Τρέιλερ: Ο Απόλυτος Οδηγός για Αγορά, Χρήση και Συντήρηση στην Ελλάδα

Τι να σου πω, φίλε μου, κάτσε να σου πω μια ιστορία που ακόμα τη σκέφτομαι και γελάω με τον εαυτό μου.
Λοιπόν, ο Νίκος είχε βαρεθεί πια τις εξόδους, τα ραντεβού της μιας βραδιάς, τα ατέλειωτα dates που έμεναν χωρίς νόημα.
Μια μέρα, λοιπόν, γνωρίζει τη Μαρία.
Μια απλή, άνετη, πανέξυπνη κοπέλα.
Τη συμπάθησε αμέσως.
Βγήκαν για καφέ στο Παγκράτι, πήγαν και στην Ερμού να ακούσουν δυο καλούς street μουσικούς, μίλησαν για τη δουλειά του Νίκου, για το πώς τα πάει στη διαφημιστική, και για την τρέλα της Μαρίας με τη σύγχρονη ποίηση.
Έλα όμως που κι οι δυο τρελαίνονταν για χωριάτικη με φέτα και ρίγανη και, εκεί που το ανακάλυψαν, είπαν: «ε, κάτι γίνεται εδώ, πρέπει να το πάμε παρακάτω».
Η Μαρία κάλεσε τον Νίκο σπίτι για φαγητό.
Ο τύπος έβαλε το καλό του πουκάμισο, ξυρίστηκε με extra φροντίδα, έμαθε απέξω μερικούς στίχους απ τους αγαπημένους ποιητές της Μαρίας (ποιος ασχολείται με αυτά;), πήρε και λουλούδια και ένα καλό κρασί ακριβώς όπως τα κάνει ο Έλληνας όταν θέλει να εντυπωσιάσει.
Περπατούσε προς το Κουκάκι με την καλύτερη διάθεση.
Ένιωθε άρχοντας, όπως ο γάτος που πάει διαρκώς στη γατοτροφή του.
Όλα ήταν προβλέψιμα και σούπερ τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που του άνοιξε την πόρτα ένας τύπος, τεράστιος, μούτρα μεγάλη και τετράγωνη, που λέγεται Στέλιος.
Και του λέει: «Καλώς τον, η μαμά είναι στο μπάνιο, πέρασε».
Ο Νίκος πάγωσε.
Ο Στέλιος τον κοίταγε αφ υψηλού, το χέρι του, λες, να χωρούσε ολόκληρο το κεφάλι του Νίκου μέσα στη χούφτα.
Σκέφτηκε μήπως μπέρδεψε το σπίτι, αλλά όταν ο Στέλιος φταρνίστηκε ακριβώς με τον ίδιο αστείο τρόπο που το κάνει η Μαρία, κατάλαβε ότι δεν είχε αμφιβολία η διεύθυνση σωστή.
Η διάθεση άρχισε να κάνει βουτιά, το κρασί να του ξυνίζει, τα λουλούδια να μαραίνονται στο χέρι του.
Μπαίνει μέσα ο Νίκος, βλέπει τα παπούτσια του Στέλιου κανονικά θα μπορούσε να τα βάλει πάνω από τα δικά του παπούτσια και πάλι θα του ήταν μεγάλα.
Η Μαρία, δίπλα στον Στέλιο, φαινόταν σχεδόν η μισή του.
«Αν γινόταν έτσι και με τα κοσμήματα» σκέφτηκε ο Νίκος, «θα της έδινες ένα δαχτυλίδι και δέκα χρόνια μετά θα είχες ένα βραχιόλι τί επένδυση!».
Με αυτές τις σκέψεις, μπήκε κουζίνα, όπου ο Στέλιος άλλαζε κουρτίνες χωρίς καν σκαμπό.
«Πέντε λεπτά και βγαίνω!» ακούστηκε η Μαρία μέσα απ το μπάνιο.
Βέβαια έκανε πέντε φορές από πέντε λεπτά, αλλά όταν τελικά βγήκε, άστραφτε με το φόρεμά της και το μακιγιάζ, έτοιμη για a-list event, όχι για σπίτι.
Βλέπει τη μούρη του Νίκου και καταλαβαίνει τι συμβαίνει.
Της έφυγε η αμηχανία, μαζί και όλος ο ρομαντισμός.
Βάζει φαγητό σε όλους και κρασί, ούτε λόγος, ξεκινάει να τρώει χωρίς κουβέντα.
Ο Νίκος ξεσπάει: «Δηλαδή, γιατί δεν μου είπες ότι έχεις παιδί;» Και εκεί η Μαρία, με μια πικρή γκριμάτσα, του πετάει: «Τι φοβήθηκες, το τρέιλερ;» (βλέπε βαρίδι).
Ο Νίκος γουρλώνει: «Τι τρέιλερ μωρέ…
όλη η αμαξοστοιχία είναι!» Και τότε περήφανη χαμογελάει: «Να σου πω, όντως είναι μεγάλο παιδί.
Είναι ίδιος ο πατέρας του.
Εκείνος ήταν νησιώτης απ τη Νάξο, ακόμα πιο ψηλός απ το Στέλιο.
Πήγαινε λέει για κυνήγι αγριογούρουνου με γυμνά χέρια».
Ο Νίκος ρωτάει που χάθηκε ο πρώην κι εκείνη του απαντάει πως γυρίζει την Ελλάδα, μαζί με εκείνο το αγριογούρουνο.
«Μας άφησε για τη μεγάλη σκηνή.
Στέλνει και καμιά κάρτα αλλά ο γραφικός χαρακτήρας του είναι σα να μας γράφει το ίδιο το γουρούνι, που έχει και πιο πολλή συνείδηση».
Πόσο είναι ο Στέλιος; ρωτάει ο Νίκος.
«Δεκατέσσερα, μόλις πήρε ταυτότητα».
«Με τη βία;»πετάει ο Νίκος «Πολύ αστείο», του κάνει η Μαρία.
Φάγανε λοιπόν κάτι παραπάνω, αλλά κουβέντα δεν κόλλαγε.
Ο Νίκος ζήτησε λίγο ακόμα κρέας: «Να σου πω, πρώτη φορά τρώω κάτι τόσο νόστιμο, τι είναι;» «Αγριογούρουνο.
Το έφτιαξε ο Στέλιος».
«Μπράβο του, ταλέντο!».
«Το χει από τον πατέρα του, μαζί με μια παλιά συνταγή, μερικά μαχαίρια και μια βάρκα που μας άφησε παρακαταθήκη».
Εκεί κόλλησε ο Νίκος «Βάρκα;» «Ναι, κάτω στην αποθήκη είναι.
Ο Στέλιος είναι τρελός με το ψάρεμα.»
Τότε χτυπάει το κινητό της Μαρίας κάτι έγινε στη δουλειά και πρέπει να φύγει.
«Νίκο, μπορείς να μείνεις λίγο με το παιδί;» του λέει.
Ο Νίκος τρελαίνεται: «Εγώ; Μα τι να κάνω με τον Στέλιο;» «Ο μικρός είναι ανήλικος, τι να γίνει μες στη καταχνιά της Αθήνας.
Θα σε πληρώσω και μη φοβάσαι, μετά ποτέ ξανά δεν θα σ’ ενοχλήσω».
Ο Νίκος δεν προλαβαίνει να απαντήσει και η Μαρία έχει φύγει με ταχύτητα φωτός.
Ο Νίκος έμεινε στην κουζίνα, έφαγε λίγο ακόμα, άνοιξε το κινητό και περίμενε.
Η Μαρία, πουθενά.
Κάποια στιγμή, πλησιάζει την πόρτα του Στέλιου του ακούγονται κάποιες γνώριμες μελωδίες από μέσα.
Χτυπάει.
«Ανοιχτά».
Μπαίνει και τι να δει Μια τεράστια ξύλινη στόχος καρφωμένη στα μαχαίρια και σαΐτες.
Ούτε μια τρύπα σε λάθος μέρος, ο τύπος δεν αστοχεί ποτέ!
Πιο κει, ένα πικάπ και απ τα ηχεία παίζει χαμηλά Iron Maiden λατρεία ο Νίκος στη μουσική αυτή.
Ο Στέλιος σε μια γωνιά μονολογεί και φτιάχνει τα καλάμια του.
Στο ντουλάπι κύπελλα, από το ταβάνι κρέμεται ένας σάκος του μποξ, δίπλα στο tv, ολοκαίνουργιο Xbox.
«Καλοπερνάς εδώ, βλέπω,» του λέει ο Νίκος με ζήλεια και νιώθει λίγο άσχημα αντί να είναι ένας πιτσιρικάς κολλημένος στην οθόνη, είναι εντελώς αυτάρκης ο Στέλιος.
Του ζητάει φορτιστή για το κινητό.
«Εκεί, δίπλα στο τραίνο,» απαντάει ο Στέλιος.
Και μόλις γυρνάει ο Νίκος, τι να δει; Κανονικό μοντέλο σιδηροδρομικού σταθμού που του χει φτιάξει ο Στέλιος!
«Μόνος σου το έφτιαξες;» «Ναι, αγοράζω κομμάτι-κομμάτι, θα κάνω δεύτερο όροφο και γέφυρες.
Έρχεται κι άλλο κουτί με ράγες.»
Από τη χαρά του ο Νίκος του λέει: «Να το βάλουμε λίγο;» Ο Στέλιος σηκώνεται (δύο μέτρα τύπος!) σε χρόνο μηδέν και πάει να ετοιμάσει.
Η Μαρία γύρισε σε μια ώρα, ψιλοσίγουρη ότι ο Νίκος τα είχε παρατήσει.
Τους πετυχαίνει όμως αγκαλιά με το τραίνο και δεν ξέρει ποιος είναι ο μεγάλος και ποιος ο μικρός.
«Νίκο, ώρα να πηγαίνεις,» λέει χαμηλόφωνα.
Ο Νίκος αναπηδάει: «Τι ώρα πήγε;»
«Έντεκα παρά, αύριο έχω νωρίς δουλειά, πρέπει να κοιμηθώ».
Του δίνει κάτι ευρώ για τη babysitting υπηρεσία, αλλά εκείνος τα απορρίπτει.
«Από γυναίκες λεφτά δεν παίρνω,» της λέει.
«Ευχαριστώ που πρόσεξες το τρέιλερ μου», του λέει χαιρέκακα.
Ο Νίκος της χαμογελάει αμήχανα και το βάζει στα πόδια.
Μετά από δύο μέρες ο Νίκος την παίρνει τηλέφωνο.
«Έλα, μπορώ να ξαναπεράσω;».
«Νίκο, πραγματικά, είμαι πνιγμένη στη δουλειά, δεν έχω μυαλό για ρομάντζα και η τελευταία μας συνάντηση…»
«Μπορώ να ρθω για τον Στέλιο;» «Για τον Στέλιο;» «Ναι, μίλησα ήδη μαζί του και δεν έχει πρόβλημα.
Πήρα ένα καινούριο παιχνίδι για το Xbox και λέμε να παίξουμε λίγο να ξεδώσει.»
Η Μαρία το σκέφτεται λίγο.
«Καλά, έλα το βράδυ, αλλά κάντε ησυχία, έχω βιντεοκλήση στη δουλειά».
Υποδέχεται τον Νίκο με μπουκάλι κόκα-κόλα στο χέρι, τσιπς, φορώντας ρόμπα και με μάσκα προσώπου.
Το ίδιο βράδυ δεν μπορεί να τους ξεκολλήσει.
Καυγαδίζουν (μεταξύ φίλων πάντα!) αν είναι καλύτερος ο Τριβιζάς ή ο Γκάι Ρίτσι, και πάνε να λύσουν το θέμα με κινηματογραφικό μαραθώνιο, μέχρι που η Μαρία τους στέλνει για ύπνο.
«Μην ξεχάσεις το δόλωμα το Σάββατο!» φωνάζει ο Στέλιος.
«Τι είναι αυτό πάλι;» ρωτάει η Μαρία τον Νίκο.
«Θα πάμε να πιάσουμε λαβράκι!
Ξέρω το καλύτερο μαγαζί για δόλωμα!» Η Μαρία γελάει: «Έτσι κάπως βλέπω, έγινες κολλητός με το γιο μου.
Εγώ δεν χωράω, δηλαδή;» «Θα έρθεις να κόψεις ψωμάκια!» της λέει σε πείραγμα ο Νίκος.
«Καλά, πηγαίνετε εσείς, εγώ έχω τρεχάματα.
Τουλάχιστον θα απασχοληθεί λίγο το παιδί».
Και πέρναγε ο καιρός, κι η Μαρία έλιωνε στη δουλειά να κρατάει το σπίτι, αλλά ο Νίκος και ο Στέλιος το διασκέδασαν για τα καλά: ολοκλήρωσαν το σιδηροδρομικό, πήγαν για καβούρια, έφτιαξαν παραδοσιακή ρακή από μια παμπάλαιη συνταγή του παππού.
Ο Στέλιος του έμαθε πώς να διαβάζει μονοπάτια στο βουνό, ενώ ο Νίκος έδωσε tips πώς να μιλάει σε κορίτσια τόσο μεγάλη φάση.
Ένα βράδυ που ο Νίκος ήταν σπίτι, χτυπάει την πόρτα με τέτοιο πάταγο που παραλίγο να πέσει ο σοβάς απ το ταβάνι.
Η Μαρία ανοίγει και αντικρίζει τον πρώην άντρα της, πατέρα του Στέλιου, με μια σακούλα γεμάτη αγριογούρουνο κι όλη την τρέλα της επαρχίας πάνω του.
«Τα κατάλαβα όλα, θέλω οικογενειακή ζωή, έχω μαζέψει λεφτά, πάμε πίσω στη Νάξο, ζήσουμε απλά, πας ρε Μαρία;».
Η Μαρία γελάει: «Δέκα χρόνια μετά σε έπιασε το συναισθηματικό; Τι έγινε κι ο γουρούνος σου;» «Με παράτησε για συνεργασία με ταινία, τι να σου πω», μουρμουράει εκείνος.
Εμφανίζεται ο Νίκος απ το βάθος φορώντας φανέλα της Μαρίας, βγήκε για λίγο γιατί λερώθηκε βάφοντας το τρένο με τον Στέλιο.
Ο πρώην άντρας με τη φάτσα που λέει «ποιος είναι αυτός;» ετοιμάζεται να τον κάνει ρεζίλι.
Πριν προλάβει, σκάει μέσα ο Στέλιος, πιάνει τον πατέρα απ το χέρι, τον πλακώνει στον τοίχο.
«Αυτός είναι το τρέιλερ μας,» του λέει ψιθυριστά.
«Καλέ, τι τρέιλερ; Εγώ είμαι ο μπαμπάς σου!» «Τρέιλερ που κουβαλά τα πάντα εσύ μας άφησες!» φωνάζει ο Στέλιος, και εκεί ο πρώην καταλαβαίνει με πίκρα.
Ο Νίκος και η Μαρία περιμένουν σιωπηλά.
Ο πρώην σηκώνει τα χέρια: «ΟΚ, μπράβο, γίνεσαι άντρας, τουλάχιστον έλα μαζί μου για κυνήγι αύριο.
Μήπως σώσω κάτι απ το χαμένο χρόνο;»
Η Μαρία τα χασε.
Ο Νίκος κατάλαβε, της χαμογέλασε, την αγκάλιασε λίγο και έφυγε διακριτικά.
Την επόμενη μέρα επέστρεψε μόνος ο Στέλιος.
«Ο πατέρας;» ρωτάει η Μαρία.
«Έφυγε με το γουρούνι.
Τα φόρτωσε όλα στο τρέιλερ του και πήγε να κάνει show αλλού.
Με άφησε στο κέντρο και έφυγε».
Η Μαρία βάζει το χέρι στο μέτωπο: «Είμαι τόσο αφελής Πρέπει να πάρω τον Νίκο!» «Μην ανησυχείς, μόλις τον άφησα κάτω απ το σπίτι.
Υποσχέθηκε να περάσει αύριο».
«Μα, δεν είχες κινητό!» «Μου είπε ότι με παρακολούθησε από μακριά, ήθελε να ξέρει ότι όλα είναι καλά σε μένα και σ εσένα».
«Αυτό σου είπε;» «Ναι.
Και ότι έχει κολλήσει μαζί μας και δύσκολα θα ξεκολλήσει ποτέ πια.»
Άντε τώρα να ξε-κολλήσεις κάτι τέτοιο!

Oceń artykuł
Τρέιλερ: Ο Απόλυτος Οδηγός για Αγορά, Χρήση και Συντήρηση στην Ελλάδα