– Εεε, είναι κανείς σπίτι; φώναξε με ανακούφιση η Ειρήνη, αφήνοντας κάτω τις λαμπερές πέδιλες της και αναστενάζοντας ευτυχισμένη.
Όμορφα παπούτσια, χωρίς αμφιβολία, αλλά εντελώς άβολα! Παρασύρθηκε από την εμφάνιση, ενώ έπρεπε να σκεφτεί πώς να τα φοράει με τέτοια ζέστη. Τα λουριά λεπτά, έκοβαν το πόδι… πονεμένη υπόθεση!
Η Ειρήνη σήκωσε τις πέδιλες για να τις τοποθετήσει στην πρωτοποριακή ραφιέρα της εισόδου, όταν ξαφνικά πάγωσε. Δύο μεγάλα, πράσινα μάτια την κάρφωναν από τη γωνία δίπλα στην πόρτα.
– Ποιος είσαι; ψιθύρισε, χωρίς να ξέρει γιατί.
Ο κάτοχος των παράξενων πράσινων ματιών, αντί να απαντήσει, χώθηκε ακόμα πιο βαθιά στη γωνία, κουρνιασμένος, σιγοσφύριζε.
– Κατάλαβα…
Η Ειρήνη, προσεκτικά μην τρομάξει τον αναπάντεχο επισκέπτη, άφησε κάτω τα παπούτσια και έκανε πίσω.
– Δεν σε πειράζω. Ηρέμησε. Θα πάω να μάθω πώς βρέθηκες εδώ. Αν δεν έχεις αντίρρηση. Έκπληξη…
Το πλάσμα απέναντί της συνέχισε να γρυλίζει απειλητικά, τόσο που η Ειρήνη χαμογέλασε αθέλητα.
– Ήρεμα, αγρίμι μου! Είναι το σπίτι μου, δε θα σε πειράξει κανείς εδώ.
Σα να κατάλαβε, σταμάτησε τον θόρυβο, κατέβασε τα μπροστινά του πόδια στο πάτωμα και απλώς την κοίταζε, καρφωμένα.
Η Ειρήνη προχώρησε στον διάδρομο, κοίταξε στο σαλόνι και την κουζίνα ερήμην ακαταστασίας και φασαρίας. Συνήθως το χάος ήταν τέτοιο που έπρεπε να προσέχει πού πατάει ποιος ξέρει! Τα εξαρτήματα από το σετ κατασκευών των παιδιών της ήταν ξαφνικά οξέα και οι νερομπογιές που αγόρασε ο άντρας της για τα μικρά αποδείχθηκαν απίστευτα ανθεκτικές.
Η πόρτα του παιδικού δωματίου μισάνοιχτη, αλλά ούτε ψίθυρος. Η Ειρήνη πήγε ν ανοίξει, πεπεισμένη πως δεν υπήρχε κανείς.
Έκανε λάθος. Και τα τρία „θησαυράκια” της ήταν εκεί. Καθισμένοι στο πάτωμα, με τεντωμένο ένα τεράστιο χαρτόνι μπροστά τους, ζωγράφιζαν όλοι μαζί, μέσα στη σιγή.
– Πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα! Γιατί όμως κανείς δεν ήρθε να με προϋπαντήσει; είπε γελώντας, βλέποντας τα δύο καστανόξανθα κεφαλάκια κι ένα σκούρο.
Ένα ομαδικό „ωχ!” ήταν η απάντηση και οι μαρκαδόροι εκτοξεύθηκαν αριστερά και δεξιά. Η Βασιλική προσγειώθηκε φαρδιά πλατιά πάνω στο χαρτί, κρύβοντας τη ζωγραφιά.
– Μαμά, μην κοιτάς!
Η Ειρήνη, γελώντας, έκρυψε το πρόσωπό της με τις παλάμες.
– Δεν θα κοιτάξω! Αλλά για πείτε μου, τι θηρίο κάθεται στον διάδρομο και μου σφυρίζει έτσι;
Ο Αλέξανδρος, το σκούρο κεφαλάκι, κοίταξε αυστηρά τους μικρότερους, σηκώθηκε και πλησίασε τη μητέρα του.
– Συγγνώμη, μαμά. Θέλαμε να σε προετοιμάσουμε, αλλά δεν προλάβαμε… Εγώ το έφερα.
– Κατάλαβα. Γιατί είναι τόσο φοβισμένο;
– Έχει πληγωμένο πόδι. Το πήρα από τα σκυλιά, κάτω στην αυλή.
Ένα κύμα ανησυχίας κυρίευσε την Ειρήνη.
– Δεν σε χτύπησαν; Πού πονάει;
– Μην ανησυχείς, είμαι μια χαρά. Κυνηγούσαν το καημένο το γατί στον δρόμο. Ήταν τα σκυλιά της κυρίας Ασπασίας. Όχι αδέσποτα.
Η Ειρήνη ήξερε καλά αυτή την αγέλη. Τέσσερα μικρά βαβούρικα σκυλάκια άγνωστης ράτσας, που υπεραγαπούσε η πιο καβγατζού γειτόνισσα στην πολυκατοικία, η κυρία Ασπασία. Όλοι τη γνώριζαν και κανένας δεν τα έβαζε εύκολα μαζί της και τα σκυλιά της είχαν γίνει αιτία για απείρους καβγάδες καθότι δεν τα συγκρατούσε δεν της το επέτρεπαν τα πόδια και το πείσμα της. Έτσι, όλες οι μαμάδες στη Μαρίνου Αντύπα 37 είχαν συμφωνήσει μέχρι τις δέκα το πρωί να μην βγάζουν τα παιδιά στην αυλή. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο από τα παιδιά είχε τρομάξει, και τότε άρχιζε ο γνωστός καυγάς που πάντα έληγε με την εμφάνιση της κυρίας Ασπασίας και το επιβλητικό «Μάθετε να προσέχετε τα παιδιά σας! Εγώ τα δικά μου δεν τα αφήνω απροστάτευτα! Για να μάθετε, η μάνα πρέπει να τα προστατεύει!»
Παρόλη τη φασαρία, η Ειρήνη λυπόταν την κυρία Ασπασία. Ήξερε τι τραβούσε στη ζωή της.
Ο άντρας της ήταν φαινομενικά κόσμιος και εξυπηρετικός, αλλά πίσω από κλειστές πόρτες άλλαζε πρόσωπο αυστηρός, αναίσθητος, επικίνδυνος. Κανείς δεν ήξερε, παρά μόνο αργότερα όταν ο μεγάλος γιος της το ανακάλυψε τυχαία επέστρεψε σπίτι απροειδοποίητα και αντίκρισε τη μάνα του γονατισμένη, καταδυναστευμένη. Η δυνατή Ασπασία άντεχε, σιωπηλή, μόνο για χάρη του παιδιού της καρπός του πρώτου γάμου, ο μοναδικός κόσμος της.
Ό,τι έγινε εκείνη τη μέρα έγινε ακαριαία. Η Ασπασία προστάτευσε τον γιο, ανέλαβε τις ευθύνες, κι όταν όλα τελείωσαν, ο μικρός πήγε στη γιαγιά και η Ασπασία φυλακίστηκε. Όταν απαλλάχθηκε, πρώτα πήρε τον γιο της πίσω και αντάλλαξε το διαμέρισμα της με ένα άλλο στην πολυκατοικία, μην ξαναδεί ποτέ τον παλιό της βίο.
Από τότε, τα σκυλιά της έγιναν η οικογένειά της. Από τυχαία Ιζαμπέλα στην αρχή, μετά Ιζαμπέλα Δεύτερη και Τρίτη, και τα υπόλοιπα, υιοθετημένα όλα απ τον δρόμο.
Τα παιδιά της Ειρήνης δεν είχαν ποτέ θέμα με τα σκυλιά της Ασπασίας.
Μια φορά την εβδομάδα, όταν έκοβε κρέας για την οικογένεια, η Ειρήνη πήγαινε στην Ασπασία μια σακούλα με κόκαλα, ιδιαίτερα αφού είχε δει φωτογραφίες των εγγονιών της.
Μόνο η Ασπασία ήξερε ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν βιολογικός γιος της Ειρήνης. Και όταν μια μέρα τη βρήκε με το καρότσι, είπε προς τους κουτσομπόληδες: «Τι σας νοιάζει σε ποιον μοιάζει το παιδί; Για τα δικά σας κοιτάξτε! Ήμουν κι εγώ ερωτευμένη κάποτε. Όμορφος ο εγγονός σου, Ειρήνη! Τι να μην το ματιάσω!»
Τότε η Ειρήνη τής άνοιξε την καρδιά της πώς ο Αλέξανδρος μπήκε στη ζωή τους.
Πέντε χρόνια προσπαθούσαν για παιδί με τον Μιχάλη χωρίς αποτέλεσμα. Οι γιατροί σήκωναν τα χέρια. «Όλοι καλά, απλώς, ίσως, ασυμβατότητα Ό,τι φέρει η ζωή». Και το έφερε, μα αλλιώς.
Η ξαδέρφη της, η Λυδία, έμεινε έγκυος από τον σύντροφό της, ο οποίος εξαφανίστηκε. Η Λυδία, στα σαράντα, βυθίστηκε σε κατάθλιψη, απέρριψε το παιδί, λέγοντας: «Θα κάνω αποποίηση, δεν το θέλω το παιδί!»
Η μοίρα αποφάσισε μόνη της. Η Λυδία «έφυγε» στη γέννα και ο μικρός Αλέξης έμεινε ορφανός.
Η Ειρήνη, που μεγάλωσε σχεδόν σαν αδέρφια με τη Λυδία, ούτε σκέφτηκε να τον αφήσει σε άγνωστους. Η μητέρα της Λυδίας δεν μπορούσε να τον αναλάβει ηλικιωμένη και άρρωστη. Ο σύζυγος της Ειρήνης, ο Μιχάλης, δεν είπε ούτε λέξη ήξεραν κι οι δύο ότι πλέον ο Αλέξης ήταν ο γιος τους.
Έτσι, η Ειρήνη βρέθηκε «έγκυος» από τη μια στιγμή στην άλλη για τους γείτονες. Έφυγε δύο μήνες για να τακτοποιήσει τα χαρτιά κι όταν γύρισε, απλά απαντούσαν αόριστα με χιούμορ.
Μόνο στην Ασπασία εκμυστηρεύτηκε τα πάντα. «Καλό που μοιράστηκες. Να μη φοβάσαι. Δεν θα πω τίποτα. Το παιδί είναι δικό σου αν εσύ το αποφάσισες. Και να θυμάσαι: μην γίνεις ποτέ διστακτική, η μάνα πρέπει να είναι σίγουρη αλλιώς χάθηκες!»
Η Ειρήνη κράτησε αυτή τη συμβουλή σαν φυλαχτό μέσα της.
Ο Αλέξανδρος μεγάλωνε, σύντομα ήρθαν και τα δικά της παιδιά πρώτα ο Γιάννης και μετά η Βασιλική. Η Ασπασία σπανίως χαμογελούσε, αλλά συγκινούνταν βλέποντας τα παιδιά της Ειρήνης να μεγαλώνουν-δύο καστανόξανθα κεφάλια να κυνηγούν η μια την άλλη στην αυλή, προσφέροντας μπισκότα σε όλα τα σκυλιά της «αγέλης».
Ήρθε όμως και η δυσκολία ο Αλέξανδρος άρχισε να γίνεται επιθετικός με άλλα παιδιά, όχι με τα αδέρφια του. Η Ειρήνη ανησύχησε. Προσπάθησε να μιλήσει αλλά δεν έβγαλε άκρη, ενώ ο σχολικός ψυχολόγος απάντησε: «Παιδιά είναι, μεγαλώνει, θα του περάσει».
Δεν την ικανοποίησε. Ένα απόγευμα ο άντρας της κρατούσε τα παιδιά κι εκείνη πέρασε από την Ασπασία.
– Ήρθες; Το ήξερα, της είπε, προσκαλώντας την στην κουζίνα. Σήμερα έκανα πίτα να φιλέψω τα «παιδιά». Κάτσ να τα πούμε… Για τον μικρό σου ανησυχείς;
– Ναι…
Ξαφνικά η Ειρήνη ένιωσε την ψυχή της να ελαφραίνει. Είπε τα πάντα χωρίς να συγκρατεί εκφράσεις, χωρίς να χαϊδεύει τα λόγια μην πληγώσει κανέναν.
Η Ασπασία απλά άκουγε, με ένα έτοιμο χαρτομάντιλο στο χέρι και γέμιζε το φλιτζάνι της Ειρήνης.
Τελικά της είπε: «Όπως και να χει, να προσπαθήσεις περισσότερο να καταλάβεις. Αν νιώσει ότι είσαι στο πλευρό του, θα σου πει τα πάντα. Και όταν αρχίσει, απλώς άκου. Χωρίς να πετάγεσαι, χωρίς να τον μαλώσεις. Και τότε θα μάθεις πιο πολλά από όσα φαντάζεσαι».
Η Ειρήνη γύρισε αργά το βράδυ, τα παιδιά κοιμούνταν μόνο ο Μιχάλης περιπλανιόταν με το βιβλίο του. Μπήκε σιγά στην παιδική, φίλησε τα ζεστά κεφαλάκια των μικρών και κάθισε στον καναπέ δίπλα στον Αλέξανδρο.
Μαύρα μαλλιά, μελαμψό δέρμα. Δεν έμοιαζε με τα ξανθά αδέλφια του, αλλά ήταν το παιδί της. Το ήξερε με βεβαιότητα.
Στράφηκε, σκέπασε το πρόσωπο στα χέρια και ένιωσε το αγόρι να την αγκαλιάζει.
– Μαμά, γιατί κλαις; Μην κλαις, δεν θα το ξανακάνω!
Τα μάτια του γεμάτα πόνο.
– Ξέρω Πες μου, σε παρακαλώ! Τι έγινε; Ποιος σε πείραξε;
Κι ο Αλέξανδρος μίλησε. Ήταν απλό: όλα τα παιδιά στη γειτονιά έλεγαν πως είναι υιοθετημένος, πως εκείνος είναι «ξένος», πως πραγματική μαμά του δεν είναι η Ειρήνη επειδή δε μοιάζει με τα άλλα.
– Μην ακούς ανοησίες! του είπε, σφιχτά, κοιτώντας τον βαθιά στα μάτια. Δικό μου είσαι! Από την κορυφή μέχρι τα νύχια! Και του μπαμπά σου! Μην ακούς κανέναν. Μόνο μη σταματάς την αγάπη σου επειδή κάποιοι μιλούν απερίσκεπτα. Έξυπνοι άνθρωποι δεν πληγώνουν ποτέ.
Πήγε, έφερε το παλιό οικογενειακό άλμπουμ, και του έδειξε φωτογραφίες: «Να εδώ είναι η γιαγιά νέα. Να κι εγώ μικρή, να και η ξαδέλφη μου η Λυδία. Ο προπάππους σου, μελαχρινός κι επιβλητικός σαν εσένα! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είσαι από την οικογένειά μας».
Ο μικρός, ξαφνικά, ανακουφισμένος. Για μια στιγμή, η Ειρήνη σκέφτηκε να του τα πει όλα, αλλά το μετάνιωσε. Κάποτε θα ερχόταν κι εκείνη η στιγμή. Αλλά όχι τώρα. Τώρα ο γιος της ήταν ήρεμος κι αυτό ήταν το σημαντικό.
Την άλλη μέρα, η κυρία Ασπασία συνάντησε τον Αλέξη στην αυλή και του είπε μεγαλόπρεπα:
– Μπράβο σου, Αλέξη μου! Οι γονείς σου έχουν κάθε λόγο για να είναι περήφανοι για σένα.
Αυτό του αρκούσε. Αν μη τι άλλο, η θεία Ασπασία δεν χαϊδεύει τα αυτιά κανενός!
Η Ειρήνη συνέχισε να συμβουλεύεται την Ασπασία. Μέχρι την ημέρα που χτύπησε την πόρτα της και κανείς δεν άνοιξε. Τα σκυλιά αλυχτούσαν, αλλά η κυρία Ασπασία είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο, χωρίς να ειδοποιήσει ούτε γιο ούτε κανέναν.
Βρήκε η Ειρήνη το νοσοκομείο, πήρε τα κλειδιά της Κυρίας Ασπασίας.
– Ευχαριστώ, καλή μου. Τα σκυλάκια μου θα διαλύσουν το σπίτι άμα δεν τα βγάλει κάποιος…
– Και να τα ταΐσουμε Δεν τρώνε δυο μέρες, καταλαβαίνετε; Την επόμενη φορά να μας τηλεφωνήσετε, ή στον γιο σας. Είμαστε οικογένεια γι’ αυτό είμαστε εδώ. Αν ο γιος σου αρρώσταινε και δεν στο έλεγε, πώς θα ένιωθες;
Η «αγέλη» βγήκε βόλτα, έφαγε, και ο Αλέξανδρος ανάλαβε να τα φροντίζει μέχρι να γυρίσει η κυρία Ασπασία στο σπίτι.
Γύρισε και ο Αλέξανδρος ήθελε να τα βγάζει βόλτα τακτικά. Όμως, τα σκυλιά της Ασπασίας κυκλοφορούσαν ακόμα, και ήταν υπάκουα όταν εκείνος μάζεψε από τα δόντια τους το πληγωμένο γατί που βρέθηκε τυχαία στην αυλή. Ήταν αδύναμο, τριμμένο, γεμάτο μάτια τρόμου… Ο Αλέξανδρος το πήρε, το γατί τον γρατσούνισε, αλλά δεν έτρεξε.
– Είσαι από καλή πάστα, ε; Βρετανικής ράτσας; Πώς χάθηκες έτσι, εσύ;
Το γατί δε μίλησε, αλλά σταμάτησε να προσπαθεί να φύγει.
Οι μικροί ενθουσιάστηκαν με τον καινούριο ένοικο, αλλά αποφάσισαν να προετοιμάσουν τη μαμά τους. Κάθισαν να „συζητήσουν” με το γατί στη γωνιά, καθησυχάζοντάς το και σχεδιάζοντας πώς θα το ανακοινώσουν.
Η Ειρήνη, βλέποντάς τους, γελούσε διαπιστώνοντας τη ζωγραφιά που είχαν φτιάξει αυτή με το γατί στην αγκαλιά, τεράστιο, σχεδόν στην ίδια κλίμακα με εκείνη.
– Και νομίζετε αυτό είναι αρκετό για να επιτρέψω σε αυτό το „θηρίο” να μείνει; Δεν είχα ποτέ γάτα. Δεν ξέρω τι να κάνω!
– Ούτε εμείς! Με αφήνεις να πάω να ρωτήσω την κυρία Ασπασία; Ξέρει τα πάντα για τα ζώα!
Ο ήχος του κουδουνιού διέκοψε τον Αλέξανδρο, και η Ειρήνη χαμογέλασε.
– Ίσως δε χρειάζεται να πας πουθενά Άνοιξε! Και κράτα το φίλο σου κοντά. Τώρα ήρθε η θεία Ασπασία, πολύ βολικό για να τον φροντίσει.
Οι μικροί αντάλλαξαν επιβλητικά βλέμματα και ρώτησαν ψιθυριστά, όπως νωρίτερα η Ειρήνη:
– Μαμά, μπορούμε να τον κρατήσουμε;
– Δεν το είπα κιόλας; Ας μείνει, αν δεν βρεθεί ο ιδιοκτήτης του. Κάποιος πρέπει να τον αγαπάει κι εκείνον, έτσι δεν είναι;
Κι ο γάτος έμεινε. Η Ειρήνη θα αναστέναζε δίνοντας ευρώ στον κτηνίατρο, αλλά σκεφτόταν πως ένα τόσο μικρό τίμημα αξίζει για τα χαρούμενα βλέμματα των παιδιών και τον ζεστό, γκρι σώμα του γάτου να κουλουριάζεται δίπλα της κάθε βράδυ. Ο Αλέξανδρος λίγο παραπονιόταν, η Ειρήνη γελούσε:
– Ξέρει ποιος κάνει κουμάντο!
Το βράδυ, όταν όλα ησυχούσαν και τα παιδιά έχωναν το πρόσωπο στο μαξιλάρι, η γκρι σκιά γλιστρούσε κοντά στην Ειρήνη, ξάπλωνε δίπλα της, μετά έγλειφε διακριτικά την πόρτα της παιδικής. Ο Αλέξανδρος, μισοκοιμισμένος, τον αγκάλιαζε και το ζώο ησύχαζε κι έμενε εκεί ως το ξημέρωμα.
– Καληνύχτα! η απαλή παλάμη χάιδευε τα μαλλιά του παιδιού και τη ράχη της γάτας.
Ησυχία βασίλευε, μέχρι το πρωί καινούρια μέρα καινούριες αγωνίες.
Και όταν κάποια μέρα η κυρία Ασπασία έφυγε να πάει να μείνει με τον γιο της, η Ειρήνη την αγκάλιασε δυνατά, λείανε τις ρυτίδες στα δάχτυλά της από χαρά.
– Σας περιμένουν όλοι! Κι εμείς θα περιμένουμε! Καλό ταξίδι!
Η Ασπασία χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυα, καθώς τα παιδιά κούναγαν τα χέρια αποχαιρετισμού. Κανείς πλέον δεν μουρμούρισε για τη μεγάλη καβγατζού γιατί στα μάτια της φαινόταν καθαρά: ήταν καλή γυναίκα! Είχε ακόμα ζωή μπροστά της. Κι οι γύρω της, καλοί άνθρωποι. Άρα, χαρά και φως δεν θα της έλειπαν πια.
Και θα έχει ακόμα έναν εγγονό, ανέλπιστα, ένα μετακομισμένο νοικοκυριό μια νέα αρχή, σε ένα μεγάλο σπίτι που θα αγόραζε ο γιος της. Και τα σκυλιά επιτέλους το δικό τους αυλή, να φυλούν, όπως ταιριάζει σε αληθινό ζώο.
Δυο φορές τη βδομάδα η κυρία Ασπασία θα κάθεται δίπλα στη γραμμή της εγγονής της και θα περιμένει σύνδεση μέσω βιντεοκλήσης, ακούγοντας τη γνώριμη, γεμάτη αγάπη φωνή:
– Γεια σου, θεία Ασπασία!
Κι ο μεγάλος γάτος θα κλείνει νωχελικά τα μάτια, κουρνιασμένος δίπλα στον μεγαλωμένο πια Αλέξανδρο.
©Κι όταν πέρασε ο καιρός, στον ίδιο εκείνο διάδρομο όπου όλα ξεκίνησαν με δυο φοβισμένα πράσινα μάτια, η Ειρήνη βρήκε τον εαυτό της να γελάει ξανά βιαστική, με τα άβολα πέδιλα στο ένα χέρι και το καλάθι με τις λιχουδιές στο άλλο. Από το δωμάτιο των παιδιών έφτανε η φωνή του Αλέξανδρου, γεμάτη σιγουριά:
– Έλα, γκρι μπόμπιρα, εσύ μαζί μας!
Στο τραπέζι της κουζίνας, η ζωγραφιά με το γατί και τα τρία παιδιά είχε κορνιζαριστεί, διάσημη και άτσαλη· το σαλόνι μύριζε ανθισμένα βασιλικά. Ο Μιχάλης έσκυβε στην αγαπημένη του πολυθρόνα και διάβαζε δυνατά το καινούριο παραμύθι, τα παιδιά χτυπούσαν παλαμάκια κι η γάτα, μεγαλωμένη, χουρχούριζε ανακατεμένη στους ήχους και τα χάδια.
Κάποια βράδια η Ειρήνη έβαζε δυο ποτήρια λεμονάδα στην αυλή, άφηνε την πόρτα ανοιχτή κι έπαιρνε το τηλέφωνο. Πάντα, πρώτα, άκουγε το «Για λέγε, ηρωίδα!» της κυρίας Ασπασίας. Και μετά η γειτονιά άκουγε ιστορίες για παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στην αγάπη, για σκυλιά και γάτους που έγιναν οικογένεια «από επιλογή», για ανθρώπους που έμαθαν να συγχωρούν και να προστατεύουν, ό,τι κι αν έρθει.
Εκείνα τα καλοκαιρινά μεσημέρια, με τον αέρα μυρωδάτο απ τα γεράνια της Ασπασίας, η Ειρήνη ήξερε πια κάτι βαθύτερο: πως το σπίτι δεν το φτιάχνει το τσιμέντο, ούτε το χρώμα το φτιάχνουν οι αγκαλιές στο χολ, τα ζώα στις γωνιές, τα γέλια και τα μηνύματα που σου υπενθυμίζουν να μην διστάζεις: Ό,τι αγαπάς, το κρατάς σφιχτά.
Και αν κάποιες φορές το βράδυ λυγίζεις, πλευρό σου θα ναι πάντα μια γάτα, ένα παιδί, μια παλιά φίλη ή ακόμα κι εκείνες οι άβολες πέδιλες που σου υπενθυμίζουν γιατί γύρισες σπίτι…
Έτσι μεγάλωσε η οικογένεια κι έμεινε δεμένη, με τις μικρές απρόσμενες χαρές και τις ιστορίες που τις λένε μόνο σ αυτούς που αντέχουν να αγαπούν δυνατά και αληθινά.
Και στο κατώφλι πάντα, κάποιος θα ρωτά γελώντας:
– Εεε, είναι κανείς σπίτι;
Και θ ακούγεται, ξανά και ξανά, το πιο όμορφο νιαούρισμα.





