Το Μυστικό
Σε έναν μικρό οικισμό κάπου στη Βόρεια Ελλάδα, που περισσότερο έμοιαζε με χωριό παρά με πολίχνη, ζούσε κάποτε μια κοπέλα, η Δανάη. Η μητέρα της, πάντα με το μυστήριο στο αίμα, πήρε μια μέρα τη μικρή στην ηλικιωμένη χαρτορίχτρα του χωριού. Εκείνη, με βλέμμα βαθύ και πανάρχαια λόγια, άπλωσε τα χαρτιά και είπε:
Η Δανάη σου θα ναι γεμάτη χαρά στη ζωή. Όλα θα της πάνε δεξιά. Μόνο που γαμπρό δίπλα της δεν βλέπω.
Η Δανάη τότε δεν ήταν παραπάνω από δέκα χρονών. Δεν κατάλαβε καλά-καλά τι σήμαιναν τα λόγια της γριάς, μα της έμειναν χαραγμένα στο μυαλό σαν ανεξίτηλο σημάδι.
Τα χρόνια κύλησαν. Η Δανάη μεγάλωσε, έγινε ψηλόλιγνη και όμορφη, μελαχρινή στο χωριό όλοι οι νέοι τα χαν χαμένα μαζί της. Μα η ίδια ποτέ δεν διάλεξε στα σίγουρα κάποιον. Άλλοτε έβγαινε με έναν, άλλοτε με κάποιον άλλον.
Τελειώνοντας το λύκειο, ενώ μπορούσε να φύγει και να σπουδάσει στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, προτίμησε να μείνει στο χωριό της και να δουλέψει στο τοπικό τυροκομείο. Κουτσομπολιά έλεγαν πως κάτι είχε με κάποιον από τους προϊστάμενους, μα μαζί κανείς δεν τους είχε δει.
Οι μεγαλύτερες γυναίκες έλεγαν στην καινούργια στο εργοστάσιο:
Μη ριζώσεις εδώ, Δανάη, θα περάσει η ζωή και ούτε που θα το καταλάβεις. Στην πόλη να πας, με τέτοια χαρίσματα θα σ αρπάξουν πριν καλά-καλά πατήσεις.
Η Δανάη το άκουγε, χαμογελούσε ευγενικά και δεν έλεγε τίποτα.
Ξάφνου, το χωριό σείστηκε από τη φήμη: Η Δανάη είναι έγκυος! Άρχισαν όλοι να κάνουν υποθέσεις, να κουβεντιάζουν και να προσπαθούν να μαντέψουν ποιος τάχα ήταν ο πατέρας του παιδιού. Ό,τι και να είπαν, κανείς δεν έμαθε ποιος ήταν πραγματικά.
Η μητέρα της, θυμωμένη και ντροπιασμένη, την έδιωξε:
Τα κατάφερες να ντροπιάσεις το σόι. Μονάχη σου να τα βγάλεις πέρα! Έχεις ένα μήνα να βρεις πού θα πας.
Εντάξει, μάνα, είπε ήσυχα η Δανάη. Θα φύγω. Και μην περιμένεις να ξαναγυρίσω.
Δύο βδομάδες μετά, η Δανάη είχε αγοράσει μερικά παλιά ευρώ ένα μικρό πέτρινο σπίτι στις άκρες του χωριού, με όλα τα απαραίτητα για να ζήσει. Έλεγαν οι γείτονες πως βρήκε το σπίτι για ψίχουλα, καθώς τα παιδιά της παλιάς ιδιοκτήτριας το πούλησαν γρήγορα. Κανείς όμως δεν κατάλαβε από πού βρήκε τα λεφτά.
Κι από κει άρχισε η άλλη ζωή της. Το σπιτάκι σε λίγο έγινε κόσμημα. Καινούριος φράχτης, πηγάδι στην αυλή, λουλούδια παντού. Περίεργοι εργάτες ήρθαν και της έστησαν μέσα σε λίγες μέρες όλα όσα χρειαζόταν. Λίγο αργότερα, ήρθαν καινούριες οικιακές συσκευές κι έπιπλα όλα με μια παραγγελία στη Λάρισα. Η Δανάη κυκλοφορούσε με χαμόγελο πλατύ, πιο ευτυχισμένη από ποτέ μόνο σαν εγκαταλειμμένη δεν έμοιαζε.
Το φθινόπωρο απέκτησε ένα γιο, τον Νικόλα. Ένα όμορφο γαλάζιο καρότσι στόλιζε την αυλή του σπιτιού της. Η Δανάη συνήλθε γρήγορα και ομόρφυνε ακόμα περισσότερο. Καλοφτιαγμένη πάντα, με τα ρούχα της προσεγμένα, περπατούσε στον τόπο της με το κεφάλι ψηλά, γεμάτη αξιοπρέπεια.
Στο σπίτι δούλευε σκληρά: παιδί και μωρό, κήπος, ξυλοκάρβουνο στη σόμπα, ψώνια στο μαγαζί, πλυντήριο στο χέρι. Όμως δεν παραπονέθηκε ποτέ. Από μικρή ήταν μαθημένη στη δουλειά, τα κατάφερνε καλύτερα από όλους.
Με τον καιρό, οι γειτόνισσες τη συμπάθησαν. Καμιά φορά κάθονταν να φυλάνε τον μικρό όταν εκείνη είχε έξτρα δουλειά. Βοηθούσαν και στο μποστάνι: ο άντρας της μιας έσκαβε, η άλλη ξεχορτάριαζε. Τις περισσότερες φορές όμως, η Δανάη τα έκανε όλα μόνη της.
Όταν ο Νικόλας έγινε δυο χρονών, μια μέρα μια γειτόνισσα ήρθε λαχανιασμένη:
Το μαθες; Η Δανάη είναι πάλι έγκυος!
Σοβαρά μιλάς, ή τα μπερδεύεις;
Εγώ η ίδια την είδα!
Το κουτσομπολιό φούντωσε ξανά. Όλοι ρωτούσαν: ποιος να ήταν αυτή τη φορά; Μάταια, ποτέ κανείς δεν την είδε με άντρα.
Η Δανάη αδιαφορούσε για τα λόγια του κόσμου. Αντίθετα, στον κήπο της φύτρωσε ένα σύγχρονο θερμοκήπιο και στη γωνιά της αυλής χτίστηκε φαρδιά και μοντέρνα αποθήκη. Ακόμα και η εταιρεία αερίου έστριψε τον αγωγό, έτσι ώστε το σπίτι της είχε φυσικό αέριο.
Από πού βρίσκει όλα αυτά τα χρήματα μια μόνη γυναίκα; ρωτούσαν στο χωριό. Κάποιος μεγάλος της κάνει τα έξοδα, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση
Το μυστήριο της Δανάης έμεινε βαθιά κρυμμένο. Λίγους μήνες μετά, στην αυλή βρέθηκε πάλι το ίδιο γαλάζιο καρότσι είχε γεννηθεί ο δεύτερος γιος της, ο Πέτρος. Και σε άλλα δύο χρόνια, ήρθε και ο Μιχάλης.
Τρεις γιους απέκτησε η Δανάη, κι όμως κανένας δεν ήξερε για τον πατέρα τους. Άλλοι γελούσαν στα μούτρα της, άλλοι έβρισκαν το θάρρος και την αξιοπρέπειά της σπάνια. Οι γιοι της, πάντα καθαροί, χαρούμενοι, κι εκείνη ποτέ δεν άγγιζε κρασί στο χέρι, δουλεύοντας ακατάπαυστα.
Η μητέρα της, χρόνια πέρα, δεν της μίλαγε, ούτε είχε δει ποτέ τα εγγόνια της.
Κι η Δανάη, με το κεφάλι ψηλά, προχωρούσε τα βήματά της ατάραχη.
Ώσπου, μια μέρα, σταμάτησε έξω από το σπίτι της ένα πολυτελές αμάξι. Από μέσα βγήκε ο κύριος Βασιλάκης, ο διευθυντής του τυροκομείου, με μια τεράστια ανθοδέσμη στα χέρια. Μπήκε μέσα και ώσπου να βγει, είχαν συγκεντρωθεί εκεί όλο το χωριό και παραδίπλα.
Όλοι ήξεραν πως πριν ένα χρόνο εκείνος είχε χάσει τη γυναίκα του, μετά από χρόνια ασθένειας. Μέχρι το τέλος, δεν την εγκατέλειψε.
Όταν βγήκε έξω με τη Δανάη, πλήθος στέκονταν γύρω τους. Ο κύριος Βασιλάκης την πλησίασε, της έδωσε ένα φιλί μπροστά σε όλους και ανακοίνωσε δυνατά:
Η Δανάη δέχτηκε να γίνει γυναίκα μου. Μαζί με τους γιους μας, σας καλούμε όλους στον γάμο μας!
Σιγή βαριά είχε απλωθεί παντού. Τότε ήταν που ξαφνικά κόσμος παρατήρησε πως τα παιδιά της έμοιαζαν τόσο πολύ στον Βασιλάκη που δυσκολεύονταν να το πιστέψουν.
Αμέσως άρχισαν οι ευχές!
Μετά από έναν υπέροχο γάμο με όλο το χωριό παρόν, η οικογένεια μετακόμισε στο σπίτι του Βασιλάκη. Όλοι βοηθούσαν με τα πράγματα.
Κι έναν χρόνο μετά, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, το φως όλης της οικογένειας…
Έτσι, όπως πέρασαν τα χρόνια, μόνο ένα έμενε στο νου: να μην εμπιστεύεσαι πάντα τα λόγια της χαρτορίχτρας.



