Στο σπίτι είχαμε πάλι επισκέπτες. Στην πραγματικότητα, σπάνια ήμασταν μόνοι μας πάντα κάποιος ερχόταν.
Όλοι έπιναν ρακές, ποτήρια παντού, άδεια μπουκάλια στοιβαγμένα και το τραπέζι γεμάτο αποτσίγαρα και μια άδεια κονσέρβα γαύρου. Ούτε μια μπουκιά φαγητό να βρω… Ψάχνοντας ξανά πάνω στο τραπέζι, έβλεπα μόνο στάχτες και σκουπίδια.
«Εντάξει, μαμά, πάω έξω», ψέλλισα και άρχισα σιγά σιγά να βάζω τα παλιά, σχισμένα πάνινα παπούτσια μου.
Καθόμουν εκεί και περίμενα μήπως εκείνη με σταματήσει, μήπως εκείνη μου πει,
«Πού πας, παιδί μου, νηστικός και με τόσο κρύο έξω; Μείνε εδώ, θα σου μαγειρέψω λίγη κουάκερ, θα διώξω τους επισκέπτες και θα καθαρίσω.»
Πάντα περίμενα μια τρυφερή κουβέντα, αλλά η μάνα μου τέτοια λόγια δεν έλεγε ποτέ τα λόγια της έμοιαζαν με αγκάθια και κάθε φορά που τα άκουγα ήθελα απλώς να εξαφανιστώ.
Αυτή τη φορά αποφάσισα πως έφευγα για πάντα. Ήμουν έξι χρονών και πίστευα πως ήμουν πια μεγάλος. Πρώτη μου σκέψη ήταν να μαζέψω αρκετά χρήματα, να αγοράσω μια ζεστή κουλούρα, ίσως και δύο, γιατί η πείνα με τυραννούσε.
Δεν ήξερα πώς να βγάλω χρήματα, ώσπου περνώντας μπροστά από τα περίπτερα της Κηφισιάς, είδα μια άδεια μπουκάλα μέσα στο χιόνι την μάζεψα. Βρήκα κι ένα σακούλι και πέρασα τη μέρα μαζεύοντας μπουκάλια από τα παρεξηγημένα χιόνια.
Όταν πια το σακούλι βάρυνε και τα γυαλιά χτυπούσαν μεταξύ τους, άρχισα να φαντάζομαι πως σε λίγο θα μασουλάω ένα ζεστό τσουρέκι με σταφίδες ή πασπάλισμα καρύδας, με μισό μάτι περίμενα να μου φτάσουν τα μπουκάλια για κάτι τέτοιο. Όταν σκέφτηκα τη γλύκα, αποφάσισα να βρω ακόμα λίγα.
Πλησίασα στον σταθμό του ηλεκτρικού, δίπλα στα παγκάκια που κάθονταν μεσοαστοί και έπιναν μπύρα. Άφησα το σακούλι δίπλα σ ένα περίπτερο και έτρεξα να μαζέψω άλλη μια μπουκάλα που μόλις είχαν πετάξει.
Ώσπου να γυρίσω, ένας βρώμικος τύπος με αγριεμένο βλέμμα ήδη είχε πάρει το σακούλι μου και με κοίταξε τόσο άγρια, που κατέβασα το κεφάλι και έφυγα χωρίς να αντιδράσω.
Έτσι, η ελπίδα του τσουρεκιού χάθηκε σα φέτα σύννεφο.
«Ακόμα κι αυτό είναι δύσκολη δουλειά», σκέφτηκα, προχωρώντας πάνω στους βρεγμένους δρόμους των Αθηνών, με παγωμένα και μουσκεμένα πόδια.
Δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα σ ένα πολυκατοικία στου Ζωγράφου. Ξεθεωμένος, ξάπλωσα σε ένα σκαλοπάτι, σύρθηκα δίπλα στο καλοριφέρ και βυθίστηκα σε έναν παράξενα θερμό ύπνο.
Όταν ξύπνησα, νόμιζα πως ακόμη κοιμόμουν. Ήταν ήσυχα, ζεστά και μοσχοβόλαγε κάτι φανταστικά.
Μια γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο με ένα χαμόγελο φωτεινό όπως ο ήλιος του Μάη.
«Ζεστάθηκες, αστέρι μου; Ξεκουράστηκες; Έλα να φας λίγο, να πας μπροστά», μου είπε γλυκά.
«Είναι τώρα αυτό το σπίτι μου;» ρώτησα, με δυσπιστία ακόμα και στην τύχη μου.
«Αν δεν έχεις σπίτι, ε, τότε αυτό θα είναι το δικό σου», μου απάντησε.
Και μετά, όλα έμοιαζαν παραμύθι. Αυτή η άγνωστη θεία με φρόντιζε, με έντυνε, με τάιζε, και σιγά σιγά της αποκάλυψα τα πάντα για το σπίτι μου, τη μαμά μου, για τη μοναξιά μου.
Η θεία λεγόταν Λυδία, ένα όνομα που πρώτη φορά άκουγα και μου φαινόταν σαν να ταίριαζε σε καλή νεράιδα.
«Θέλεις να γίνω η μαμά σου;» με ρώτησε μια μέρα αγκαλιάζοντάς με σφιχτά, γεμάτη τρυφερότητα που πρώτη φορά ένιωθα αληθινή.
Βέβαια και ήθελα… Όμως η ευτυχία κράτησε λίγο. Μια βδομάδα μετά, η μαμά μου ήλθε να με πάρει.
Ήταν σχεδόν νηφάλια και ούρλιαζε θυμωμένα στη Λυδία: «Ακόμη δεν με έχουν στερήσει τα δικαιώματά μου, είναι δικό μου το παιδί!»
Φεύγοντας μαζί της, πέφτανε νιφάδες και το σπίτι της Λυδίας μου φαινόταν σαν λευκό κάστρο που θα ήθελα να μείνω για πάντα.
Η συνέχεια ήταν χειρότερη. Η μαμά έπινε, εγώ έφευγα, κοιμόμουν στους σταθμούς, μάζευα μπουκάλια και έπαιρνα ψωμί ποτέ δεν γνώριζα κανέναν, ποτέ δεν ζητούσα τίποτα.
Τελικά, με πήγαν σε ορφανοτροφείο, αφού η μαμά έχασε τη φροντίδα μου.
Το πιο θλιβερό ήταν πως όσο κι αν προσπαθούσα, δεν θυμόμουν πώς να βρω το σπίτι της Λυδίας, το σπίτι που φαινόταν να είναι παγωμένο κάστρο.
Πέρασαν τρία χρόνια.
Στο ορφανοτροφείο ήμουν πάντα ο σιωπηλός το μόνο που έκανα με ευχαρίστηση ήταν να απομονώνομαι και να ζωγραφίζω πάντα την ίδια εικόνα: ένα άσπρο σπίτι και χιόνι να πέφτει.
Μια μέρα ήρθε μια δημοσιογράφος η Μαρία, να γράψει ένα ρεπορτάζ. Μαζί της και η κοινωνική λειτουργός, να της δείξει τα παιδιά. Όταν μας πλησίασαν, η κοινωνική λειτουργός είπε:
«Ο Λεωνίδας μας είναι καλό, ενδιαφέρον παιδί, αλλά δεν έχει προσαρμοστεί ακόμα, παρόλο που είναι τρία χρόνια εδώ. Προσπαθούμε να τον βάλουμε σε οικογένεια».
«Χάρηκα, εγώ λέγομαι Λυδία», μου είπε η δημοσιογράφος.
Σαν να ξύπνησα από λήθαργο. Άρχισα να μιλάω ασταμάτητα για τη θεία Λυδία, την καλή μου νεράιδα. Κάθε κουβέντα με έκανε καλύτερα, τα μάτια μου φωτίστηκαν, και στα μάγουλά μου άναψε ρουζ. Η κοινωνική λειτουργός σάστισε με την ξαφνική μεταμόρφωσή μου.
Το όνομα Λυδία έγινε το χρυσό κλειδί της καρδιάς μου.
Η δημοσιογράφος Λυδία δάκρυσε ακούγοντας την ιστορία μου, και υποσχέθηκε να γράψει κάτι στην τοπική εφημερίδα ίσως και να διάβαζε η παλιά Λυδία πως την έψαχνα.
Κράτησε το λόγο της και έγινε θαύμα.
Η Λυδία δεν έπαιρνε εφημερίδα στο σπίτι, αλλά τη μέρα των γενεθλίων της στη δουλειά της χάρισαν λουλούδια, τυλιγμένα σε εφημερίδα λόγω χειμώνα. Μόλις άνοιξε τα λουλούδια είδε τον τίτλο: «Καλή γυναίκα Λυδία, σε ψάχνει ο Λεωνίδας. Αν διαβάζεις, επικοινώνησε!»
Διαβάζοντάς το, κατάλαβε αμέσως και ήξερε αυτός ο μικρός ήμουν εγώ.
Με γνώρισε αμέσως. Τρέξαμε ο ένας στον άλλον. Κλάψαμε όλοι: εγώ, η Λυδία, και οι υπεύθυνοι που παρακολουθούσαν τη σκηνή.
«Σε περίμενα», της ψιθύρισα.
Χρειάστηκε προσπάθεια για να μείνει μακριά μου οι νόμοι ακόμα δεν επέτρεπαν να με πάρει μαζί της αμέσως, είχε διαδικασία υιοθεσίας. Μου υποσχέθηκε ότι θα ερχόταν να με βλέπει καθημερινά.
Υστερόγραφο
Και μετά, η ζωή μου άλλαξε ριζικά. Τώρα είμαι 26 χρονών, τελείωσα το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, είμαι έτοιμος να παντρευτώ μια σπουδαία κοπέλα, είμαι εξωστρεφής, αισιόδοξος και χρωστάω τα πάντα στη μαμά Λυδία.
Μου αποκάλυψε, όταν μεγάλωσα, πως ο άνδρας της την είχε παρατήσει επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, και πως ένιωθε μόνη και απελπισμένη πριν με βρει, παγωμένο και άστεγο, στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Όταν έφυγα από κοντά της, σκέφτηκε πως «έτσι ήταν το πεπρωμένο». Ένιωσε απέραντη ευτυχία όταν με ξαναβρήκε.
Έψαξα, μεγαλώνοντας, τη βιολογική μου μητέρα έμαθα πως νοίκιαζε τότε ένα διαμέρισμα, έπειτα έφυγε με έναν άντρα κι έκτοτε κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται. Δεν συνέχισα. Γιατί να ψάξω;
Για μένα, οικογένεια πάντα θα σημαίνει αγάπη. Όσα σου λείψουν, μπορείς να τα χαρίσεις, αν πρώτα τα βρεις στην καρδιά ενός άλλου.
Το σπίτι τους ήταν πάντα γεμάτο κόσμο. Πάντα είχαν επισκέπτες – κι όλοι έπιναν, έπιναν, το τραπέζι γεμάτο άδειες μπουκάλες, μα καθόλου φαγητό – ούτε ένα κομμάτι ψωμί. Στο τραπέζι μόνο αποτσίγαρα και ένα άδειο κονσερβοκούτι σαρδέλες. Ο Λεωνίδας έψαξε προσεκτικά αλλά δεν βρήκε τίποτα. «Καλά, μαμά, φεύγω», είπε το αγόρι, καθώς τραβούσε αργά τα σκισμένα παπούτσια του. Ήλπιζε ακόμα πως η μητέρα του θα τον σταματήσει, θα του πει, «Πού πας έτσι νηστικός, παιδί μου, έξω κάνει κρύο. Κάτσε μέσα, θα φτιάξω κουάκερ, θα διώξω τους επισκέπτες, θα σκουπίσω το πάτωμα». Πάντα περίμενε μια τρυφερή λέξη, μα από τη μαμά του άκουγε μόνο λόγια-καρφιά, που τον έκαναν να θέλει να κρυφτεί. Αυτή τη φορά αποφάσισε να φύγει για πάντα. Ήταν έξι χρονών και πίστευε πως ήταν αρκετά μεγάλος για να τα καταφέρει. Πρώτο του σχέδιο ήταν να βγάλει λεφτά και να αγοράσει μια μπουγάτσα – ίσως και δύο – το στομάχι του γουργούριζε από την πείνα… Η συγκλονιστική διαδρομή του μικρού Λεωνίδα στους παγωμένους δρόμους της Αθήνας: Ένα αγόρι έξι χρονών, άδεια στομάχια, γεμάτα όνειρα – μπουκάλια για μια μπουγάτσα, μια φιλοξενία που μοιάζει με παραμύθι, η φευγαλέα ζεστασιά μιας «μαγικής» μαμάς Λίλιας, η μοναξιά των παιδικών ιδρυμάτων, και η θαυματουργή επανένωση που έγραψε τη δική της ιστορία αγάπης σε σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.




