Το Τελευταίο Φόρεμα
Κόρη μου, η συνάδελφός μου, η Φωτεινή Παναγιωτοπούλου, θέλει να παραγγείλει νυφικό για την κόρη της που παντρεύεται. Θα το αναλάβεις;
Όχι, μαμά, έχω φορτωθεί πολλή δουλειά, δεν προλαβαίνω τίποτα. Ας βρουν άλλη μοδίστρα.
Μόνο σε εσένα ήθελε, Αρετή, ξέρεις πόσο καλά ράβεις, όλες σε προτείνουν.
Μα δεν γίνεται
Εντάξει, θα στενοχωρηθούν βέβαια…
Η Αρετή δούλευε σπίτι της και δεν προλάβαινε να πάρει ανάσα από τις παραγγελίες, αναγκαζόταν να αρνείται σε αρκετούς. Η αγάπη της για το ράψιμο ξεκίνησε από μικρή, ντύνοντας τις κούκλες της. Από τότε ήξερε πως αυτό θα έκανε στη ζωή της. Μετά το λύκειο, η απόφαση ήταν δεδομένη.
Έραβε με μεράκι, λεπτομέρεια και αγάπη. Κάθε φόρεμα καθόταν τέλεια πάνω στις πελάτισσές της, και όλοι μιλούσαν για τα χέρια της. Η δουλειά της της έδινε χαρά και της εξασφάλιζε καλό εισόδημα, παρόλο που στην αγορά υπήρχαν άπειρες εναλλακτικές. Πολλές προτιμούσαν το χειροποίητο.
Μία βδομάδα μετά, η μητέρα της ήρθε κλαίγοντας στην πόρτα της.
Κόρη μου, τι συμφορά Η Ελένη της Φωτεινής, που θα παντρευόταν και ήθελε το φόρεμα, σκοτώθηκε σε τροχαίο με τον γαμπρό της. Πήγαιναν στους συγγενείς τους στην Πάτρα, και ο γαμπρός αποκοιμήθηκε στο τιμόνι τη νύχτα. Το αυτοκίνητο βγήκε από το δρόμο κι έπεσε πάνω σε δέντρο. Ήταν τόσο νέα, τόσο ευτυχισμένα παιδιά, ετοιμάζονταν για το γάμο αντί για στεφάνια θα έχει τώρα… κηδεία. Τι τραγωδία…
Η Αρετή αναστατώθηκε βαθιά. Πόσο άδικη μπορεί να είναι η ζωή…
Τώρα οι γονείς θα πρέπει να αγοράσουν νυφικό, να θάψουν την Ελένη με αυτό… Δεν πρόλαβαν καν να το παραγγείλουν… Είναι εφιάλτης να θάβεις το παιδί σου…
Αργά το βράδυ, μέσα στη σιωπή, η Αρετή δεν μπορούσε να σταματήσει να το σκέφτεται. Ο Θεός δεν της χάρισε ποτέ παιδιά, οι γιατροί της είχαν διαγνώσει στειρότητα. Στην αρχή το έφερε βαρέως, μα με τον καιρό συμφιλιώθηκε. Είχε ήδη κλείσει τα 43 και ήξερε ότι και οι πιθανότητες περιορίζονταν.
Άκουσε ξαφνικά το παράθυρο να ανοίγει με δυνατό θόρυβο. Πήγε, το έκλεισε, μα απορούσε πώς συνέβη τούτο χωρίς αέρα. Καθώς γύρισε στο γραφείο της, είδε δίπλα στο τραπέζι μια κοπέλα. Ήταν διάφανη· έβλεπες το φως μέσα από το κορμί της.
Θα τρελαθώ, δεν έπρεπε να δουλεύω ως αργά… βλέπω φαντάσματα τώρα…
Σας παρακαλώ, ράψτε μου ένα φόρεμα. Δεν πρόλαβα να παντρευτώ στη ζωή, τουλάχιστον ας φύγω όπως θέλω… Αυτό είναι το τελευταίο μου φόρεμα… Εγώ κι ο Μάριος θα είμαστε μαζί πια για πάντα. Έτσι ήταν γραφτό…
Ποια είσαι εσύ; Κάποιο αστείο γίνεται;
Ελένη είμαι… Μόνο εσείς μπορείτε να ράψετε όπως ονειρεύτηκα…
Μου επέτρεψαν να δω τι με περιμένει… είναι όμορφα εκεί, δεν φοβάμαι να φύγω, ειδικά που αγαπημένος μου θα είναι δίπλα. Θέλω, όμως, να είμαι όμορφη, έστω και για τελευταία φορά…
Η Αρετή σάστισε. Τη συμμετείχε σκηνή βγαλμένη από ταινία, δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ήταν κουρασμένη, μάλλον ο νους της έπλαθε φαντάσματα.
Πήγε να κοιμηθεί, και βυθίστηκε κατευθείαν σε βαθύ ύπνο. Το πρωί, ξεκίνησε πάλι δουλειά, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της ότι όλα ήταν αποτέλεσμα άγχους και φαντασίας.
Το βράδυ, καθάριζε το γραφείο όταν ξαναεμφανίστηκε η κοπέλα, αχνή σαν καπνός.
Αρχίζω να συνηθίζω… Μόνο να, με πονάει να βλέπω τη μαμά μου έτσι. Έχω προσπαθήσει να της μιλήσω, μα είναι τόσο βυθισμένη στον πόνο, δεν νιώθει τις δονήσεις μου… Εσύ τις νιώθεις όχι σε όλους δίνεται αυτό.
Ελένη, τι θα γίνει μετά, όταν σε θάψουν; Θα πας στον Ουρανό;
Ο οδηγός μου είπε πως θα μείνω για λίγο εδώ, στο μέρος που έζησα. Μετά θα με πάρει μαζί του… Πολλά δεν μπορώ να πω, δεν επιτρέπεται. Έμαθα ωστόσο, πως στο θάνατο δεν υπάρχει τρόμος, είναι ένα πέρασμα, ένας άλλος κόσμος ξεκινά, θα συνεχίσω εκεί. Σε κάποιο μέλλον θα επιστρέψω με νέο σώμα ίσως όχι κορίτσι. Θέλω, όμως, να φύγω σαν όμορφη νύφη. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με…
Η Αρετή σήκωσε ανήμπορη τα χέρια. Πώς είναι δυνατόν; Να ράψει φόρεμα για μία που έφυγε, να της το παραγγέλνει κιόλας;
Μα δεν ξέρω το νούμερό σου, ούτε τι ακριβώς θέλεις…
Άστο πάνω μου! Κοίταξε έτσι να είναι το φόρεμα
Η κοπέλα στριφογύρισε στον αέρα, με ένα ονειρεμένο, λευκό, δαντελένιο νυφικό που θύμιζε κύκνο. Η Αρετή το κοίταξε προσεχτικά, κράτησε στη μνήμη κάθε λεπτομέρεια, και έπιασε το μολύβι κι άρχισε να σχεδιάζει το πατρόν με όλα τα μικρά στοιχεία. Μόλις τελείωσε, η οπτασία χάθηκε, όπως ο καπνός.
Το πρωί, στο γραφείο της, το σκίτσο ήταν ακόμη εκεί. Άρα δεν ήταν όνειρο.
Έτρεξε στο κατάστημα υφασμάτων της γειτονιάς, στο Κουκάκι, και αγόρασε την πιο κομψή δαντέλα και ύφασμα. Το μέγεθος το υπολόγισε με το μάτι η κοπέλα ήταν λεπτή και ντελικάτη. Έκανε το σταυρό της και ξεκίνησε να ράβει, ώσπου το βράδυ την βρήκε ακόμα στη ραπτομηχανή. Ο άντρας της, ο Παντελής, ανησύχησε.
Αρετή μου, είσαι καλά; Τις τελευταίες μέρες σε βλέπω αλλόκοτη. Τι συμβαίνει;
Θα σου πω, αλλά δεν θα το πιστέψεις Οπότε καλύτερα να μη σου πω τίποτα, μη θυμώσεις
Μετά από δύο μέρες, το φόρεμα ήταν έτοιμο. Ποτέ της δεν είχε ράψει τόσο εύκολα και τόσο γρήγορα λες και κάποιος άλλος οδηγούσε τα χέρια της. Το φόρεμα το έβαλε στη βιτρίνα του δωματίου και το θαύμασε. Τι κρίμα η Ελένη να μην γίνει νύφη ζωντανή…
Αργότερα το βράδυ, η μητέρα της μπήκε φουριόζα:
Δεν μπορείς να φανταστείς τι τραβούν με την Ελένη! Άλλοτε δεν τους έδιναν το σώμα από το νεκροτομείο, άλλοτε χαρτούρες… Και το φόρεμα ακόμη να βρουν, ούτε να αγοράσουν δεν τους το πούλησαν, τέτοιο πράγμα… Η Φωτεινή έχει σαλτάρει
Μαμά… Έραψα το φόρεμα για την Ελένη. Με αυτό θα την αποχαιρετήσουν…
Πώς το έκανες κοπέλα μου; Δεν ήθελες, ούτε μέτρα είχες πάρει…
Πίστεψέ με, μαμά, έτσι έπρεπε… Πες τους να το πάρουν, το θέλει η Ελένη.
Την άλλη μέρα, οι συγγενείς της Ελένης παρέλαβαν το φόρεμα, χωρίς να δεχτεί η Αρετή ούτε ένα ευρώ. Τους έθαψαν μαζί, την Ελένη και τον Μάριο. Το φόρεμα ταίριαξε απόλυτα. Κανείς δεν κατάλαβε πώς το σώμα έγινε μαλακό και φορέθηκε με τόση ευκολία.
Ήταν τόσο όμορφη, κόρη μου, στο φέρετρο, κι ένα χαμόγελο ζωγραφιζόταν στα χείλη της… Ελαφρύ το χώμα για εκείνη και τον Μάριο…
Λίγες μέρες μετά η Αρετή είδε στον ύπνο της την Ελένη: χόρευε αγκαλιά με τον Μάριο σε ένα υπέροχο περιβόλι με λουλούδια και σπάνια φυτά, πουλιά κελαηδούσαν κι ένα χάδι νερού ακουγόταν κάπου.
Κάνοντας μία στροφή, η Ελένη την κοίταξε με μάτια που χαμογελούσαν.
Είναι υπέροχο! Σε ευχαριστώ. Είμαι ευτυχισμένη! Κι ακόμη… σύντομα στη ζωή σου θα έρθει η Αλίκη. Της άνοιξα εγώ το δρόμο…
Η Αρετή ξύπνησε αργά, μα με γαλήνη. Η Ελένη ήταν καλά, το φόρεμα της άρεσε τίποτα δεν είχε γίνει μάταια. Για ποια Αλίκη, όμως, μιλούσε;
Βυθίστηκε και πάλι στη δουλειά της, μα πήγαινε που και που για καφέ στη φίλη της τη Βέρα, να ξαλαφρώσει το μυαλό της.
Βερύ, δεν αισθάνομαι καλά τελευταία, ίσως έχω θέμα με το στομάχι, πρέπει να πάω για εξετάσεις. Και γυναικολόγο έχω να δω μήνες νομίζω πως ήρθε η ώρα έχω καιρό να δω περίοδο…
Ήρθε ο καιρός, κορίτσι μου! Με τόση δουλειά, ξέχασες τον εαυτό σου!
***
Κυρία Κομνηνέ, είστε έγκυος. Ξέρω πως στην ηλικία σας είναι σπάνιο και δύσκολο
Δεν αστειεύεστε… Έχω χρόνια πρόβλημα, θεωρούμαι στείρα!
Καμία αμφιβολία. Εδώ δείτε χεράκια, ποδαράκια, καρδούλα που χτυπάει δυνατά. Και είναι κοριτσάκι. Συγχαρητήρια, Αρετή!
Η Αρετή βγήκε από το ιατρείο δακρυσμένη από χαρά. Ήταν θαύμα… Μετά από τόσα χρόνια προσμονής… Επιτέλους, η κόρη της! Μήπως γι αυτήν της είχε μιλήσει η Ελένη; Η Αλίκη είχε έρθει
Πήρε ένα τεράστιο μπουκέτο λουλούδια κι ανηφόρισε στο νεκροταφείο να βρει τον τάφο της Ελένης. Χωρίς να το καταλάβει, τα βήματά της τη βρήκαν αμέσως.
Σε ευχαριστώ, Ελένη. Μου χάρισες το πιο πολύτιμο δώρο, ένα παιδί… Εύχομαι εσύ κι ο Μάριος να είστε ευτυχισμένοι εκεί πάνω…
Αφήνοντας το μπουκέτο πάνω στο μνήμα, η Αρετή πήρε το δρόμο της επιστροφής, χαμογελώντας και αγγίζοντας απαλά την κοιλιά της. Αν δεν είχε βοηθήσει με το φόρεμα, ίσως να μην είχε παιδί Το καλό που κάνεις, θα επιστρέψει σε εσέναΤο απόγευμα, καθώς η Αρετή επέστρεφε στο σπίτι της, πέρασε μπροστά από τη βιτρίνα όπου κάποτε είχε σταθεί το φόρεμα της Ελένης. Την έλουσε φως από τον ήλιο που έδυε, καθώς παιδιά γελούσαν στον δρόμο, κι ένας αρωματισμένος αέρας με άνοιξη αναδεύτηκε γύρω της.
Στάθηκε λίγο, χάιδεψε την κοιλιά που στρογγύλευε κάθε μέρα κι έκλεισε τα μάτια της. Ένιωσε μια παράξενη παρουσία πλάι της, μια γλυκιά ηρεμία, σαν το χάδι μιας μητρικής αγκαλιάς. Μάλλον ήξερε πια ότι στις άκρες των πραγμάτων, στις ραφές των κόσμων, ζουν μικρά θαύματα που μοιάζουν απίθαναόπως ένα παιδί που έρχεται ακάλεστο, ή ένα φόρεμα που οδηγεί δύο ψυχές σε έναν άλλο χορό.
Κάπου μακριά ένα περιστέρι φτεροκόπησε, λες και σήμανε μια καινούργια αρχή. Η Αρετή προχώρησε, βέβαιη πως ο κύκλος που έκλεισε, χάριζε τώρα το φως της αγάπης σε άλλη μια γενιά.
Όσο έραβε τα πρώτα ρουχαλάκια για την Αλίκη, η μικρή άρχισε να κλωτσά απαλά, σαν να της ψιθύριζε ένα ευχαριστώ. Και κάθε φορά που το φθινόπωρο θα έφερνε μια ανάσα δροσιά, η Αρετή υποσχόταν πάντα να ράβει με την ίδια τρυφερότηταγια τις νύφες και τα παιδιά, για τις ψυχές που έμειναν πίσω και εκείνες που έρχονταν στον κόσμο με έναν παράξενα θαυματουργό τρόπο.
Γιατί ήξερε πλέον πως το τελευταίο φόρεμα, μερικές φορές, είναι και το πρώτοένα μαγικό ράψιμο που ενώνει τη ζωή με το άπειρο.






