Τρία καινούρια κλειδιά
Μα τι χλωμή είσαι πάλι; Μήπως κάνεις αυτές τις δίαιτές σου; ακούω τη φωνή της πεθεράς μου να αντηχεί ήδη από την είσοδο, χωρίς καν να χαιρετήσει.
Στέκομαι στην κουζίνα, με τη ρόμπα μου που έχει αρχίσει να ξεβάφει, ανακατεύω τη βρώμη μέσα στην κατσαρόλα και σκέφτομαι πως, επιτέλους, αυτό το Σάββατο είναι ολόδικό μου. Από τις οχτώ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Ο Παναγιώτης έφυγε για ψάρεμα με τον Στέλιο, τον γείτονα. Μου είπε θα επιστρέψει για το βραδινό. Ήδη έχω προγραμματίσει τη μέρα στο μυαλό μου: ήσυχο πρωινό, βόλτα στη Δάφνη, διάβασμα στον καναπέ, χωρίς βιασύνες. Ηρεμία κάτι τόσο σπάνιο στην καθημερινότητά μου.
Κι όμως.
Γυρίζω να κοιτάξω. Η Ελένη Μανωλάκη, η μητέρα του Παναγιώτη, έχει ήδη μπει φουριόζα, με το παλτό ριγμένο απρόσεκτα πάνω σε μια καρέκλα και πέφτει κάτω, μα δεν της καίγεται καρφί.
Καλημέρα σας, κυρία Ελένη, απαντάω συγκρατημένα, όπως εδώ και χρόνια έμαθα.
Καλημέρα, καλημέρα, μου λέει ξερά. Ο Παναγιώτης πού είναι;
Πήγε για ψάρεμα.
Στέκεται στη μέση της κουζίνας και με κοιτάζει λες και της είπα κάτι αδιανόητο.
Για ψάρεμα; Δεν μου είπε τίποτα.
Μπορεί να το ξέχασε, είπα ήρεμα και ξαναγύρισα στη βρώμη μου.
Έξω ο αθηναϊκός ουρανός γκρίζος Οκτώβρης πια αλλά ήσυχος, χωρίς αέρα. Είχα πει να βγω να περπατήσω στη Δάφνη, ο αέρας θα μυρίζει βρεγμένα φύλλα και λεμονιές. Τώρα όμως η ημέρα δεν μου ανήκει πια.
Η κυρία Ελένη μαζεύει το παλτό, το βάζει στον καλόγερο, γυρνάει, κάθεται και ξεθάβει από μια νάιλον τσάντα ένα μεγάλο ταψί.
Έφερα τυρόπιτες. Με σπανάκι, ξέρεις ο Παναγιώτης τρελαίνεται.
Ευχαριστώ.
Τουλάχιστον δοκίμασε, μη γεμίζεις το στόμα σου με παράπονα.
Δε δείχνω το παραμικρό παράπονο. Έχω μάθει να δείχνω ψυχραιμία. Επτά χρόνια παντρειάς.
Καθίστε να φάμε μαζί, λέω σχεδόν μηχανικά.
Έφαγα. Ένα τσάι μόνο θα πιω.
Βάζω το μπρίκι στη φωτιά, κάθομαι απέναντί της κι αρχίζω τη βρώμη. Η κυρία Ελένη με κοιτά.
Αυτό είναι όλο σου το πρωινό; Βρώμη στο νερό;
Με γάλα.
Πάλι καλά… Ο Παναγιώτης τουλάχιστον έφαγε αυγά;
Δεν ξέρω, κυρία Ελένη. Έφυγε στις έξι, κοιμόμουν.
Κουνάει το κεφάλι. Το ξέρω αυτό το νεύμα. Σημαίνει: τέτοια γυναίκα, κοιμάσαι, ο άντρας σου φεύγει νηστικός.
Έξω στον μπαλκόνι περπατάει ένα περιστέρι, τσιμπολογάει κάτι αόρατο.
Τι κάθεσαι με αυτές τις κουρτίνες, Μαρία; Έχουν ξεθωριάσει, λέει ξαφνικά η κυρία Ελένη.
Μαρέσουν.
Α, μάλιστα. Ε, μου χει πει κι ο Παναγιώτης πως θέλει να τις αλλάξετε.
Δεν έχει πει ποτέ απολύτως τίποτα τέτοιο. Ή τουλάχιστον σεμένα. Μάλλον μόνο σαυτή, στην ίδια κουβέντα που δεν άκουσα κι ούτε θα ακούσω ποτέ, γιατί μιλάνε για μένα, χωρίς να είμαι παρούσα.
Το μπρίκι βράζει. Της σερβίρω τσάι και σακχαροδοχείο. Κάθεται, ανακατεύει σιγά σιγά.
Για να δω τι έχετε στο ψυγείο, λέει.
Γιατί;
Έχει σηκωθεί από το κάθισμά της, κατευθύνεται αποφασιστικά στο ψυγείο.
Να δω τι θα μαγειρέψω για να φάει ο Παναγιώτης όταν γυρίσει. Πεινάει πάντα μετά το ψάρεμα.
Κυρία Ελένη…
Ναι;
Σταματάει, με κοιτά.
Θα ετοιμάσω εγώ το βραδινό.
Με κοιτάει με απορία, σαν να είπα μεγάλη κουβέντα.
Θέλω να βοηθήσω.
Το ξέρω. Αλλά μπορώ να τα καταφέρω.
Πάντα έτσι λες… Τον Παναγιώτη τον βλέπω, έχει αδυνατίσει.
Ο Παναγιώτης αποφασίζει τι τρώει.
Είναι άντρας, δεν μαγειρεύει μόνος του.
Και δεν είναι μόνος του.
Σταματάει. Στεκόμαστε στο ταλαιπωρημένο λινόλεουμ της μικρής μας κουζίνας, δύο βήματα μακριά. Ακριβώς το λινόλεουμ που διαλέξαμε μαζί, τότε που μπήκα σαυτή την πολυκατοικία της Αγίας Παρασκευής και είπαμε να κάνουμε ένα φρεσκαρισματάκι. Εγώ διάλεγα, αυτός συμφωνούσε. Τώρα η κυρία Ελένη μου λέει να το αλλάξω γιατί άρχισαν να γυρνάνε οι άκρες του. Συμβολικά όλα.
Καλά, όπως θέλεις, λέει τελικά.
Έρχεται στο τραπέζι, φτιάχνεται σαν να πρόκειται να μείνει ώρες.
Θα κάτσω να περιμένω τον Παναγιώτη.
Σηκώνω καινούρια εσωτερική άμυνα. Η άνοιξη που κρατάει τόσα χρόνια.
Καθώς πλέκει πάντα κουβαλάει μαζί της το κασκόλ ή τη ζακέτα που ποτέ δεν τελειώνει εγώ αφήνω τον καφέ, πάω στο σαλόνι και βυθίζομαι στον καναπέ μου.
Το σαλόνι μικρό, ζεστό στον τοίχο ένα μικρό τοπίο με ένα γιασεμί και ένα λαγκάδι. Το αγόρασα στο παζάρι στο Μοναστηράκι. Μου δίνει ηρεμία.
Ακούγεται ο ήχος από τις βελόνες της. Τραβώ το κινητό. Γράφω στην Τατιάνα, την παιδική μου φίλη: «Ήρθε πάλι χωρίς να ειδοποιήσει.» Εκείνη απαντά αμέσως: «Τα κλειδιά, ε; Της είχες μιλήσει;» Γράφω: «Της το είπα πολλές φορές.» Τατιάνα: «Κάποτε πρέπει να πάψεις να υπαινίσσεσαι. Μίλα του ξεκάθαρα.»
Έχω μιλήσει. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Το πρώτο «μίλησα» ήταν αφού συνειδητοποίησα ότι ο Παναγιώτης της έδωσε τα κλειδιά και μπαινοβγαίνει όποτε θέλει στο σπίτι μας. Του είπα: «Δεν θέλω να μπαίνει χωρίς να ειδοποιεί.» Μου απάντησε: «Ε είναι η μάνα μου, έτσι έχει μάθει. Μην το παίρνεις βαριά.» Του είπα: «Είναι το σπίτι μας, πρέπει να ειδοποιεί.» «Υπερβάλλεις», μου λέει.
Δεύτερη φορά όταν μπήκε σαν να ταν δικό της, άλλαξε τις θέσεις στα μπαχαρικά είπε είναι πιο βολικό έτσι. Εγώ σαστισμένη στη μέση της κουζίνας. Είδα τότε τι με πείραξε: δεν ήταν τα μπαχαρικά, ήταν το πάτημά της στα εδάφη μου.
Τρίτο όταν ήρθα και βρήκα όλο το σπίτι γυαλισμένο λείπαμε χωρίς να ξέρω ότι θα μπει. Σουρεαλιστικό να νευριάζεις επειδή σου καθάρισαν. Κι όμως, γιατί πέρασε και από την κρεβατοκάμαρα, από τα πράγματά μου, το βιβλίο στο κομοδίνο, οι παντόφλες στη θέση τους. Μίλησα πάλι: «Δεν θέλω να έχει κλειδιά.» «Μα είναι το σπίτι μου», είπε ο Παναγιώτης. «Ζούμε μαζί όμως», είπα. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις», ξαναείπε. Επτά χρόνια μετά, το ίδιο.
Συμβιβάζομαι, αλλά κουράστηκα.
Αργότερα, μπαίνω στην κουζίνα. Η κυρία Ελένη έχει πιάσει να κόβει κρεμμύδι, ετοιμάζει να βάλει στην κατσαρόλα νερό για γεμιστά.
Τι κάνετε; ρωτάω.
Θα βάλω να ετοιμάσω σπανακόρυζο, ξέρεις πόσο το θέλει ο Παναγιώτης.
Σας παρακαλώ, μην ασχολείστε σήμερα.
Με κοιτάει με μάτια που σφάζουν.
Δηλαδή μου απαγορεύεις να μαγειρέψω στον γιο μου;
Σας ζητώ να σέβεστε ότι είναι και δικός μου χώρος.
Του Παναγιώτη το σπίτι. Από τότε που γεννήθηκε εδώ μεγάλωσε.
Σήμερα έχει αλλάξει. Ζούμε εδώ μαζί εφτά χρόνια.
Παίρνει πίσω τη σανίδα, λίγο αμήχανη αλλά δεν παραδίδεται. «Θα το συζητήσω με τον Παναγιώτη», λέει.
«Όπως νομίζετε», απαντώ.
Ξαναβγαίνω. Μπαίνω στο υπνοδωμάτιο. Ανοίγω βιβλίο αλλά δεν διαβάζω. Παίρνω τηλέφωνο την Τατιάνα.
Μαγειρεύει στη δική μου κουζίνα, της λέω.
Μίλησε ειλικρινά σήμερα, όχι μισόλογα, μου απαντά.
Και αυτό θα κάνω. Κατά βάθος το ξέρω, τα ξέρω όλα: ο Παναγιώτης λατρεύει τη μάνα του, απεχθάνεται τη σύγκρουση, προτιμά να μην αντιδρά και εγώ σιγά σιγά μαζεύω ενόχληση χωρίς να μιλάω καθαρά.
Βγαίνω τελικά κατά το μεσημέρι. Στο τραπέζι τρία σερβίτσια, σπανακόπιτα και ψωμί.
Κάτσε, φάε, λέει βλοσυρά.
Ευχαριστώ, θα φάω αργότερα.
Θα κρυώσει!
Θα το ζεστάνω.
Με κοιτάει προσβεβλημένη.
Μαρία, τι έκανα πάλι; Μια ζωή έτσι!
Τίποτα, κυρία Ελένη.
Σιγά! Κρύβεσαι μες το δωμάτιο όλη μέρα.
Παίρνω βαθιά ανάσα.
Να σας μιλήσω ανοιχτά;
Ανέβα.
Έρχεστε χωρίς να ειδοποιείτε ποτέ. Μπαίνετε όποτε θέλετε γιατί έχετε τα κλειδιά. Το αισθάνομαι πάνω απ το κεφάλι μου. Κάθε φορά σκέφτομαι: Μήπως μπήκε; Μήπως άλλαξε κάτι;
Ε, είμαι συγγενής, δικός σας άνθρωπος. Τι πειράζει;
Για τον Παναγιώτη είστε μητέρα. Για μένα, είστε πεθερά. Θέλω να ξέρω ποιος έρχεται σπίτι μου.
Δηλαδή ζητάς να σου τηλεφωνήσω για να έρθω;
Αυτό είναι ευγένεια, όχι εξουσιοδότηση.
Βουτάει το παλτό, δυσανασχετεί. Ε, καλά, με έπεισες, μουρμουρίζει.
Έφυγε σιωπηλά. Η πόρτα έκλεισε σχεδόν με τρυφερότητα γεγονός σχεδόν χειρότερο κι από τσακωμό.
Στέκομαι στην κουζίνα, κοιτάζω την κατσαρόλα με το σπανακόρυζο, τα φαγητά τακτοποιημένα.
Γράφω στην Τατιάνα: Της μίλησα ξεκάθαρα. Και; Έφυγε προσβεβλημένη. Έκανες το σωστό, μου απαντά.
Το απόγευμα, ο Παναγιώτης γυρίζει. Ήδη του έλεγα στο τηλέφωνο:
Πρέπει να μιλήσουμε για τα κλειδιά.
Στο σπίτι, όσες φορές υπήρξαν τέτοιες κουβέντες, πάντα ο λόγος του είχε τη μορφή: Είναι η μητέρα μου, σε παρακαλώ. Πάντα το δίκιο το είχε εκείνη. Κάθε φορά που διαμαρτυρόμουν, απαντούσε: Υπερβάλλεις, ή Βρες τα με τη μάνα μου, μην με βάζεις στη μέση.
Αν δε θέλεις να τα πάρεις, να έχει μόνο εκείνη τα κλειδιά, να το πεις, του λέω.
Δεν θα της τα ζητήσω, μου λέει. Είναι μεγάλη γυναίκα, μόνη της. Νιώθει ασφάλεια έτσι.
Μα είναι ασφαλές να μπαίνει χωρίς προειδοποίηση;
Νομίζω υπερβάλλεις.
Για μένα δεν είναι υπερβολή, Παναγιώτη.
Προτείνεις να μην έρχεται; Να της τα πάρουμε;
Να ειδοποιεί πριν έρθει. Αυτό μόνο.
Με κοιτάει σαν να μην με καταλαβαίνει.
Και τότε, το τελικό χαρτί.
Είναι το σπίτι μου, με πληροφορεί δύσθυμα.
Το ξέρω. Κι εγώ όμως ήρθα για να είμαστε μαζί. Μόνο αυτό.
Το βράδυ λέει: «Αν δεν αντέχεις, ίσως πρέπει να σκεφτείς αν ταιριάζεις εδώ.» Δεν είπε φύγε, αλλά το εννοούσε.
Το βράδυ δε μπήκα για ύπνο. Απλώς κοιτούσα το ταβάνι, τη γνωστή μικρή ρωγμή που χει μορφή σαν Πίνδος.
Το πρωί έφυγε στης εξοχή με τον Στέλιο. Έμεινα στο σπίτι, σκέφτηκα πολύ, κι έπειτα κατέβηκα στο μαγαζί του κυρ-Βασίλη, του πολυκατοικιακού τεχνίτη.
Κορίτσι μου, θες να αλλάξεις κλειδαριά;
Θέλω να μην μπαίνει κανείς χωρίς να το ξέρω, είπα.
Τα μεσημέρια ήρθε να βάλει το καινούριο, μου άφησε τρία κλειδιά. Κανένα παραπάνω.
Τηλεφώνησα ξανά στην Τατιάνα: «Άλλαξα κλειδαριά» της είπα. Το ξέρει; Με ρώτησε. Όχι ακόμη.
Απογευματάκι, ο Παναγιώτης δοκιμάζει τα παλιά κλειδιά. Παλεύει με την κλειδαριά. Χτυπά.
Μαρία! Η πόρτα δεν ανοίγει!
Άλλαξα την κλειδαριά, του λέω πίσω απ την πόρτα.
Άλλαξες τι;
Άλλαξα την κλειδαριά. Τώρα θα μπαίνει μόνο με άδεια.
Μπαίνει μέσα σιωπηλός. Αφήνει τα πράγματα. Κάθεται. Τον βλέπω ακόμη πιο κουρασμένο.
Δηλαδή το εννοείς. Θες να φύγω;
Θέλω να μπαίνουν όσοι σέβονται τον χώρο μου.
Θέλεις διαζύγιο;
Ναι, θέλω να ζήσω με ελευθερία. Τόσα χρόνια κουβέντες χωρίς νόημα.
Κοιταζόμαστε για ώρα. Δεν έχω δάκρυα, και δεν κρατώ κακία. Απλώς έχω ησυχία στην καρδιά μου.
Φεύγω από το σπίτι για μια μέρα πάω στην Τατιάνα στο Παγκράτι. Παίρνω τη μικρή μου τσάντα και ένα από τα τρία καινούρια κλειδιά. Το δικό μου.
Θα με πάρεις τηλέφωνο; ακούω από πίσω μου.
Θα σε πάρω, του λέω.
Κατεβαίνω τη σκάλα της πολυκατοικίας. Η Αθήνα είναι υγρή, μυρίζει φθινόπωρο και μούστο από το μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. Στην παλάμη μου σφίγγω το καινούριο κλειδί. Δικό μου, μόνο δικό μου. Για πρώτη φορά μετά από εφτά χρόνια.
Χτυπάει το κινητό. Τατιάνα: «Πώς είσαι;»
Κοιτάζω το μήνυμα. Απαντώ: «Γαλήνια.»
Εκείνη γράφει: «Γαλήνη σημαίνει ένα καινούριο ξεκίνημα.»
Ίσως να είναι αλήθεια.
Ξέρω μόνο ότι το επόμενο μου διαμέρισμα θα έχει τρεις καινούριες κλειδαριές και τα κλειδιά θα είναι μόνο για μένα.





