Το Λευκό Παλτό Η Μαρία ζούσε σε ορφανοτροφείο από πέντε χρονών. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί βρέθηκε εκεί — θυμόταν μόνο τη μέρα που η γιαγιά της δεν ξύπνησε ποτέ ξανά και η μητέρα της δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι. Μετά ήρθαν ξένα χέρια, βαμμένοι τοίχοι και μια μυρωδιά βραστής λαχανίδας που νόμιζλες πως δε θα φύγει ποτέ. Στην αρχή, έκλαιγε μόνο τα βράδια, μετά ούτε αυτό. Έκανε μόνο ό,τι της ζητούσαν: ήσυχα, προσεκτικά, με μια κρυφή ελπίδα πως αν δείξει επιμέλεια, ίσως της χαριστεί κάτι αληθινό στη ζωή της. Από όλους τους χώρους του ορφανοτροφείου, εκεί που ένιωθε καλύτερα ήταν το γυμναστήριο. Ήταν μεγάλο, με ξύλινα σανίδια που έτριζαν και παράθυρα γεμάτα σκόνη πάνω ψηλά, μα για κάποιο λόγο τραβούσε πάντα τη Μαρία. Μετά το μικρό, στενό δωμάτιο με τα τέσσερα κρεβάτια, το γυμναστήριο της φαινόταν σαν παλάτι. Κι όταν ο πορτοκαλί φουσκωτός μπάλα μπάσκετ άρχιζε να χτυπά ρυθμικά στο ξύλινο πάτωμα, τα ξεχνούσε όλα. Αν μάλιστα κατάφερνε να βάλει καλάθι, εκείνη τη στιγμή ένιωθε σχεδόν ευτυχισμένη. Σχεδόν, γιατί απόλυτη χαρά υπάρχει μόνο στην οικογένεια — έτσι πιστεύουν όλα τα παιδιά και φυλάνε γι’ αυτήν μια γωνιά στην ψυχή τους, περιμένοντας την ώρα που θα γελάσουν και θα χαρούν ξανά. Η Μαρία ήταν γρήγορη και δυνατή και είχε καλή σχέση με τη μπάλα. Κάποια στιγμή η υπεύθυνη, η κυρία Ναταλία, της είπε: «Έχεις αθλητικό χαρακτήρα, Μαρία, θα πάρω τηλέφωνο έναν γνωστό προπονητή, να δούμε αν μπορέσουμε να σε βάλουμε σε κανονικό τμήμα μπάσκετ.» Και τα κατάφερε. Από τα δώδεκά της, άρχισε να πηγαίνει σε προπονήσεις. Πρωταγωνίστησε στην ομάδα του δήμου, μετά της πόλης και τελικά στον μεγάλο τελικό του Νομού έγινε η καλύτερη παίκτρια του αγώνα με 32 πόντους. Όταν ο πρόεδρος του αθλητικού συλλόγου της παρέδωσε το μετάλλιο, της είπε με περηφάνεια: «Μπράβο, κορίτσι μου, σε περιμένει μεγάλο μέλλον!» Η Μαρία παραλίγο να βάλει τα κλάματα, αλλά όλοι θεώρησαν πως ήταν από χαρά. Όταν, λίγο αργότερα, βγήκε μόνη από το γυμναστήριο, ο πρόεδρος σταμάτησε το αυτοκίνητό του. – Μαρία, δεν σε περιμένει κανείς να γυρίσετε μαζί; – Μένω στο Παιδικό Χωριό „Ελπίδα”, είναι τέσσερις στάσεις με το τραμ. – Έλα να σε πάω εγώ, εγώ είμαι ο κύριος Γιώργος. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε να της αξίζει κάτι καλό. Την άλλη μέρα, η κυρία Ναταλία την ενημέρωσε πως ο κύριος Γιώργος ρώτησε τι χρειάζεται περισσότερο η Μαρία Γαλάνη. Η απάντησή της ήταν απλή — τίποτα, εκτός ίσως από ένα παλτό, γιατί μεγάλωσε και όλα τα παιδικά ρούχα της ήταν πια μικρά. Ο κύριος Γιώργος ρώτησε το νούμερο – και η κυρία Ναταλία της εμφάνισε ένα χαρτί τυλιγμένο με σπάγκο. Μέσα, ένα ολοκαίνουργιο, λευκό παλτό με άψογη εφαρμογή. Η Μαρία σάστισε από ευτυχία – ήταν το πρώτο καινούργιο ρούχο που είχε ποτέ· όλα τα άλλα είχαν ξένες ετικέτες και ονόματα γραμμένα με μαρκαδόρο. – Μα, Θεέ μου, Μαράκι, τέτοιο παλτό φοράνε μόνο ηθοποιοί στις ταινίες! Για δοκίμασε γρήγορα! Ήταν σαν να την αγκάλιαζε κάποιος αόρατος – τόσο όμορφα της ταίριαζε. Και το καλύτερο όλων: ήταν πραγματικά δικό της. Ένα δεύτερο δώρο: μια πρόσκληση σε κατασκήνωση στον «Φάρο της Νιότης». Οι μέρες περνούσαν – και η Μαρία δεν ήθελε να αφήσει λεπτό το πανέμορφο παλτό, ούτε στην κατασκήνωση, αν και ήταν καλοκαιρί. Οι υπόλοιπες κοπέλες της κατασκήνωσης στην αρχή τη σχολίαζαν. «Σαν της γιαγιάς σου το παλτό», της είπαν μερικές. Κάποια στιγμή, όμως, όταν χρειάστηκε, δεν δίστασε να το προσφέρει σε όποια το είχε ανάγκη για να ζεσταθεί. Το παλτό άλλαξε αρκετές φορές χέρια — και κάθε φορά γυρνούσε στη Μαρία με ένα μικρό δωράκι, μία σοκολάτα, ένα μήλο, ένα χυμό, που όλα μαζί έκαναν την καρδιά της να ανοίγει λίγο παραπάνω. Κάποτε, όταν η φίλη της Δάφνη έμπλεξε στα δύσκολα με μερικά αγόρια εκτός κατασκήνωσης, η Μαρία στάθηκε αμέσως δίπλα της και κατάφερε να τις προστατέψει χρησιμοποιώντας, για άλλη μια φορά, την αποφασιστικότητά της και το μπάσκετ. Το επόμενο πρωί, η Δάφνη της φώναξε: «Είσαι αδερφή μου πια! Θα σε μάθω βολέι!» Και όλη τους η σχέση άλλαξε — οι υπόλοιπες κοπέλες σταμάτησαν τα σχόλια και η Μαρία έπαψε να νιώθει μόνη. Την ημέρα της Επίσκεψης Γονέων, όμως, κανείς δεν ήρθε για εκείνη. Προσέφερε το παλτό της σε όποιον το χρειαζόταν να βγει στο χιόνι, κι εκείνες της έφεραν ό,τι μπορούσαν – γλυκά, πορτοκάλια, τσιχλόφουσκες. Μέχρι που εμφανίστηκε η μητέρα της Δάφνης — μια γυναίκα με βλέμμα ζεστό σαν της κυρίας Ναταλίας – και της πρότεινε να γίνει η νέα της μαμά, με τη Δάφνη δίπλα να παρακαλά να δεχτεί να γίνει αδερφή της. Κι όταν η Μαρία το δέχτηκε, όλοι κατάλαβαν ότι μια νέα, αληθινή οικογένεια μόλις γεννήθηκε. Έτσι το κορίτσι με το λευκό παλτό άφησε πίσω το ορφανοτροφείο, άνοιξε διάπλατα την καρδιά της στη χαρά και έγινε η ψυχή της κατασκήνωσης – κι όλα της τα δώρα τα μοιράστηκε πάντα με όλους γύρω της. Και στο τέλος του καλοκαιριού, όταν ο μεγάλος μικροφωνικός της κατασκήνωσης φώναξε πως «Οι γονείς της Μαριάνας και της Δάφνης τις περιμένουν», τα δυο κορίτσια έτρεξαν χέρι-χέρι και ήξεραν – αυτή ήταν η αρχή της καλύτερης μέρας της ζωής τους.

Λευκό παλτό

Η Μαριάνθη μένει σε παιδικό ίδρυμα από τα πέντε της. Δεν έχει καταλάβει ακριβώς γιατί, θυμάται μόνο πως ένα πρωί η γιαγιά της δεν ξύπνησε κι η μητέρα της δεν επέστρεψε ποτέ. Μετά ήρθαν ξένα χέρια, βαμμένοι τοίχοι και μια μυρωδιά λαχανίδας που μοιάζει να μη φεύγει ποτέ. Στην αρχή, έκλαιγε τα βράδια. Κάποια στιγμή σταμάτησε. Απλά ζούσε και μάθαινε: ήσυχα, με επιμέλεια, λες κι ελπίζει πως για την προσπάθειά της θα κερδίσει κάτι αληθινό.

Απ όλους τους χώρους του ιδρύματος, πιο πολύ λατρεύει το γυμναστήριο. Είναι μεγάλο, με παλιά ξύλινα πατώματα που τρίζουν και παράθυρα ψηλά με σκόνη, μα ασκεί πάνω της μια σχεδόν μαγική έλξη. Μετά το στενό δωμάτιο Νο8 με τις τέσσερις κουκέτες όπου κυλάει όλη της η μέρα, το γυμναστήριο φαντάζει παλάτι. Κι όταν το φουσκωμένο πορτοκαλί μπάσκετ αρχίζει να χτυπάει ρυθμικά στο ξύλο, όλα τα βάσανα ξεχνιούνται. Όταν, δε, καταφέρνει να το βάλει στο καλάθι, νιώθει σχεδόν ευτυχισμένη. Γιατί όμως σχεδόν; Γιατί όλοι οι μικροί πιστεύουν πως πραγματική ευτυχία υπάρχει μόνο σε οικογένεια, κι έτσι κρατούν ένα μικρό παραθυράκι ανοιχτό στη ψυχή τους, περιμένοντας να γελάσουν ολοκληρωτικά κάποια μέρα.

Η Μαριάνθη τρέχει γρήγορα, πηδάει ψηλά, ο μπάσκετ την υπακούει. Η παιδαγωγός, η κυρία Ελευθερία Παπαδοπούλου, της λέει μια μέρα: «Έχεις ταλέντο στον αθλητισμό, Μαριάνθη! Θα τηλεφωνήσω σε έναν φίλο προπονητή να σε βάλουμε σε αληθινή ομάδα.»

Και τα καταφέρνει.

Από τα δώδεκα, η Μαριάνθη προπονείται κανονικά. Πρώτα στη μικρή ομάδα του δήμου, μετά σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Κι όταν φτάνει στον τελικό των σχολικών αγώνων της Κεντρικής Μακεδονίας, γίνεται η καλύτερη παίκτρια του ματς, σκοράροντας 32 πόντους για την ομάδα της.

Όταν της φοράνε το μετάλλιο, ο πρόεδρος του αθλητικού οργανισμού, ο κύριος Ιάσονας Βασιλείου, της χαμογελάει: «Συγχαρητήρια, έχεις μεγάλο μέλλον μπροστά σου, κόρη μου.» Τα μάτια της Μαριάνθης βουρκώνουν τα θεωρεί δάκρυα χαράς, όμως εκείνη ξέρει πως δεν είναι μόνο αυτό. Καθώς τη βλέπει να φεύγει ολομόναχη μέσα στη νύχτα μπροστά από το γυμναστήριο, τη σταματά.

Μαριάνθη, γιατί είσαι μόνη; Πού μένεις;
Στο Ίδρυμα ΑΛΚΥΟΝΗ, τέσσερις στάσεις με το λεωφορείο από εδώ.
Συγγνώμη, δεν το ήξερα. Είμαι ο Ιάσονας Βασιλείου. Έλα, θα σε πάω με το αυτοκίνητο.

Δεκατεσσάρων ετών τώρα, είναι η πρώτη φορά που ανεβαίνει σε αυτοκίνητο και αισθάνεται κάπως όμορφα, κάπως αμήχανα.

Ποια είναι υπεύθυνη εκεί για σένα;
Η κυρία Ελευθερία, η παιδαγωγός.
Θα μου τη συστήσεις;
Βεβαίως, έρχεται το πρωί.
Εντάξει, τότε τα λέμε αύριο.

Το τι θέλει να πει ο κύριος Ιάσονας με την κυρία Ελευθερία, την τρώει η περιέργεια, όμως ντρέπεται να ρωτήσει.

Την επόμενη μέρα μετά το σχολείο, η κυρία Ελευθερία τη φωνάζει στο γραφείο της. Από τα συμφραζόμενα η Μαριάνθη μαθαίνει πως ο πρόεδρος ρώτησε: «Τι χρειάζεται περισσότερο η Μαρή στο ίδρυμα;» Και η παιδαγωγός, χωρίς δεύτερη σκέψη, απάντησε ότι της μικρής της έχουν μείνει μόνο στενά παιδικά ρούχα.

Το είπα ξεκάθαρα: μεγαλώνεις γρήγορα και τίποτα από τα παλιά δεν σου χωρά. Ώρα να ψάξουμε σε μαγαζί ενηλίκων. Με ρώτησε το μέγεθός σου και, να… η κυρία Ελευθερία βγάζει στο τραπέζι μια χάρτινη σακούλα δεμένη με σκοινί έλα, να το δοκιμάσουμε.

Μπροστά στα απορημένα της μάτια, η κυρία Ελευθερία βγάζει από τη σακούλα ένα κατάλευκο παλτό με κομψή ζώνη και κεχριμπαρένια κουμπιά. Ήταν τόσο όμορφο, τόσο αλλιώτικο από ό,τι είχε φορέσει μέχρι τότε, που μένει άναυδη. Και, το πιο σπουδαίο, είναι ολοκαίνουριο! Ούτε σημάδι, ούτε όνομα με μαρκαδόρο στην φόδρα.

Παναγιά μου, Μαριάνθη! Τέτοια βλέπω μόνο στα σινεμά, σε αστέρες! Φόρεσέ το να σε θαυμάσω!

Σαν ζαλισμένη, νιώθει τη δροσιά της φόδρας που αμέσως μετατρέπεται σε ζεστασιά. Νιώθει σα να τη σκεπάζει κάποιος. Στον καθρέφτη βλέπει για πρώτη φορά να της χαμογελά μια λαμπερή, αθλητική φιγούρα όμορφη κι ευτυχισμένη. Εντάξει, η παλιά φούστα και το κόκκινο μπλουζάκι δεν ταιριάζουν, αλλά ποιος νοιάζεται; Όλη η αίσθηση είναι γιορτινή.

Και δεν είναι μόνο αυτό! λέει χαρούμενη η κυρία Ελευθερία Κράτα!

Της δίνει ένα διπλωμένο χαρτάκι με το λογότυπο του προσκοπικού κατασκηνωτικού προγράμματος Καλοκαίρι στη Χαλκιδική.

Τι είναι αυτό, θεία Λευτερία;
Πρόσκληση για την κατασκήνωση! Θα πας το καλοκαίρι, πανέμορφα θα περάσεις! Κι αυτό από τον Ιάσονα, να χει την ευχή μας.

Τη νύχτα, η Μαριάνθη δεν κοιμάται. Στο μυαλό της τρέχουν εικόνες της τελευταίας εβδομάδας. Το μετάλλιο, το αυτοκίνητο, η πρόσκληση, κι αυτό το υπέροχο, ολοκαίνουριο παλτό που την περιμένει τώρα στη ντουλάπα.

Σηκώνεται σιγά, το ρίχνει στους ώμους το „παλτοσούλα” όπως το βάφτισε μυστικά. Βγαίνει στο διάδρομο, κοιτάζει απ το παράθυρο τον πρώτο ανοιξιάτικο ψιλόβροχο κι εύχεται να κρατήσει όσο γίνεται, για να μη βιαστεί να αφήσει το παλτό της.

***
Να πάρεις δυο ζευγάρια παπούτσια, άνετα και αθλητικά, της διαβάζει η κυρία Ελευθερία τις τελευταίες οδηγίες της κατασκήνωσης, καπέλο υποχρεωτικά, κι… παλτό! Δες, το γράφουν ότι χρειάζεται μεταβατικό παλτό. Μην πεις κουβέντα, αφού το λέει, πήγαινέ το.

Η Μαριάνθη κουνά καταφατικά, χωρίς να καταλαβαίνει τι να κάνει το παλτό μέσα στον Ιούλιο. Μα δε θέλει να το αφήσει στο κοινό ντουλάπι είναι το πιο αγαπημένο της.

Όταν φτάνει στην κατασκήνωση Καλοκαίρι στη Χαλκιδική, τα κορίτσια της πρώτης ομάδας την κοιτούν λες και ήρθε από άλλο πλανήτη. Οι υπόλοιπες έχουν λεπτά ανοιξιάτικα μπουφανάκια, μοντέρνα τζιν γιλέκα, κι αυτή… με παλτό. Ούτε να το διπλώσει στο σακίδιο δεν κατάφερε ο μισός χώρος είναι πιασμένος από την μπάλα του μπάσκετ.

Στυλ γιαγιάς έχεις; γελά η Ελπίδα η αδύνατη απ το δίπλα κρεβάτι.
Για παππού καλύτερα! συμπληρώνει ένα αγόρι.
Το χειμώνα πέρασε, για κοίτα έξω! κοροϊδεύει ένα τρίτο κορίτσι.
Ήρθε από το βόρειο πόλο με ταράνδους! πετάει μια άλλη.

Δεν σας πέφτει λόγος, απαντά ήπια η Μαριάνθη, αλλά σφίγγει τις γροθιές κι όποιος καταλαβαίνει δεν ξαναρωτά.

Κρεμάει το παλτό της στην άκρη, αφήνει την αίθουσα.

Έχει κάτι παράξενο αυτή, ψιθυρίζει μία όταν κλείνει η πόρτα πίσω της.

Η Μαριάνθη εξερευνεί τον χώρο: τραπεζαρία, εξέδρα με παγκάκια, γήπεδο ποδοσφαίρου, βόλεϊ με γερασμένο φιλέ. Το μισό γήπεδο του μπάσκετ έχει πνιγεί στα αγριόχορτα, κι από τα δυο ταμπλό μόνο το ένα έχει στεφάνι.

«Γιατί ήρθα εδώ;» σκέφτεται σκυμμένη σε μια λεύκα, αλλά ξανασηκώνει το κεφάλι. Είκοσι μία μέρες θα περάσουν κι αυτές, έχει το παλτό και την μπάλα της τ άλλα κορίτσια… δε θα τα αφήσει να την αγγίξουν. Πάλι νιώθει μόνη.

Την επόμενη μέρα η κατασκήνωση ανοίγει με γιορτή, μεγάλη φωτιά και χορούς. Η Μαριάνθη δεν ξέρει να χορεύει, μα αγαπά τη μουσική και κάθεται λίγο απόμερα στα παγκάκια, δίπλα στις ακακίες, ακούγοντας τις περίεργες μουσικές.

Το βράδυ τα κορίτσια λένε τρομακτικές ιστορίες και ταινίες ξένες μερικές έχουν βίντεο στο σπίτι. Η Μαριάνθη κλείνει τα μάτια της, κάνει πως κοιμάται. Πώς να τις μαγέψει με δικά της παραμύθια; Για νυχτερινό κλάμα πρωτάρηδων; Για ψιχουλάκια κάτω απ το μαξιλάρι; Για το φόβο όταν βλέπεις κάποιον «ξένο» μήπως ήρθε για σένα;

Όταν φτιάχνουνε ομάδα βόλεϊ και τους λείπουν παίκτες, η ομαδάρχισσα λέει:

Μαριάνθη, εσύ δεν είσαι του αθλητισμού; Έλα μια δοκιμή.

Δεν έχει ξαναπαίξει βόλεϊ, εκεί δε πιάνεις το μπαλάκι, το χτυπάς. Κάπτεν είναι η Δάφνη: δυναμική, όμορφη, με μακρύ πλεξούδα.

Γιατί το πιάνεις πάλι; Δεν παίζεις μπάσκετ! Εδώ θέλει χάρη, πάσα!

Τίποτα το μπαλάκι: ανάλαφρο, πηδά μακριά.
Να σε κρεμάσω στο φιλέ, γίγαντα, απορεί η Δάφνη, έλα μπλοκ!

Μετά από άτσαλες προσπάθειες, η Μαριάνθη φεύγει στεναχωρημένη. Παίρνει το πορτοκαλί μπάσκετ, ξεριζώνει λίγα χόρτα στο γήπεδο κι αρχίζει να σουτάρει ασταμάτητα.

Οι μέρες κυλούν με πρωινές γυμναστικές, δουλειές, διαγωνισμό ταλέντων κι όλα τα καθιερωμένα της κατασκήνωσης. Μαριάνθη λατρεύει τις βραδιές με σινεμά· πάντα κάθεται τελευταία σειρά και χαζεύει τις μεγάλες περιπέτειες της οθόνης.

Τις άλλες ώρες, μόνο σουτάρει μπάλα. Το παλτό της πάντα δίπλα, φρουρά σε κάθε βήμα.

Στη ντισκοτέκ δεν πάει σχεδόν ποτέ. Όλα τα κορίτσια βάφονται, στολίζονται, και κείνη κάθεται μόνη στα παγκάκια.

Μια μέρα ακούει ψιθύρισμα από τα πίσω μπουγάζια: η Δάφνη μ ένα αγόρι του πρώτου τμήματος κρύβονται. Ξαφνικά, βγαίνουν τρεις ντόπιοι – ψηλοί, άγαρμποι, με τσιγάρα. Το αγόρι τρέπεται σε φυγή. Τα άλλα δύο κορυφώνουν τον κύκλο γύρω από τη Δάφνη:
Να και το αστέρι μας από την πόλη! Θα μας τιμήσεις με μια βόλτα; Την κυκλώνουν. Η μουσική είναι δυνατή, κανένας δεν ακούει τις φωνές της.

Χωρίς να το σκεφτεί, η Μαριάνθη βγαίνει μπροστά, αποφασιστικά.
Άφησέ την ή θα σου δείξω!

Οι ντόπιοι ξαφνιάζονται λες και βλέπουν φάντασμα με λευκό παλτό μα μετά τολμούν ακόμα περισσότερο. Ένας πάει να την πιάσει μα εκείνη τον χτυπάει αυθόρμητα. Η Δάφνη, παίρνοντας θάρρος, τραβά τα μαλλιά του δεύτερου και ουρλιάζει. Μεταξύ δύο τραγουδιών το πλήθος αντιδρά τρέχουν να τις βοηθήσουν. Δύο παιδιά πιάνουν αμέσως, ο τρίτος δραπετεύει· η Μαριάνθη ρίχνει την μπάλα του μπάσκετ μέσα στη νύχτα με ακρίβεια στο κεφάλι του. Κι αυτός πέφτει, περικυκλωμένος.

Τρελό σουτ, αδελφή! γελά η Δάφνη λαχανιασμένη. Σ ευχαριστώ.

Τίποτα, λέει η Μαριάνθη και επιστρέφει βουβή στο κτίριο.

Το πρωί, μετά τη γυμναστική, η Δάφνη της φωνάζει:
Έλα, Μαριάνθη, σε ζευγάρια μαζί μου, θα σε μάθω βόλεϊ!
Δεν μπορώ, Δάφνη
Θα καταφέρεις, στο υπόσχομαι!
Σε λίγα λεπτά μπρος στο φιλέ η μπάλα πάει κι έρχεται.
Πιο απαλό, μπράβο!

Από τότε, πολλά αλλάζουν. Δεν αλλάζει η ζωή απότομα, πάντως αλλάζει.

***
Την Ημέρα των Επισκέψεων πέφτει απροσδόκητα χιόνι χοντρές, ήσυχες νιφάδες καλύπτουν τα πάντα. Παγετός στα χερούλια, χιόνι στα τριαντάφυλλα της τραπεζαρίας πανέμορφο, μα κρύο.

Γονείς φτάνουν σιγά σιγά. Από τα μεγάφωνα ακούγονται ονόματα:
Παπαχρήστου Ελπίδα, Μηλιώδης Φώτης, στους γονείς σας!
Όποιος ακούγεται, τρέχει και αγκαλιάζει μαμά και μπαμπά.

Κορίτσια, τι ψύχρα! Θα κρυολογήσουμε μέχρι να έρθω, λέει η Ελπίδα, αλλά δεν πειράζει, χωρίς ζακέτα!

Ξαφνικά, ήρεμη και καθαρή, ακούγεται μια φωνή που σπάνια ακούγεται εδώ:

Πάρε το παλτό μου, Ελπίδα, είναι ζεστό!

Όλες κοιτούν τη Μαριάνθη που βγάζει το παλτό και το προσφέρει στη φίλη που πριν λίγο καιρό την πείραζε.
Ευχαριστώ, Μαριάνθη

Έτσι, το παλτό φεύγει με μία, μετά με άλλη, πηγαίνει από αγκαλιά σε αγκαλιά ποτίζεται αρώματα, καραμελάκια, μήλα. Κάθε κορίτσι της φέρνει και κάτι σοκολάτα, χυμό, ξηρούς καρπούς. Κι αν η Μαριάνθη δεν τα θέλει, το βραδάκι το κομοδίνο της είναι γεμάτο λιχουδιές.

Τελευταία βγαίνει η Δάφνη. Ρίχνει το παλτό στους ώμους κι απομακρύνεται. Η Μαριάνθη τη χαζεύει να χάνεται στο φως και σκέφτεται πως θα δινε τα πάντα αν κάποιος ερχόταν γι αυτήν.

Ξαπλώνει στο κρεβατάκι, σκεπάζεται ως το κεφάλι, όπως παλιά, και για λίγο νιώθει ότι φτιάχνει μικρό σπιτάκι με το πάπλωμα.

Την ξυπνάει ένα χάδι στον ώμο. Ανοίγει αργά τα μάτια, κοιτάζει: μια γυναίκα κάθεται δίπλα της, χαμογελαστή, ζεστή.

Πρώτη φορά στη ζωή της κάποιος κάθεται έτσι, κοντά της. Η Μαριάνθη νομίζει πως φαντάζεται.

Μαμά; λέει πριν καλά-καλά ανοίξει τα μάτια.
Ναι, απαντά η γυναίκα. Άσε με να γίνω η μαμά σου.
Κι εγώ η αδερφή σου, στ αλήθεια, πετάγεται η Δάφνη.

Η Μαριάνθη κάθεται αμέσως και κοιτάζει τη γυναίκα ίδια γλυκιά και δυνατή στη ματιά με την κυρία Ελευθερία.

Η Δάφνη μού μίλησε τόσο πολύ για σένα που σε αγάπησα κι εγώ, λέει η γυναίκα. Λέει πως είσαι το καλύτερο κορίτσι που γνώρισε. Και πως χωρίς εσένα δεν φεύγει.
Πες το ναι, σε παρακαλώ, Μαριάνθη, λέει η Δάφνη, πλησιάζοντας.
Ο μπαμπάς σου τι θα πει; ρωτά ήσυχα η Μαριάνθη.
Ξέρει και συμφωνεί. Μάλιστα σε ξέρει ήδη.
Πώς;
Όταν με είδε με το παλτό σου, ρώτησε αμέσως από πού το πήρα! Του λέω πως είναι της αδερφής μου. Χάρηκε τόσο! Θυμάσαι τον κύριο Ιάσονα; Αυτός είναι!

Ναι, λέει η Μαριάνθη, καθώς πέφτει δακρυσμένη στην αγκαλιά μητέρας και αδελφής.

Έτσι τις βρίσκουν όταν επιστρέφουν οι υπόλοιπες από το δείπνο.

***
Ο κύριος Ιάσονας περιμένει στο αυτοκίνητο όσο παίρνει η Μαριάνθη την απάντηση. Όταν βλέπει τα χαμογελαστά κορίτσια με τη σύζυγό του, καταλαβαίνει.

Από εκείνη τη στιγμή, η Μαριάνθη είναι άλλη. Σαν να ανοίγει μια μπαλκονόπορτα καλής τύχης, από εκεί που ήταν σιωπηλή κι αδέξια, γίνεται η ψυχή της κατασκήνωσης.

Όλες την αγαπούν για το θάρρος, για το παλτό, για εκείνη τη νύχτα. Παίρνει όλες τις γεύσεις και μοιράζει τα καλά, στήνει υπέροχα πικ νικ με τα κορίτσια πάνω στο κρεβάτι της υπό το φως του κεριού.

Η Δάφνη την πείθει να μπει στον διαγωνισμό «Μις Καλοκαίρι», της μαθαίνουν χορούς, κοτσιδάκια, φορέματα.

Κι όταν μια εβδομάδα αργότερα χτυπάει το μεγάφωνο:
Γονείς της Μαριάνθης και της Δάφνης, για σας!

Πιασμένες χέρι χέρι τρέχουν προς την αγκαλιά που τις περιμένει. Εκείνη την ώρα, όλοι στη Χαλκιδική, εκείνοι που αγκαλιάζουν και εκείνοι που τους αγκαλιάζουν, ξέρουν ότι ζουν ίσως τις ευτυχέστερες στιγμές της ζωής τους.

Oceń artykuł
Το Λευκό Παλτό Η Μαρία ζούσε σε ορφανοτροφείο από πέντε χρονών. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί βρέθηκε εκεί — θυμόταν μόνο τη μέρα που η γιαγιά της δεν ξύπνησε ποτέ ξανά και η μητέρα της δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι. Μετά ήρθαν ξένα χέρια, βαμμένοι τοίχοι και μια μυρωδιά βραστής λαχανίδας που νόμιζλες πως δε θα φύγει ποτέ. Στην αρχή, έκλαιγε μόνο τα βράδια, μετά ούτε αυτό. Έκανε μόνο ό,τι της ζητούσαν: ήσυχα, προσεκτικά, με μια κρυφή ελπίδα πως αν δείξει επιμέλεια, ίσως της χαριστεί κάτι αληθινό στη ζωή της. Από όλους τους χώρους του ορφανοτροφείου, εκεί που ένιωθε καλύτερα ήταν το γυμναστήριο. Ήταν μεγάλο, με ξύλινα σανίδια που έτριζαν και παράθυρα γεμάτα σκόνη πάνω ψηλά, μα για κάποιο λόγο τραβούσε πάντα τη Μαρία. Μετά το μικρό, στενό δωμάτιο με τα τέσσερα κρεβάτια, το γυμναστήριο της φαινόταν σαν παλάτι. Κι όταν ο πορτοκαλί φουσκωτός μπάλα μπάσκετ άρχιζε να χτυπά ρυθμικά στο ξύλινο πάτωμα, τα ξεχνούσε όλα. Αν μάλιστα κατάφερνε να βάλει καλάθι, εκείνη τη στιγμή ένιωθε σχεδόν ευτυχισμένη. Σχεδόν, γιατί απόλυτη χαρά υπάρχει μόνο στην οικογένεια — έτσι πιστεύουν όλα τα παιδιά και φυλάνε γι’ αυτήν μια γωνιά στην ψυχή τους, περιμένοντας την ώρα που θα γελάσουν και θα χαρούν ξανά. Η Μαρία ήταν γρήγορη και δυνατή και είχε καλή σχέση με τη μπάλα. Κάποια στιγμή η υπεύθυνη, η κυρία Ναταλία, της είπε: «Έχεις αθλητικό χαρακτήρα, Μαρία, θα πάρω τηλέφωνο έναν γνωστό προπονητή, να δούμε αν μπορέσουμε να σε βάλουμε σε κανονικό τμήμα μπάσκετ.» Και τα κατάφερε. Από τα δώδεκά της, άρχισε να πηγαίνει σε προπονήσεις. Πρωταγωνίστησε στην ομάδα του δήμου, μετά της πόλης και τελικά στον μεγάλο τελικό του Νομού έγινε η καλύτερη παίκτρια του αγώνα με 32 πόντους. Όταν ο πρόεδρος του αθλητικού συλλόγου της παρέδωσε το μετάλλιο, της είπε με περηφάνεια: «Μπράβο, κορίτσι μου, σε περιμένει μεγάλο μέλλον!» Η Μαρία παραλίγο να βάλει τα κλάματα, αλλά όλοι θεώρησαν πως ήταν από χαρά. Όταν, λίγο αργότερα, βγήκε μόνη από το γυμναστήριο, ο πρόεδρος σταμάτησε το αυτοκίνητό του. – Μαρία, δεν σε περιμένει κανείς να γυρίσετε μαζί; – Μένω στο Παιδικό Χωριό „Ελπίδα”, είναι τέσσερις στάσεις με το τραμ. – Έλα να σε πάω εγώ, εγώ είμαι ο κύριος Γιώργος. Για πρώτη φορά στη ζωή της ένιωσε να της αξίζει κάτι καλό. Την άλλη μέρα, η κυρία Ναταλία την ενημέρωσε πως ο κύριος Γιώργος ρώτησε τι χρειάζεται περισσότερο η Μαρία Γαλάνη. Η απάντησή της ήταν απλή — τίποτα, εκτός ίσως από ένα παλτό, γιατί μεγάλωσε και όλα τα παιδικά ρούχα της ήταν πια μικρά. Ο κύριος Γιώργος ρώτησε το νούμερο – και η κυρία Ναταλία της εμφάνισε ένα χαρτί τυλιγμένο με σπάγκο. Μέσα, ένα ολοκαίνουργιο, λευκό παλτό με άψογη εφαρμογή. Η Μαρία σάστισε από ευτυχία – ήταν το πρώτο καινούργιο ρούχο που είχε ποτέ· όλα τα άλλα είχαν ξένες ετικέτες και ονόματα γραμμένα με μαρκαδόρο. – Μα, Θεέ μου, Μαράκι, τέτοιο παλτό φοράνε μόνο ηθοποιοί στις ταινίες! Για δοκίμασε γρήγορα! Ήταν σαν να την αγκάλιαζε κάποιος αόρατος – τόσο όμορφα της ταίριαζε. Και το καλύτερο όλων: ήταν πραγματικά δικό της. Ένα δεύτερο δώρο: μια πρόσκληση σε κατασκήνωση στον «Φάρο της Νιότης». Οι μέρες περνούσαν – και η Μαρία δεν ήθελε να αφήσει λεπτό το πανέμορφο παλτό, ούτε στην κατασκήνωση, αν και ήταν καλοκαιρί. Οι υπόλοιπες κοπέλες της κατασκήνωσης στην αρχή τη σχολίαζαν. «Σαν της γιαγιάς σου το παλτό», της είπαν μερικές. Κάποια στιγμή, όμως, όταν χρειάστηκε, δεν δίστασε να το προσφέρει σε όποια το είχε ανάγκη για να ζεσταθεί. Το παλτό άλλαξε αρκετές φορές χέρια — και κάθε φορά γυρνούσε στη Μαρία με ένα μικρό δωράκι, μία σοκολάτα, ένα μήλο, ένα χυμό, που όλα μαζί έκαναν την καρδιά της να ανοίγει λίγο παραπάνω. Κάποτε, όταν η φίλη της Δάφνη έμπλεξε στα δύσκολα με μερικά αγόρια εκτός κατασκήνωσης, η Μαρία στάθηκε αμέσως δίπλα της και κατάφερε να τις προστατέψει χρησιμοποιώντας, για άλλη μια φορά, την αποφασιστικότητά της και το μπάσκετ. Το επόμενο πρωί, η Δάφνη της φώναξε: «Είσαι αδερφή μου πια! Θα σε μάθω βολέι!» Και όλη τους η σχέση άλλαξε — οι υπόλοιπες κοπέλες σταμάτησαν τα σχόλια και η Μαρία έπαψε να νιώθει μόνη. Την ημέρα της Επίσκεψης Γονέων, όμως, κανείς δεν ήρθε για εκείνη. Προσέφερε το παλτό της σε όποιον το χρειαζόταν να βγει στο χιόνι, κι εκείνες της έφεραν ό,τι μπορούσαν – γλυκά, πορτοκάλια, τσιχλόφουσκες. Μέχρι που εμφανίστηκε η μητέρα της Δάφνης — μια γυναίκα με βλέμμα ζεστό σαν της κυρίας Ναταλίας – και της πρότεινε να γίνει η νέα της μαμά, με τη Δάφνη δίπλα να παρακαλά να δεχτεί να γίνει αδερφή της. Κι όταν η Μαρία το δέχτηκε, όλοι κατάλαβαν ότι μια νέα, αληθινή οικογένεια μόλις γεννήθηκε. Έτσι το κορίτσι με το λευκό παλτό άφησε πίσω το ορφανοτροφείο, άνοιξε διάπλατα την καρδιά της στη χαρά και έγινε η ψυχή της κατασκήνωσης – κι όλα της τα δώρα τα μοιράστηκε πάντα με όλους γύρω της. Και στο τέλος του καλοκαιριού, όταν ο μεγάλος μικροφωνικός της κατασκήνωσης φώναξε πως «Οι γονείς της Μαριάνας και της Δάφνης τις περιμένουν», τα δυο κορίτσια έτρεξαν χέρι-χέρι και ήξεραν – αυτή ήταν η αρχή της καλύτερης μέρας της ζωής τους.