έχω αγοράσει μπουρεκάκια.

Μπουρεκάκια! ήδη έτρεχε στην κουζίνα.

Άναψε το φως της κουζίνας, έβαλε νερό να βράσει, έβγαλε το αλάτι. Η νέα κουζίνα μύριζε ξένο σπίτι, λίγο υγρασία, αλλά αυτό θα περάσει· όλες οι μυρωδιές περνούν όταν αρχίζει η ζωή μιας οικογένειας.

Όταν βράσανε τα μπουρεκάκια, ο Γιώργος ζωγράφιζε με τα μολύβια του, χρειαζόταν εργασία για το σχολείο.

Μαμά, τον χιονάνθρωπο τελικά θα τον κάνουμε;

Θα τον κάνουμε. Μόλις πέσει αρκετό χιόνι, σου το υπόσχομαι.

Το υπόσχεσαι;

Στο υπόσχομαι.

Έγνεψε, ασχολήθηκε ξανά με τη ζωγραφιά του.

Έξω πια χιόνιζε κανονικά. Το Αιγάλεω, το παλιό δέντρο στο φως, το χιόνι στο περβάζι του μπαλκονιού, η πόλη βουβή κι ασπρόμαυρη.

Η Μαρία στεκόταν πάνω από το μάτι της κουζίνας και ανακάτευε τα μπουρεκάκια. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Άκουγε το τραγούδι του Γιώργου, έβλεπε το χιόνι να σκεπάζει τον ακάλυπτο, κι άφησε λίγο το μυαλό της ελεύθερο.

Δεν ήξερε τι θα 'ρθει. Ήξερε μονάχα πως αύριο θα ξυπνήσει, θα ετοιμάσει το παιδί για το σχολείο, θα περάσει απ’ το φούρνο να πάρει ψωμί, θα τηλεφωνήσει στη μάνα της τρεις μέρες πέρασαν πάλι. Το βράδυ ίσως αδειάσει άλλες κούτες της μετακόμισης. Ή ίσως όχι· δεν χάθηκε ο κόσμος.

Θα πονέσει πάλι. Πολλές φορές, απροειδοποίητα. Η μνήμη, το άρωμα, μία φωνή, μια φράση από τα παλιά, όσα δεν σβήνουν. Δεν θα φύγει γρήγορα, το ήξερε.

Αλλά τα μπουρεκάκια ήταν έτοιμα. Ο Γιώργος είχε αφήσει πια μολύβια και είχε γυρίσει να την κοιτάει.

Έλα, τα φέρνω, του είπε.

Oceń artykuł
Τυχαία Ειδοποίηση