Το Σπιτικό Πνεύμα: Ο Νεραίδος της Ελληνικής Οικίας

Νίκο, εσύ ήσουν που τα μάζεψες στην αυλή; Η Ειρήνη ακούμπησε τον γιο της στον ώμο.

Ο Νίκος πετάχτηκε, κατέβασε τα ακουστικά και κοίταξε ξαφνιασμένος. Τα τέρατα στην οθόνη συνέχιζαν να πλακώνονται, αλλά εκείνος τα είχε αγνοήσει πια.

Τι έγινε, μαμά;

Σε ρωτάω, πότε γύρισες από το σχολείο;

Μόλις τώρα ήρθα.

Και ποιος τα μάζεψε στην αυλή;

Τι να σου πω; Ίσως η Φωτεινή;

Η Ειρήνη χαμογέλασε. Η τριών χρόνων κόρη της ήταν ζωηρή, ναι, αλλά… τόσο δεν μπορούσε ακόμα.

Αστείο!

Τότε ο καλικάντζαρος!

Ναι, αυτός είναι! Πολυλογά εσύ! Σήκω καλύτερα να πας στη γιαγιά να πάρεις τη Φωτεινή. Πολύ έμεινε εκεί. Εγώ να ετοιμάσω το φαγητό. Πεινάς;

Ε, ναι! Φάγαμε κουλούρια στο κυλικείο με τα παιδιά, αλλά ήταν μετά τη δεύτερη ώρα. Μαμά, πότε θα έχουμε πρωινή βάρδια επιτέλους;

Δεν ξέρω, αγόρι μου. Ακόμα δεν είπε κάτι το σχολείο. Γεμάτο είναι.

Ε, πάλι καλά… Τουλάχιστον κοιμάμαι περισσότερο το πρωί. Ο Νίκος, όπως πάντα, έβρισκε το θετικό.

Η Ειρήνη φίλησε τον γιο της στο κεφάλι, του τράβηξε το αυτί όταν πήγε να ξεφύγει από το χάδι της και πήγε στην κουζίνα.

Έφηβοι…

Δεκατρία πια. Νιώθει ήδη μεγάλος, και όμως… Κάθε φορά που τον φιλάει, παγώνει λίγο, σαν μικρό παιδί. Τα μαλλιά του Νίκου σκούρα και σκληρά, ίδια με του μπαμπά του, Γιάννη. Και όχι μόνο στην όψη. Ήδη έβλεπε η Ειρήνη πως γίνεται ίδιος: πεισματάρης, υπεύθυνος, καλόψυχος. Μπορεί να μην τα μάζεψε εκείνος στην αυλή, αλλά τα πιάτα τα έπλυνε σίγουρα. Και το πάτωμα στην κουζίνα ακόμα έλαμπε. Τέτοιος βοηθός δεν βρίσκεται άλλος άντε μόνο όταν μεγαλώσει και η Φωτεινή.

Η Φωτεινή, το θαύμα της Ειρήνης. Δέκα χρόνια περίμενε, σχεδόν είχε χάσει και την ελπίδα. Μετά τη γέννα του Νίκου οι γιατροί της είχαν κόψει τα φτερά, μα ορίστε: ήρθε αυτή η μικρή νεράιδα. Ξανθά σγουρά μαλλιά, μάτια μπλε σαν του αδερφού της. Πήρε από την Ειρήνη τρυφερή, σαν γατάκι. Θα έρθει, θα κουρνιάσει πλάι στη μαμά ή τον αδερφό της και θα σταθεί εκεί.

Τι έγινε, κοριτσάκι μου;

Και η λάμψη χαμογελούσε όλο το δωμάτιο. Κανένας στον κόσμο δεν γελούσε έτσι όπως η Φωτεινή, το ήξερε καλά η Ειρήνη. Τώρα πια, κανείς…

Αυτό το χαμόγελο όμως της έδινε δύναμη αλλά και της μάτωνε την καρδιά. Του πατέρα της το χαμόγελο. Του Γιάννη. Και αυτός… δεν είναι πια εδώ.

Η Ειρήνη ήθελε να ουρλιάξει από τον πόνο, αλλά δεν μπορούσε. Τα παιδιά γύρω της.

Ο άντρας της ήταν πυροσβέστης. Έσωζε ανθρώπους, τά βαζε με τις φλόγες. Έσωσε ολόκληρη οικογένεια, γύρισε πίσω για τη γιαγιά που δεν αφήνε τα ζωντανά και χάθηκε μαζί της. Η φωτιά δεν τους άφησε να φύγουν.

Ένιωσε πρώτη το κακό, δεν ήξερε πώς, πόνεσε η καρδιά της. Πέταξε τη Φωτεινή στην πεθερά της, που είχε έρθει να βοηθήσει κάποιες μέρες με τη μικρή:

Μαμά, πάρε τη! Πρέπει να τηλεφωνήσω!

Και μετά έτρεχε σαν τρελή με το αυτοκίνητο στην κοντινή κωμόπολη, στο σταθμό της Πυροσβεστικής όπου δούλευε ο άντρας της, χωρίς να νιώθει τίποτα, ούτε τα χέρια της που πάγωναν, ούτε το γάλα που έτρεχε στη μπλούζα της.

Πώς τα κατάφερε και δεν λύγισε τότε; Πώς δεν έπεσε;

Τα παιδιά τη στήριξαν. Ο Νίκος δεν την άφηνε για δευτερόλεπτο μόνη.

Νίκο, έλα να ξαπλώσεις! Η πεθερά της, η κυρία Δέσποινα, ίσα που κρατιόταν στα πόδια αλλά δεν την άφησε ποτέ. Την τάιζε, της έφερνε τη Φωτεινή για θηλασμό.

Εγώ με τη μαμά θα μείνω! Ο Νίκος κούναγε το κεφάλι του και χάιδευε το χέρι της Ειρήνης. Γιαγιά, γιατί είναι τόσο κρύα τα χέρια της;

Η Ειρήνη θυμόταν ελάχιστα. Λίγες στιγμές μονάχα. Όπως τότε που μάζευε πράγματα, παιχνίδια και ρούχα των παιδιών βιαστικά σε τσάντες.

Δεν αντέχω άλλο εδώ Όλο νομίζω πως ο Γιάννης θ ανοίξει την πόρτα και θα φωνάξει όπως πάντα: Ήρθα, Ειρήνη!

Σωστά, παιδί μου. Μη μένεις εδώ. Ελάτε σε μένα, προσωρινά, θα βρούμε λύση μετά.

Όχι, ούτε σ εσάς Συγγνώμη. Παντού μου τον θυμίζει. Θέλω να πάω στο σπίτι της γιαγιάς.

Μα καλά, τόσα χρόνια κανείς δεν έμενε εκεί! Πώς θα πας με τα μικρά;

Θα το τακτοποιήσω και όλα καλά. Κοντά θα είσαι κι εσύ. Μόνη δεν μπορώ, δεν τα καταφέρνω.

Ε, πού να πάω κι εγώ; Μόνοι μου μείνατε κι εσείς!

Φτάνει, μαμά. Όχι άλλο κλάμα… Έχουμε δουλειές πολλές. Κράτα τη Φωτεινή, να ετοιμάσω τα πράγματα και να ταΐσω τον Νίκο λίγο. Δεν τρώει καθόλου εκτός αν κάτσω μαζί, κι εγώ δεν έχω κουράγιο.

Δεν κάνει έτσι! αγρίεψε λιγάκι η Δέσποινα. Μάνα είσαι, πρέπει να σταθείς. Αν πέσεις, τι θα γίνει τα παιδιά; Εγώ πια δεν αντέχω ούτε η ηλικία ούτε η υγεία.

Η Ειρήνη φίλησε τα χέρια της πεθεράς και συνέχισε να ετοιμάζει τα πράγματα. Να φύγουν όσο γίνεται πιο μακριά από το σπίτι που μύριζε ευτυχία που δεν θα ξαναρθει…

Το σπίτι της γιαγιάς τη υποδέχτηκε παγωμένο. Δίκιο είχε. Το άφησε στα παλιά, το ξέχασε πολλή ώρα.

Γύρισε τα δωμάτια, ακούμπησε με τα δάχτυλα τους τοίχους, σκούπισε τη σκόνη απ το παλιό μπουντουάρ της γιαγιάς με το κεντητό πανί και άνοιξε τα παράθυρα, να μπει η πρώτη ψύχρα του φθινοπώρου.

Μαμά, πάρε καλύτερα τα παιδιά, θα έρθω μετά να ταΐσω τη Φωτεινή.

Καλά, σιγουράκι θα τα καταφέρεις;

Ναι, φυσικά

Μόνη δεν πρόλαβε να μείνει. Σε μισή ώρα φάνηκαν βήματα στο χολ και στην πόρτα στάθηκε η Σοφία, η παλιά συμμαθήτρια και κολλητή της Ειρήνης.

Καλά, ούτε ένα τηλέφωνο πριν φανείς; Πολύ περήφανη πια! Πού είναι οι σφουγγαρίστρες;

Η Σοφία πάντα πρακτική. Μιλούσε ασταμάτητα και γελούσε, αλλά για τους δικούς της μπορούσε να φτάσει στα άκρα.

Η Ειρήνη, με τα χέρια σαπουνισμένα, την αγκάλιασε άγαρμπα.

Καλώς τη…

Καλώς σας βρήκα! Τα μικρά που είναι;

Με τη μαμά μου.

Κατάλαβα! Τι κάθεσαι; Για σήκω! Θα κοιμηθείς εκεί απόψε ή εδώ ήθελες;

Εδώ φυσικά.

Τότε, πάμε να πιάσουμε δουλειά!

Η Σοφία έψαξε για λεκάνη με νερό και ξεκίνησε.

Σοφία! έμεινε άναυδη η Ειρήνη.

Τι έγινε; Α, ναι… Έτσι είναι.

Πότε;

Φλεβάρη. Και μη φρικάρεις, έγκυος είμαι, δεν είμαι άρρωστη.

Από ποιον;

Έλα τώρα, μην κάνεις πως δεν ξέρεις! Η Σοφία πέρασε το βρεγμένο πανί στα παράθυρα. Άστα να πάνε, έχει βρωμίσει για τα καλά.

Ο Πέτρος; Μα…

Έφυγε ναι. Θα μεγαλώσω το παιδί μόνη. Άστα τώρα αυτά, άλλη φορά σου τα λέω. Πάντως, είτε γιος είτε κόρη, θαναι όλο δικός μου.

Η Ειρήνη καταλάβαινε για τη Σοφία, το παιδί ήταν όλη της η ζωή. Ο πρώτος της άντρας την ταλαιπωρούσε ότι δεν θα έκανε παιδιά. Έφυγε και όλα της τα σόγια κουτσομπόλευαν. Μα με τον καιρό, έστειλε τον άντρα και τα σόγια τους στον δρόμο τους και άρχισε καινούριο κεφάλαιο. Και ας έφυγε κι ο Πέτρος μόλις τα έμαθε, δεν την ένοιαζε. Πιο δυνατή, ήξερε ν αγαπά μόνο αυτούς που το αξίζουν.

Καθάρισαν μέχρι το βράδυ, αλλά το άξιζε. Το σπιτάκι σαν να ανέπνευσε. Έσκισε τις ξεφλουδισμένες γρίλιες, σα να ξυπνούσε ξανά.

Η Σοφία, κουρασμένη αλλά χαρούμενη, κάθισε στο τραπέζι να πιει τσάι και άρχισαν να θυμούνται.

Πόσα χρόνια πέρασαν… Τότε, που τρέχανε εδώ να κλέψουν ζεστές πίτες απ το ταψί της γιαγιάς και το έσκαγαν στη θάλασσα με ουρλιαχτά της γιαγιάς της Ειρήνης πίσω τους:

Μα κορίτσια, άνθρωποι δεν τρώτε πια;!

Χωρίς να σταματήσουν, γελούσαν και φώναζαν:

Σε μια ωρίτσα!

Πού ωρίτσα Αργούσαν ως το σούρουπο. Μετά στη γιαγιά στον κήπο, να μαζέψει λίγα χόρτα και βοηθούσαν σιωπηλά με τα τσαπίδια, γιατί πώς να τα καταφέρει τέτοιο σπίτι μια γυναίκα μόνη που δούλευε κιόλας; Η γιαγιά ήταν εργάτρια στο τυροκομείο.

Το σπίτι μεγάλο, τι να κάνει, έπρεπε να στήσει τη μικρή στα πόδια. Ο πατέρας της Ειρήνης κι αυτός είχε πάει με καινούρια οικογένεια στην πόλη, κι η Ειρήνη έμεινε στην αγκαλιά της γιαγιάς, όταν η μαμά της έφυγε στη γέννα. Μόνη της μεγάλωσε τη μικρή. Όταν ο πατέρας απέκτησε παιδί κι από τη νέα γυναίκα, πήρε και η γιαγιά την Ειρήνη στην πόλη, έμειναν λίγο, μετά πάλι πίσω στο χωριό, καθ οδόν σιωπή μόνο και δάκρυα.

Χάθηκε η γιαγιά της όταν η Ειρήνη ήταν δεκαοχτώ. Τότε άρχισε να βγαίνει με τον Γιάννη και, μεθυσμένη από τον έρωτα, δεν κατάλαβε πώς η γιαγιά της έλιωνε μέρα μέρα, ώσπου ξημερώματα άκουσε έναν βαρύ αναστεναγμό.

Γιαγιά, τι έπαθες;

Μόνο τρεις μήνες τους έμελλε. Λίγος χρόνος για να προφταίνουν να πουν τα σημαντικά καθόλου αρκετός.

Πρόλαβε, όμως, κάτι σπουδαίο η γιαγιά: Κάλεσε τη μητέρα του Γιάννη, τη Δέσποινα, και, διώχνοντας την Ειρήνη, της μίλησε πολύ ώρα. Τι ειπώθηκε, η Ειρήνη δεν έμαθε ποτέ, αλλά από τότε είχε μια ακόμα μαμά στη ζωή της.

Μάνα τη φώναξε απ το γάμο κιόλας.

Μπορώ; ρώτησε ξέψυχα, και η Δέσποινα έγνεψε.

Δεν ήξερε να μιλάει για συναισθήματα η Ειρήνη, παρά μόνο με τη γιαγιά. Αλλά η Δέσποινα έβλεπε με τα ίδια μάτια.

Ποτέ δεν τσακώθηκαν, ούτε ήθελε. Γιατί; Μόνο στήριξη και αγάπη είχε πάρει από αυτή. Αν είχε καμιά παρατήρηση για το σπίτι, όλο απαλά κι ανθρώπινα τα έλεγε. Γιατί να στεναχωριέται κανείς για πράγματα που είναι αυτονόητα μόνο στην ψυχή;

Ξαφνικά, μετά τον χαμό της γιαγιάς, ήρθε όλη η οικογένεια απ την πόλη πατέρας, μητριά, πεθερά της μητριάς.

Καλό σπίτι, γερό. Μπορεί να πουληθεί καλά.

Η φωνακλού γυναίκα που η Ειρήνη πρώτη φορά έβλεπε, τριγύριζε κι υπολόγιζε τον χώρο.

Όλα παραιτημένα! Πρέπει να καθαριστεί πριν πουληθεί. Αυτά ζητάνε οι αγοραστές.

Ποιοι αγοραστές; η Ειρήνη ταράχτηκε.

Ήταν σαν σε όνειρο όλη την εβδομάδα μετά την κηδεία. Περπατούσε σαν χαμένη, έκανε δουλειές και ξαφνικά πάγωνε, περίμενε σχεδόν πως η γιαγιά θα βγει πάλι από την εξώπορτα και θα μουρμουρίσει:

Μάζεψες πια; Έλα να πλύνουμε τα βάζα, να κάνουμε γλυκό για το χειμώνα!

Ποιοι αγοραστές; η πεθερά επανέλαβε.

Αυτοί που θα πάρουν το σπίτι!

Η Ειρήνη δεν απάντησε. Έτρεξε πίσω απ το κοτέτσι, να μην τη δουν να βουρκώνει. Όταν γύρισε, εκεί ήταν ήδη η Δέσποινα.

Φύγετε αμέσως από δω.

Και ποια είσαι εσύ; Γιατί κάνεις εσύ κουμάντο;

Το σπίτι ανήκει στην Ειρήνη. Υπάρχει συμβόλαιο.

Τι συμβόλαιο;

Κανονικό. Και διαθήκη για τον λογαριασμό στην τράπεζα. Όλα εντάξει. Εγώ τα έφτιαξα μαζί με την γιαγιά. Δεν έχετε δουλειά πια εδώ. Τώρα να φύγετε! Τι νομίζατε; Να αδικήσετε το ορφανό;

Η Eιρήνη, σαν σε θόρυβο, δεν άκουγε πια τίποτα. Η Δέσποινα την τράβηξε γλυκά, την ξάπλωσε στο δωμάτιό της, της άλλαξε μπλούζα.

Μη κλαις. Κανείς δεν θα σε πειράξει. Υποσχέθηκα στη γιαγιά. Πάρε το μπουρνούζι μου να ξαπλώσεις και πιες λίγο τσάι να ηρεμήσεις. Θα μιλήσουμε μετά.

Τον πατέρα της Ειρήνη τον ξαναείδε μόλις στο γάμο της.

Πρόσκληση δεν του έστειλε. Ήρθε μόνος του.

Ο κόσμος γελούσε, ο Γιάννης πάλευε να τυλίξει τη μεγάλη κούκλα, στην πλάκα όλοι τον κορόιδευαν. Κάποιος άγγιξε την Ειρήνη στον ώμο ενώ ακόμα γελούσε.

Καλώς ήρθες, κόρη μου…

Η Ειρήνη σάστισε, δεν ήξερε τι να πει. Ο πατέρας της της έδωσε ήσυχα ένα ζευγάρι κλειδιά και της έσφιξε το χέρι.

Συγχώρεσέ με. Τ’ άλλα εξηγεί η Δέσποινα. Να 'σαι ευτυχισμένη!

Πρόλαβε μόνο να τον δει να φεύγει από το σαλόνι.

Το διαμερισματάκι που της άφησε ήταν μικρό, αλλά νοικοκυρεμένο. Δύο δωμάτια και μεγάλη κουζίνα. Να φύγει ή όχι από της γιαγιάς;

Πιο βολικά εδώ, παιδί μου. Πόλη είναι, κι ας είναι μικρή, έχει επιλογές. Πρέπει να σπουδάσεις.

Η Δέσποινα περήφανη εκείνη μίλησε με τον πατέρα και του τα έκανε λιανά. Δεν μεγάλωσες την κόρη, του είπε, τουλάχιστον να σταθείς τώρα.

Πρέπει. Αλλά πότε; Η Ειρήνη γέλασε.

Ορίστε;

Ε, λίγο ακόμα και θα έρθει κι άλλο παιδί. Ούτε στον Γιάννη το 'χω πει.

Εγώ να βοηθήσω. Να σπουδάσεις. Έξυπνη είσαι, μη μείνεις ανεκμετάλλευτη.

Η Ειρήνη τελείωσε το πανεπιστήμιο, δύσκολα αλλά τα κατάφερε με βοήθεια. Η Δέσποινα πρόσεχε τον Νίκο, έφερνε ψώνια.

Ανάσανε όταν μπήκε στη δουλειά και ο Νίκος στον παιδικό.

Πάμε στη θάλασσα! έλεγε ο Γιάννης, κι οι γυναίκες του φώναζαν δαγκώνοντας τα γέλια.

Ήταν η μόνη διακοπή που μπόρεσαν να πάνε οικογενειακώς. Η Ειρήνη με τον Γιάννη πλατσούριζαν σαν παιδιά, παρακολουθούσαν απ τη στεριά τον Νίκο που έπαιζε με τη γιαγιά του. Μετά βόλτες στην προκυμαία, ώσπου νύχτωνε κι άναβε τ αστέρια η νύχτα πάνω τους.

Ένα βραδάκι ο Γιάννης έμεινε στο πάρκο με τον μικρό στην κούνια και η Ειρήνη με τη Δέσποινα βάδιζαν αργά στην προβλήτα μιλώντας.

Στην άκρη, ένα ζευγάρι καυγάδιζε και έφυγε βρίζοντας. Η Δέσποινα κοίταξε και σούφρωσε τα χείλη.

Τι κερδίζουν; Χάνουν την ίδια τους τη ζωή… Πάλι θα τα βρουν, αλλά η μέρα πέρασε στο χαμένο.

Κι αν δεν τα βρουν; αναρωτήθηκε η Ειρήνη.

Όταν πονάς, καυγαδίζεις τόσο. Είδες που γύριζε να την κοιτάξει; Μα αυτή δάκρυζε… Ε, δεν θα τους δώσει κανείς ξανά αυτό το βράδυ. Μην το ξεχνάς, Ειρήνη: ο χρόνος με τους ανθρώπους μας λίγος είναι. Μην τον πετάς με καυγάδες.

Η Ειρήνη εκείνο το βράδυ το κράτησε για πάντα δεν άφησαν τη ζωή τους να πάει χαμένη με άσκοπους καυγάδες.

Σήκωνε το βραστήρα και παραλίγο να τον ρίξει. Στην κουζίνα φάνηκε μια σκιά έξω. Τρόμαξε, δεν ήταν ο Νίκος. Κάποιος άντρας περπατούσε στο σκοτάδι.

Σκέφτηκε να κλειδώσει, να φωνάξει, μα θυμήθηκε πως σε λίγο θα έρθουν τα παιδιά, και η Δέσποινα. Δεν ησυχάζει με ξένο στην αυλή!

Η ξύλινη λαβή του βραστήρα ζέστανε το χέρι της. Πήρε θάρρος και βγήκε στη βεράντα.

Φως στην αυλή δεν είχε, είχε ξεχάσει να το ανοίξει.

Ποιος είναι εκεί;

Η πόρτα της αποθήκης έτριξε και η Ειρήνη κουλουριάστηκε από φόβο.

Τι θέλετε; Θα φωνάξω!

Η σκιά πλησίασε τα σκαλιά, και μονομιάς εκείνη έκανε πίσω.

Μη φωνάζεις, Eιρήνη. Εγώ είμαι, ο Στέλιος.

Η Ειρήνη άφησε τον βραστήρα από ανακούφιση και τσούκλισε το πόδι της. Καυτό μέταλλο πάνω απ το φουστάνι. Τον άφησε στο τραπεζάκι κι έβρισε σιγανά.

Τι κάνεις στην αυλή, Στέλιο; Γιατί δεν μπήκες μέσα;

Ο χαμηλός, γεροδεμένος άντρας χαμήλωσε τα μάτια, όπως έκανε ο Νίκος όταν γινόταν ζημιά στο σχολείο.

Να… Η πορτούλα της αποθήκης ήταν χαλασμένη. Ήθελα να τη φτιάξω. Αύριο φεύγω για τα μελίσσια, ποιος ξέρει πότε θα γυρίσω. Είπα να προλάβω.

Η Ειρήνη μπερδεύτηκε.

Η πόρτα;

Μόλις τότε κατάλαβε. Η τάξη στην αυλή, ο φραγμός που κάποιος είχε φτιάξει, οι καινούριες τάβλες στη βρύση.

Εσύ είσαι λοιπόν ο καλικάντζαρος μου! Η Ειρήνη χαμογέλασε.

Ποιος;

Καλικάντζαρος! Έχω έναν που βοηθάει, προσέχει το σπίτι. Ο Νίκος λέει πως πρέπει να πάρουμε γάτο, να χει παρέα. Εσύ δεν βαριέσαι μόνος;

Το φως απ το παράθυρο άπλωσε κι είδε η Ειρήνη πως ο Στέλιος κοκκίνισε.

Συγγνώμη Έπρεπε να στα πω νωρίτερα.

Σε ευχαριστώ! Αλλά… γιατί, Στέλιο;

Δεν απάντησε. Χαιρέτησε με το χέρι και πέρασε το μαντρότοιχο, αγνοώντας τη Δέσποινα και τα παιδιά που στέκονταν ήδη μπροστά στην πόρτα.

Εμφανίστηκε, λοιπόν! Η Δέσποινα χαμογέλασε και της έδωσε ένα μπουκάλι γάλα. Βάλ το στο ψυγείο.

Τι εννοείς; Το ήξερες;

Τι νόμιζες; Όλο το χωριό το λέει! Αυτή η ιστορία… Ο Στέλιος σε αγαπάει από τότε που τα είχες με τον Γιάννη. Δεν το κατάλαβες ποτέ;

Όχι…

Έλα τώρα! Η Δέσποινα ξαφνιάστηκε. Δε λες αλήθεια;

Σου λέω αλήθεια.

Τέλος πάντων! Έλα, πάμε να τα πούμε αφού βάλουμε τα παιδιά για ύπνο. Θα πάρει ώρα.

Μίλαγαν μέχρι το χάραμα. Η Ειρήνη έβαζε νερό στην τσαγιέρα, άκουγε με το στόμα ανοιχτό.

Ήρθε σ εμένα πριν έναν χρόνο. Ζήτησε το χέρι σου. Εφόσον δεν έχεις πια κανέναν δικό σου, από μένα ήθελε την άδεια. Καραγκιόζης! Ήξερε πώς να με μαλακώσει!

Και συμφώνησες;

Γιατί όχι; Ειρήνη, είσαι νέα γυναίκα. Έχεις ζωή μπροστά σου! Τα παιδιά θα μεγαλώσουν, θα φύγουν, θα μείνεις εσύ να φυλάς εμένα; Καλά είναι αυτό; Όχι! Σ αγαπούσε ο Γιάννης, κι εσύ… τέτοια αγάπη μια στη ζωή αν τύχει. Όμως, οι τυχεροί αγαπιούνται ξανά. Ν’ το δεχτείς σαν δωρεά της μοίρας. Άνθιζε η ζωή σου, χρειάζεσαι συντροφιά, κι αν δεν αγαπήσεις όπως με τον Γιάννη, τουλάχιστον να σαι καλά και ήσυχη. Εμείς τον Νίκο τον αγαπάμε, αλλά χρειάζεται αντρικό πρότυπο. Ο Στέλιος τον βοηθάει πολύ. Σου πε πως του μαθαίνει να οδηγεί;

Όχι…

Βλέπεις; Φοβάται να σε δυσαρεστήσει.

Γιατί;

Μπορεί να σκέφτεται πως ίσως νιώσεις ότι προδίδει τη μνήμη του πατέρα του, ίσως…

Ανοησίες!

Γι αυτό μίλα του. Ο μικρός τον θέλει πολύ και φοβάται μη γίνουν παρεξηγήσεις. Η Φωτεινή μικρή, δεν θυμάται σχεδόν τίποτα. Με τον Νίκο θέλεις λίγο προσοχή. Εσένα το λέω γιατί… μπα, τίποτα, έλα βάλ μου κι άλλο τσάι!

Η Ειρήνη και ο Στέλιος θα παντρευτούν την επόμενη χρονιά. Και μετά από λίγο καιρό, θα φέρουν στον κόσμο ένα ακόμα αγόρι.

Μα κοίτα, μαμά, τι ανακατωμένο μαλλί! Η Ειρήνη, μόλις βγάλει το σκουφάκι του μωρού στο σπίτι, θα χαϊδέψει τα ξανθά του μαλλιά.

Κανονικός καλικάντζαρος! Η Δέσποινα θα τον αλλάξει και θα τον πάρει αγκαλιά. Καλώς ήρθες, εγγονέ! Φώναζε με γιαγιά Δέσποινα.

Μαμά…

Στο λέω να το χεις έτοιμο! Τάισε τον μωρό, πάω κουζίνα! Τι θες να σου μαγειρέψω;

Ο μεγάλος πορτοκαλί γάτος, δώρο του Στέλιου στον Νίκο, θα τρυπώσει μέσα, θα κάτσει δίπλα στο παράθυρο και θα αγναντέψει την Ειρήνη και το μωράκι που κοιμάται σφιχταγκαλιασμένο. Ησυχία θα καθίσει πλάι, θα τον αγκαλιάσει, θα τους χαζέψει. Να, αυτό είναι ευτυχία… Τόσο εύθραυστη, τόσο τρυφερή Πρέπει να τη φυλάς με προσοχή.

Κάπου θα χτυπήσει απαλά το κουταλάκι στο φλιτζάνι, θα ακουστεί η τσίριδα της Φωτεινής και η ησυχία θα σκαρφαλώσει απ το παράθυρο, χαδερνίζοντας τα αυτιά του γάτου πριν εξαφανιστεί. Εκείνος, ενοχλημένος, θα τρίψει τα μουστάκια του και θα ετοιμαστεί να γνωρίσει το νέο μικρό μέλος της οικογένειας.

Άντε, πήγαινε. Δεν χρειάζονται άλλους φύλακες εδώ!

Oceń artykuł
Το Σπιτικό Πνεύμα: Ο Νεραίδος της Ελληνικής Οικίας