Το να είσαι ευτυχισμένη είναι υποχρέωσή σου

Να είσαι ευτυχισμένη, είναι υποχρέωση

Ο πατέρας της Μυρτώς έφυγε από το σπίτι για μια άλλη γυναίκα, όταν η μικρή ήταν μόλις τεσσάρων χρονών. Έφυγε αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά, στην πόρτα είπε στην κόρη του «συγγνώμη» και έκλεισε πίσω του την εξώπορτα.

Η μαμά της το πήρε μάλλον ψύχραιμα σχεδόν σα να το περίμενε. Στην οικογένειά της, καμιά γυναίκα δεν είχε κρατήσει δεσμό που να αντέξει στο χρόνο. Όμως, δυο βδομάδες μετά, μέσα στη νύχτα, η μαμά ήπιε όλα τα χάπια αναλγηνίνης και υπνωτικού που βρήκε στο σπίτι και αποκοιμήθηκε για πάντα, ήσυχα, χωρίς φασαρία.

Το πρωί η Μυρτώ προσπαθούσε ώρα να ξυπνήσει τη μαμά της, φώναζε δυνατά, μετά έφαγε ό,τι περίσσεψε στο ψυγείο, ξαναγύρισε να τη σκουντήσει. Στο τέλος κουράστηκε, ξάπλωσε δίπλα της και αποκοιμήθηκε αγκαλιά.

Ο Ιανουάριος φεύγει γρήγορα στην Αθήνα, όταν ξύπνησε είχε κιόλας αρχίσει να βραδιάζει. Τρεμούλιαζε από το κρύο, τύλιξε πιο σφιχτά την κουβέρτα και χώθηκε πάνω στη μαμά της, μα το σώμα της ήταν παγωμένο ένας πάγος. Εκεί κατάλαβε η Μυρτώ γιατί κρύωνε τόσο πολύ. Τα μάτια της έτσουξαν και δάκρυα έκαψαν το πρόσωπό της.

Στην είσοδο άνοιξε η πόρτα. Η Μυρτώ πετάχτηκε. Ήταν η θεία της, η Σοφούλα, η μικρότερη αδερφή της μαμάς.

Μυρτώ, εσύ είσαι; Πού είναι η μαμά; Της τηλεφωνώ όλη μέρα και δεν απαντάει, έχω τρελαθεί από την ανησυχία!

Η Μυρτώ άρπαξε τη θεία από το παλτό και την τράβηξε προς το δωμάτιο. Τα μάτια της πρησμένα, της έδειχνε κατατρομαγμένη προς το υπνοδωμάτιο με το δάχτυλο, φώναζε χωρίς να βγαίνει ήχος. Το στόμα ορθάνοιχτο, το πρόσωπο παραμορφωμένο, δάκρυα και μύξες να τρέχουν μα απ το λαρύγγι τίποτε, απόλυτη σιωπή.

Η Σοφούλα δεν απέκτησε ποτέ παιδιά. Μετά από πέντε χρόνια, ο άντρας της την άφησε γι αυτό ακριβώς, κι ας τον τάιζε κάθε μέρα παστίτσιο και γιουβαρλάκια. Τη Μυρτώ την αγαπούσε σαν δικιά της, δεύτερη μάνα της, με τα όλα της. Μετά το κακό, έτρεξε, πήρε όλα τα χαρτιά της επιμέλειας κι η Μυρτώ έμεινε μαζί της. Την τύλιξε με φροντίδα, έτρεχε σε γιατρούς, σε ψυχολόγους, τρία χρόνια. Μα η φωνή της ανιψιάς, εκεί έμεινε. Τίποτα.

Εκείνον τον χειμώνα, το κρύο ήρθε στα Φώτα, παρέα με χιόνι κανονικό, σκληρό που σκουρίζει. Η Μυρτώ με τις φίλες της όλη μέρα τσουλούσαν με έλκηθρο στο πάρκο, έφτιαξαν ολόκληρη οικογένεια από χιονάνθρωπους, βουτούσαν στις στοίβες χιόνι κι έκαναν «αγγέλους», ελληνική εκδοχή.

Φτάνει, πάμε σπίτι. Τα ρούχα σου έχουν γίνει σαν παστέλι από το χιόνι, και τα γάντια σου έγιναν παγάκια. Πάμε, θα περάσουμε κι από το Μασούτη για μακαρόνια και γάλα, φώναξε η Σοφούλα.

Μπροστά απ το παντοπωλείο μπαινόβγαινε κόσμος συνεχώς, αλλά ένας κόκκινος γάτος καθόταν σοβαρός δίπλα στην είσοδο. Με τα μάτια μισόκλειστα, λες και βαριόταν τα πάντα, μονάχα τις πατούσες άλλαζε γιατί κρύωνε. Η Μυρτώ τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του κι έκανε νόημα στην θεία να πάει μέσα.

Εντάξει, αγοράκι μου, μπαίνω. Εσύ εδώ, μη φύγεις ούτε βήμα!

Η Μυρτώ χάιδεψε τον γάτο αργά. Εκείνος ανακάθισε, τέντωσε τη ράχη με ενθουσιασμό, κι άρχισε να γουργουρίζει. Τον αγκάλιασε από το λαιμό, έτριψε το κεφάλι του στο μάγουλό της. Κι έτσι όπως τον κρατούσε, τα δάκρυά της άρχισαν να κυλούν και ο γάτος τα έγλυψε, φτερνιζόταν αλλά συνέχιζε ακούραστος.

Μπλιαχ, τι κάνεις, μωρέ; Είναι του δρόμου ο γάτος, όλο βρόμα.

Η Σοφούλα άρπαξε τη Μυρτώ και την έσυρε ως το αυτοκίνητο, εκείνη αντιστάθηκε, κλωτσούσε, αλλά τελικά τη φόρτωσαν πίσω, στη θέση με τις ψάθες.

Ο γάτος πλησίασε κι αυτός το αυτοκίνητο, κοίταξε τη Μυρτώ και νιαούρισε.

Δεν πρέπει, είναι δικός μου πια, και τον αφήνω, ψιθύρισε η Μυρτώ, κολλώντας γεμάτη δάκρυα στο τζάμι.

Μίλησες; Μυρτώ, το είπες; Ξαναπες το, σε παρακαλώ! ψιθύρισε η θεία, μ ανατριχίλα μέχρι τα νύχια των ποδιών της.

Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε. Θα πεθάνει χωρίς εμένα! ούρλιαξε η Μυρτώ κατάμουτρα στην θεία της.

Η Σοφούλα πέταξε τα κλειδιά, βγήκε σαν σίφουνας, άρπαξε τον γάτο και κάθησε μαζί της πίσω. Ο γάτος, από το φόβο, κόλλησε τα νύχια του στο παλτό της, μα μόλις είδε τη Μυρτώ, πήδηξε στα πόδια της και βολεύτηκε.

Τον θες το γάτο, δικός σου! Να μου το 'λεγες από την αρχή, θα στον έβρισκα εγώ, της χαμογέλασε πλατιά η Σοφούλα, τόσο ανακουφισμένη που για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια άκουσε τη φωνή της ανιψιάς της.

Oceń artykuł
Το να είσαι ευτυχισμένη είναι υποχρέωσή σου