Το Σπίτι από Χαρτί

Χάρτινο σπίτι

Ει, Δανάη, θα αργήσουμε!

Έρχομαι, μπαμπά! Η Δανάη πήδηξε στο ένα πόδι, προσπαθώντας να φορέσει μια κάλτσα.

Οι κάλτσες της ήταν αστείες. Η μία ροζ, η άλλη πράσινη. Της τις είχε χαρίσει η θεία της, η Χριστίνα. Κι αυτά τα sneakers, επίσης διαφορετικά. Η Χριστίνα έλεγε πως αυτή είναι τώρα η μόδα.

Η Δανάη την πίστευε. Η θεία της ήταν πάντα μέσα στη μόδα. Έλεγε πως, αν η φύση δε σε βοήθησε με την εμφάνισή σου, παίξε με άλλα μέσα.

Η Δανάη όμως δεν συμφωνούσε με τη θεία της για το θέμα αυτό. Τι πειράζει που δεν είναι το απόλυτο πρότυπο ομορφιάς; Κοκαλιάρα „σαν σκιάχτρο”, όπως έλεγε η γιαγιά, μαύρα μαλλιά και γκρίζα μάτια, η Χριστίνα κατάφερνε πάντα να τραβάει τα βλέμματα κι αυτό το έβρισκε αστείο η Δανάη περπατώντας δίπλα της.

Λες και δεν σε κοιτάζει κανείς! Όλοι γύρισαν και κοίταξαν.

Ποιοι; Έκανε πως δήθεν έψαχνε τριγύρω η Χριστίνα.

Εκείνες τις στιγμές η Δανάη δεν κρατιόταν απ τα γέλια. Τόσο παιδική η θεία της! Ήταν μεγαλύτερη, αλλά δίπλα της η Δανάη ένιωθε κάπως πιο ώριμη.

Η αφέλεια της Χριστίνας την εντυπωσίαζε πάντα.

Μου είπε ότι του αρέσω! Δεν ξέρω τι να κάνω, Δανάη!

Εσένα σου αρέσει;

Πολύ! Μα τον φοβάμαι!

Γιατί;

Είναι πολύ όμορφος. Όλες στο γραφείο τον κυνηγούν. Και κάτι βρήκε πάνω μου! Τρελάθηκα!

Χριστίνα, είσαι και όμορφη και έξυπνη! Γιατί να μη σε θέλει;

Η ερώτηση ρητορική. Όσα κι αν έλεγε η Δανάη, ο τοίχος ανασφάλειας της θείας της έμενε ακλόνητος. Θύμωνε γι αυτό, μέχρι και δάκρυζε ορισμένες φορές.

Κόρη μου, δύσκολο να ταρακουνήσεις ό,τι χτιζόταν χρόνια Ο πατέρας της Δανάης, ο Νίκος, κούναγε το κεφάλι προσπαθώντας να την παρηγορήσει.

Ποιος τα χτίζει, μπαμπά; Γιατί πρέπει ένα όμορφο κορίτσι να νιώθει έτσι; Εσύ δε με μεγάλωσες έτσι!

Εγώ όχι. Οι „καλοί” δάσκαλοι.

Και της Χριστίνας; Ξέρω μπαμπά, μιλάς για τη γιαγιά. Αλλά ποτέ δεν το λες ανοιχτά…

Να σου πω τι; Ότι η μητέρα μου μεγάλωσε λάθος το δικό της παιδί; Δεν είναι σωστό. Είσαι μεγάλη πια και ξέρεις τι σημαίνει σεβασμός στους γονείς. Η μάνα μου μας μεγάλωσε μόνη. Μετά ήρθε ο Στέλιος, ο πατριός σου. Πάντα τον αγαπούσα, ήταν πραγματικός πατέρας για μένα. Περίμενε μέχρι να εξοικειωθώ μαζί του, κι έπειτα μού έμαθε όσα ήξερε. Το πιο σημαντικό: δε μ άφηνε μόνο στη φροντίδα της μαμάς. Μου λεγε πως οι άντρες μεγαλώνουν αγόρια.

Ναι, αλλά γιατί στη Χριστίνα δεν μπήκε ανάλογα στη μέση;

Μπήκε. Μόνο που εκεί δεν του βγήκε σε καλό το πείσμα. Κορίτσι ήταν. Κι έτσι η μαμά ανέλαβε. Μη τη κατηγορείς απόλυτα. Είχε και τους δικούς της λόγους.

Ποιοι λόγοι μπαμπά; Βλέπω τη Χριστίνα και πονάω! Τόσο καλό πλάσμα, αλλά τόσο ανασφαλής και φοβισμένη! Όλα τα φοβάται!

Η μάνα μου φοβόταν πολύ για τη Χριστίνα. Ίσως από εκεί ξεκινάει. Φόβος άγριος. Την κρατούσε απ το χέρι μέχρι το λύκειο σχεδόν. Δύσκολα της ήρθε η Χριστίνα θυμάμαι η μαμά να κινδυνεύει στην εγκυμοσύνη όλη την ώρα. Ετσι δέθηκα εγώ και ο Στέλιος δυο άντρες, μια γυναίκα, τη λατρεύαμε και οι δύο και δεν περνούσε καλά. Αυτό μας ένωσε. Και τότε κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά να είσαι άντρας και να αγαπάς. Ο Στέλιος δεν ήταν των λόγων. Πολύ μαζεμένος. Εσύ βέβαια δε θυμάσαι κρίμα.

Δεν τον θυμάμαι… Εκτός απ το ξύλινο αλογάκι που μού φτιαξε.

Αυτό έκανε όσο σε περιμέναμε. Ήθελε να προλάβει να τελειώσει.

Υπάρχει ακόμη;

Στη σοφίτα. Για τα εγγόνια σου όταν έρθουν.

Μπαμπά!

Ε, όλο και κάποτε θα γίνω παππούς!

Αργεί αυτό!

Ξεκουράστηκα λοιπόν!

Πείραζα έτσι τη Δανάη και εγώ ξαλάφρωνα. Ποτέ δεν ήταν εύκολα τα πράγματα στη δική μας οικογένεια. Η Χριστίνα, όταν ήταν μικρή, αποκαλούσε το σπίτι μας „χάρτινο”.

Γιατί το λες χάρτινο, Χριστινάκι;

Γιατί μοιάζει μ αυτό το χάρτινο τουλίπα που έφτιαξες! Γυρίζει λουλούδι από χαρτί στα δάχτυλα. Έτσι είναι ωραίο! Αλλά αν

Η μικρή κοπάνησε με την παλάμη το λουλούδι.

Γιατί το έκανες;

Είναι άδειο μέσα. Κοίτα! Κάνε άλλο!

Θα το κάνεις ίδιο;

Όχι, θα σου δείξω!

Έβαλε πλαστελίνη στο λουλούδι, γεμίζοντας το κενό και είπε:

Δεν μπορεί να τσαλακωθεί τώρα. Είναι χάρτινο, αλλά δυνατό. Στο δικό μας σπίτι λείπει η πλαστελίνη μέσα.

Έμεινα να σκέφτομαι πόσο ουσιαστικά καταλάβαινε η μικρή τι συμβαίνει γύρω της. Αυτά τα λουλούδια με τα δίδαξε η συμμαθήτριά μου, η Εύα, πάντα με τα χέρια απασχολημένα στην τάξη, να φτιάχνει γερανούς και βατραχάκια. Η Εύα ξεχώριζε διαβασμένη, δημιουργική, πάντα με καλή απάντηση. Κανείς δάσκαλος δεν την μάλωνε. Και ό,τι έφτιαχνε, το μάζευα για τη Χριστίνα. Ήθελε να μάθει κι εκείνη.

Να της ζητήσεις να μου δείξει!

Έπαιρνα άδεια να πάω την αδερφή μου στο πάρκο, δεν σκεφτόμουν κάν να φέρω την Εύα σπίτι ήξερα πως η μάνα μας δεν θα το ήθελε.

Η μητέρα μου, η Μαρία, ήταν αυστηρή. Πολλές φορές υπερβολικά. Την αγαπούσα, την δικαιολογούσα: έλεγα πως φοβόταν για μένα και τη Χριστίνα. Μεγάλωσα με την ιδέα ότι μόνος μου θα φέρω βόλτα το μέλλον. Κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα ούτε η μάνα. Έκανε ό,τι μπόρεσε. Πιο πολύ, όμως, είχε στην έννοια τη Χριστίνα. Και να μην υπολογίζεις, μου έλεγε, τον Στέλιο πατριός είναι, όχι πατέρας.

Το ήξερα πως, αν χρειαζόταν, ο Στέλιος θα ήταν δίπλα μου. Ποτέ πια δεν τον έλεγα „πατριό”. Μπαμπά τον ένιωθα.

Ήξερα ότι όσα μας έλεγε η μάνα όταν εκείνος έλειπε, αν τα άκουγε, θα σταματούσαν αυστηρά και άμεσα. Η δική του θεωρία: οικογένεια και αγάπη πάνω απ όλα κι όλοι να περνάνε καλά. Το καλά όμως είναι σχετικό. Εκείνος ήθελε χατίρια στα παιδιά, η μάνα πίστευε στη σκληρή αγωγή. Και το κυριότερο στον φόβο.

Τη Χριστίνα η μάνα την πρόσεχε με εμμονή. Φοβόταν τα πάντα τις φίλες της Χριστίνας, τις δασκάλες, τους προπονητές. Μόνο δουλειές και σχολείο, με τα παιδιά από απόσταση. Ζεστασιά μόνο στο σπίτι τα άλλα, ξένα, επικίνδυνα. Η μητέρα το άλλαζε όλη τη ζωή της για να μπορεί να ελέγχει. Άλλαξε δουλειά, έκανε δίπλωμα οδήγησης, έφερνε και έπαιρνε τη Χριστίνα παντού. Εγώ βοηθούσα, όταν μεγάλωσε η μικρή, αλλά τότε πια είχα κι εγώ δική μου ζωή και κάποια στιγμή παντρεύτηκα την Εύα.

Μετά, ήρθε και η δική μου κόρη, η Δανάη, η έκπληξη για τη γιαγιά της. Δεν το περίμενε τόσο νωρίς νόμιζε ότι θα γίνω πατέρας στα 25 κι αφού πάρω το πτυχίο μου.

Νίκο! Γιατί τόσο νωρίς; Σκέψου το λίγο Έχεις το πτυχίο μπροστά!

Μάνα, είμαι ενήλικας. Η Εύα περιμένει παιδί, είναι δικό μου, το καταλαβαίνεις;

Μα μπορούσατε να προσέξετε! Υπάρχει λύση

Σταμάτα, μάνα. Όσο κι αν σ αγαπώ, δε θα δεχτώ περισσότερα. Πάρε λίγο χρόνο να το σκεφτείς.

Πέρασα από τη Χριστίνα να την αποχαιρετίσω, μετά στο δωμάτιο του Στέλιου.

Ο Στέλιος αρρώστησε βαριά. Υπέφερε, μα κρατούσε την αγωνία για τον εαυτό του, μόνο σ εμένα έδειχνε κάποιες φορές τι περνούσε.

Εκείνη την τελευταία φορά μού έσφιξε το χέρι, μου δωσε τα κλειδιά του σπιτιού του.

Τα χαρτιά θα τα φτιάξουμε γρήγορα. Μη νοιάζεσαι για τη μητέρα και την αδερφή σου το σπίτι στο χωριό είναι δικό τους, τώρα η αξία του ανεβαίνει. Εσείς να μείνετε εδώ το παιδί σου να χει στέρεο σπίτι. Ξέρεις τι λέω;

Ξέρω, μπαμπά. Σ ευχαριστώ.

Την Δανάη δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει. Γεννήθηκε μια εβδομάδα μετά το τέλος του Στέλιου.

Χωρίς να μου το ζητήσει κανείς, πήρα πάνω μου την ευθύνη της οικογένειας. Η Χριστίνα αναστέναξε με ανακούφιση. Ήξερε ότι φυλάω το χάρτινο λουλούδι ακόμη, πάνω στο γραφείο μου.

Γιατί;

Δε με αφήνει να γίνω κενός, Χριστίνα. Μου θυμίζει το καθήκον μου.

Και ποιο είναι αυτό;

Να δώσω στη ζωή μας περισσότερο βάθος, όχι μόνο στα κορίτσια μου, αλλά και σε σένα και τη μαμά.

Δύσκολο, Νίκο. Δε θα σ ακούσει, όσο κι αν προσπαθήσεις.

Ναι, αλλά μπορώ τουλάχιστον να προσπαθήσω.

Αυτή την κουβέντα η Χριστίνα δεν ήθελε να την τραβήξει παραπάνω απεχθανόταν τη σύγκρουση με τη μητέρα.

Με τη Μαρία όλα ήταν δύσκολα. Μετά τον θάνατο του Στέλιου, κάτι έκλεισε μέσα της. Η Χριστίνα δεν καταλάβαινε την αλλαγή, εγώ ήξερα: θυμόμουν τον δικό μου πατέρα που μας άφησε τα νεύρα της μάνας, το σπασμένο βάζο, την τιμωρία στη γωνία. Από τότε έμεινα λίγο „βράχος” σπάνια έδειχνα τα δάκρυά μου.

Είσαι γερόπετσος, παιδί μου. Εγώ κλαίω, εσύ τίποτα; Δεν με λυπάσαι; Μόνο όταν μ έβλεπε να δαγκώνω τα χείλη μου κόπαζε το ξέσπασμά της και μ αγκάλιαζε.

Προσπαθούσα να προστατέψω τη Χριστίνα. Αλλά να ζούμε στο ίδιο σπίτι δεν μπορούσα. Η Εύα ήταν ευαίσθητη, φύλλο στον άνεμο σχεδόν.

Νίκο, σου το είπα. Τυχεροί που η Δανάη βγήκε γερή. Η Εύα τόσο νέα, με πρόβλημα στην καρδιά Κι εσύ να τρέχεις παντού. Ξέρεις τι σημασία έχει να κάνεις μια σωστή επιλογή

Έσφιγγα τα δόντια. Πόσες φορές έφευγα απ το σπίτι της μάνας με τη μικρή, ξεχνώντας να μάθω έστω πώς ήταν η Χριστίνα.

Δεν παραπονιόταν ποτέ. Έμοιαζε πολύ στον πατέρα της ήσυχη, σοβαρή, έκλεινε τα πάντα μέσα της.

Με τη μάνα, όμως, πάντα πάγος λεπτός. Μια λάθος κίνηση κι ο πάγος έσπαγε κι έμενε στο κρύο του φόβου να τη χάσει. Μοναξιά.

Η Εύα έφυγε όταν η Δανάη ήταν πέντε ετών. Ένα πρωί απλά δεν ξύπνησε. Ετοιμαζόμουν να φύγω για δουλειά άφησα τον βραστήρα, γλίστρησα στα νερά, ο γάτος τρόμαξε, αλλά τίποτα δεν είχε πια σημασία. Με το που κοίταξα το δωμάτιο καταλαβα ότι τελείωσε. Σταμάτησε ο κόσμος, μόνο η Δανάη στο μυαλό μου.

Πήγα στο δωμάτιο της μικρής. Ο γάτος της, το αγαπημένο της παιχνίδι, εκεί. Η Δανάη έμεινε στη γιαγιά της ήξερα ότι πρέπει να μιλήσω στη μάνα

Δυο μήνες μετά, τίποτα δεν θυμάμαι καλά. Έκανα πράγματα μηχανικά. Η Δανάη ήξερε, ένιωθε τα πάντα την έβλεπα ν αγκαλιάζει τον γάτο της και να μιλά στη φωτογραφία της μαμάς της. Τότε κατάλαβα, ήξερε τα πάντα.

Δεν μπήκα στο δωμάτιο. Όταν βγήκε, την πήρα αγκαλιά:

Ποιος σου το πε;

Η γιαγιά. Μου είπε να μη λέω τίποτα για να μη σε στεναχωρήσω.

Σφίγγοντας τη μικρή, κατάλαβα πόσο μόνη την είχα αφήσει με τον πόνο της. Τά βαλα με τον εαυτό μου.

Χειρότερό έγινε όταν αργά ένα βράδυ χτύπησε η πόρτα. Η Χριστίνα, βρεγμένη απ τη βροχή, μπήκε κι έπεσε στην αγκαλιά μου.

Χριστίνα! Τι έγινε;

Πονάω κούνησε κι έπεσε λιπόθυμη σχεδόν στα χέρια μου.

Το επόμενο πρωί, είδα τα εκχυμώσεις στα χέρια της.

Τι είναι αυτά;

Προσπάθησε να τα κρύψει, αλλά δεν τα κατάφερε.

Χριστίνα;

Νίκο, μη με ξαναστείλεις στη μαμά. Σε παρακαλώ. Φοβάμαι

Προσπαθώντας να την ηρεμήσω, καταλάβαινα ότι κάτι σοβαρό έπαιξε. Ήξερα πώς παίζει η μάνα με τα όρια τώρα τα ξεπέρασε.

Πες μου τι έγινε.

Πνιγμένη στα δάκρυα, κούνησε το κεφάλι.

Είναι η μαμά; Ρώτησα, φοβούμενος την απάντηση.

Έγνεψε καταφατικά κι έσφιξε τα χέρια μου.

Μη με δώσεις πίσω σ εκείνη. Όχι τώρα!

Δε θα σ αφήσω ποτέ. Πιστεύεις εμένα;

Ευτυχώς κατάλαβε σωστά και με εμπιστεύτηκε. Κάθισε σοβαρή, σαν τον πατέρα της. Δεν μπορούσα να προδώσω αυτή την εμπιστοσύνη.

Η μαμά έμαθε ότι βγαίνω με τον Μάνο. Τον θυμάσαι;

Εκείνον με τις μπούκλες; Φάε τουλάχιστον αυτό το τοστ!

Δεν μπορώ. γέλασε με μισό καρδιάς Ναι, αυτόν. Δεν κάναμε τίποτα, στο σινεμά πήγαμε δυο φορές!

Και τι έγινε με τη μάνα;

Ούρλιαζε, με ταρακούνησε, με πρόσβαλε Δεν αντέχω άλλο. Γιατί το κάνει αυτό; Τι της έκανα; Τα χω κάνει όλα σωστά. Επειδή δεν μπορώ να σκέφτομαι για σχέσεις όπως εκείνη; Μού λεγε ότι θα κάνω κι εγώ παιδί νωρίς και θα παιδεύομαι σαν εσένα… Συγγνώμη, δεν έπρεπε να το επαναλάβω αυτό

Ξέσπασε σε κλάματα τόσο πικρά και μόνο που δεν ήξερα τι να κάνω. Της φέρθηκα όπως στη μικρή μου κόρη την πήρα αγκαλιά.

Τέρμα τα δάκρυα! Καμία δε θα σε ξαναπληγώσει, το υπόσχομαι. Ούτε καν η μαμά. Υποσχέθηκα στον πατέρα ότι θα σε προσέχω νομίζεις ότι θα το σπάσω;

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

Ωραία. Θέλω να μείνεις με τη Δανάη όσο πάω στη μάνα.

Μην πας!

Θα πάω και να φας το τοστ! Και να πλυθείς πριν δει η μικρή τα μάτια σου.

Η κουβέντα με τη μητέρα ήταν δύσκολη. Φώναζε, απαιτώντας να γυρίσει η Χριστίνα. Της είπα σταθερά:

Θα μείνει εδώ. Για όσο χρειαστεί. Εσύ πρέπει να ηρεμήσεις επίσης.

Μα έχεις δει τα διαγωνίσματα; Οι εξετάσεις, Νίκο!

Μάνα, άκου τον εαυτό σου. Έλληνε; Τι έχουν σημασία τα διαγωνίσματα όταν δεν ξέρεις πού είναι το παιδί σου; Δεν είμαστε μαριονέτες σου! Σταμάτα να μας βλέπεις σαν κούκλες!

Τι λες, αγόρι μου;

Πότε μίλησες μαζί μου σαν μάνα τελευταία φορά; Μετά την Εύα, ποτέ δεν ρώτησες πώς τα περνάω. Ναι, με βοηθάς με τη Δανάη αλλά δεν μας βλέπεις για ανθρώπους, μόνο για υπαλλήλους. Κι η Χριστίνα το ίδιο. Ξέρεις καν καν ότι η αδερφή μου θέλει να γίνει κτηνίατρος, όχι γιατρός; Κι αυτό θα γίνει, το εγγυώμαι.

Δεν μπορείς να αποφασίζεις

Και σου δίνει δικαίωμα αυτό να τη σπας; Αν συνεχίσεις έτσι θα μείνεις παντελώς μόνη.

Φιλώντας τη στο μέτωπο έφυγα απ το σπίτι, κάθισα στη σκάλα έξω, προσπαθώντας να μετρήσω τα σκαλοπάτια. Πόσες φορές τα ανέβηκα, άραγε; Τώρα, δεν είχα τη δύναμη ούτε για ένα βήμα.

Το κινητό χτύπησε στο τσεπάκι, σύρθηκα, σηκώθηκα και πήγα σπίτι. Ήξερα πια τι θα κάνω.

Η τακτική μου άρχισε να δουλεύει. Η Μαρία δεν άντεξε τη σιωπή σε δυο μέρες ήρθε να τα βρει με τη Χριστίνα. Δεν ήταν εύκολη επανασύνδεση χρειάστηκαν πέντε χρόνια με τύπου κούνιας” πολλών ταλαντώσεων και αμφιβολιών.

Όμως η Μαρία άρχισε να καταλαβαίνει ότι τα παιδιά της δεν είναι μικρά πια. Ένιωσε κι εκείνη την ανασφάλεια: Αυτοί οι δύο μαζί κι εγώ;

Η Χριστίνα πήρε πτυχίο και βρήκε δουλειά σε καλή κτηνιατρική κλινική. Η Δανάη, βλέποντας τη θεία της να φέρνει σπίτι κάθε λογής ασθενή, γελούσε δυνατά.

Χριστίνα, αυτός είναι πύθωνας!

Και λοιπόν; Κοίτα τι ήρεμος που είναι! Ζεστός είναι! Πιάστον!

Έχει και όνομα;

Γιώργος!

Η Δανάη απειλούσε πως θα γίνει κι εκείνη κτηνίατρος, όπως η θεία της.

Αυτό μας έλειπε! Έκανα πως σήκωνα τα χέρια στον ουρανό.

Όλα κυλούσαν κάπως ήρεμα δουλειά, σπίτι, σποραδικές συναντήσεις με τη μητέρα. Η Χριστίνα ζούσε μηχανικά, σχεδόν ανέκφραστα. Η Δανάη την πίεζε να γνωρίσει κάποιον χωρίς αποτέλεσμα.

Και τότε, η είδηση:

Θέλω να σας γνωρίσω το αγόρι μου. Μην γελάσετε, ε;

Είναι να κλαις από χαρά! έλεγε η Δανάη, αγκαλιάζοντάς την.

Το δεξί sneaker που είχε σκίσει ο πύθωνας της θείας βρέθηκε τελικά κάτω απ το κρεβάτι του πατέρα. Η Δανάη το φόρεσε και πετάχτηκε στο χωλ.

Είμαι έτοιμη!

Μπα; την κοίταξα με νόημα. Δεν χρειάζεται να βιαστούμε πια.

Μη δραματοποιείς! Έχουμε ώρα ακόμα.

Στο πάρκο εντόπισα το ζευγάρι ν ανασαίνει μακριά.

Μπαμπά, αυτός είναι; Ο περίφημος; Ο Μπούκλας;

Η Δανάη δεν ψιθύριζε, φυσικά, και η θεία έκανε νόημα να ηρεμήσει.

Μάνος.

Νίκος.

Χειραψία, χαμόγελο ευγένεια.

Δανάη.

Μπούκλας! Ο Μάνος γέλασε και κοίταξε τρυφερά την Χριστίνα. Χριστινάκι, χαμογέλα! Θέλω να σε βλέπω έτσι! Μπα, τι φοβερά sneakers! Θέλω κι εγώ!

Η Δανάη, ανακαλύπτοντας το νέο ύφος στα μάτια της θείας της, έμεινε άφωνη. Το ατσάλι είχε γίνει ασήμι. Τόσο όμορφο, που της ξέφυγε ένα αυθόρμητο χειροκρότημα.

Εμείς έτσι είμαστε όλοι λίγο περίεργοι, μάνο. Θα συνηθίσεις!

Με καθησυχάζει αυτό τώρα ξέρω ότι θα ταιριάξω στην ομάδα Ε, στη φαμίλια καλύτερα;

Οικογένεια, Μάνο, οικογένεια! είπε η Δανάη κι έπιασε τον πατέρα αγκαζέ.

Στο τέλος της μέρας κατάλαβα: είτε το σπίτι σου είναι χάρτινο είτε από μπετόν, εκείνο που μετράει είναι η αγάπη και το κουράγιο να το κάνεις στέρεο. Να γεμίσεις τα κενά με κάτι δικό σου και τότε, όλα γίνονται αλλιώς.

Oceń artykuł
Το Σπίτι από Χαρτί