Το κρυστάλλινο γατάκι

Κρυστάλλινο γατάκι

Τρεις αδελφούλες δίπλα στο παράθυρο

Μαμά, αυτό δεν είναι κάπως σαν εσάς; Σωστά;

Η Βέρα αναστέναξε.

Σχεδόν. Σκέφτεσαι να κοιμηθείς σήμερα; Έχω ακόμα δουλειά να κάνω απόψε. Αύριο θα σε πάρει ο ύπνος επάνω στη γιορτή.

Αχ! Εντάξει, κοιμάμαι! Η Πολίντα βούτηξε κάτω από το πάπλωμα, αλλά βγήκε ξανά με τη μικρή της μυτούλα να ξεπροβάλλει. Θα έχουμε μπαλόνια; Θα έρθει η Μιλένα; Και

Η Βέρα άρπαξε τη μικρή, την τύλιξε με το πάπλωμα και την φίλησε παντού, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες.

Μπρος, ύπνο! Αύριο θα τα μάθεις όλα!

Σηκώθηκε, έδωσε στη μικρή Πολίντα το αγαπημένο της αρκουδάκι και έφυγε από το δωμάτιο, αφήνοντας το φωτάκι νυκτός αναμμένο. Η Πολίνα φοβόταν ακόμα το σκοτάδι και η Βέρα πρόσεχε να υπάρχει φως σε όλο το σπίτι.

Κατέβηκε στην κουζίνα, έκλεισε διακριτικά την πόρτα και άνοιξε το λάπτοπ. Είχε πολλές δουλειές, αλλά στάθηκε μερικά λεπτά στη σιωπή να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Αύριο είναι δύσκολη μέρα. Όχι μόνο επειδή η Πολίνα έχει γενέθλια και θέλει προετοιμασία. Αυτό την ευχαριστεί τη Βέρα λάτρευε τις γιορτές, και ιδίως όσες αφορούσαν την κόρη της… Αλλά αύριο έρχονται και οι συγγενείς και εκεί το πράγμα αλλάζει.

Κούνησε το κεφάλι αποφασιστικά. Ως εδώ! Τα προβλήματα λύνονται όταν έρχονται. Προς το παρόν το κυριότερο πρόβλημα είναι η ετήσια αναφορά στη δουλειά που δεν περιμένει. Έβαλε δίπλα της μια κούπα με ελληνικό τσάι και έβγαλε τα χαρτιά της. Τελικά, καλά έκανε που άκουσε τη γιαγιά της και σπούδασε λογιστικά. Αν είχε διαλέξει ωκεανολογία, όπως ήθελε μικρότερη, η ζωή της θα ήταν αλλιώς ίσως πιο ρομαντική, αλλά σίγουρα λιγότερο σταθερή. Έκλεισε τα μάτια για λίγο, ονειρεύτηκε θάλασσα και χαμογέλασε. Λίγο ακόμα, και πάει διακοπές με τη μικρή. Εκτός, αν προκύψει πάλι κάτι απρόοπτο… Πήρε ανάσα, άνοιξε τα μάτια και έπιασε δουλειά.

Η Βέρα είχε γεννηθεί στην οικογένεια της Λήδας και του Βλαδίμηρου Κυριανίδη. Ήταν το παιδί που όλοι περίμεναν με ανυπομονησία. Οι γιαγιάδες γιόρταζαν, οι γονείς δεν χόρταιναν να την καμαρώνουν.

Πρέπει να κάνεις και δεύτερο παιδί! Να έχει παρέα! έλεγαν οι γιαγιάδες, και η Λήδα συμφώνησε.

Με τη δεύτερη αδελφή, τη Νάντια, η Βέρα είχε μόνο λίγους μήνες διαφορά. Σαν κολλητές, μεγάλωναν μαζί, αγαπιόνταν και „κοντραρίζονταν” σε όλα. Αυτό δεν επηρέαζε ποτέ τη σχέση τους, τουλάχιστον στην αρχή. Ήθελε η μια να τα καταφέρει καλύτερα από την άλλη, αλλά πάντα χαιρόντουσαν και για τις δύο. Η Λήδα πρόσεχε να μην τσακώνονται: έλεγε συνέχεια πως δεν υπάρχει πιο κοντινός άνθρωπος από την αδελφή σου. Έπεισε τη δασκάλα να τις βάλει στην ίδια τάξη. Την πρώτη μέρα του σχολείου, καθόντουσαν δίπλα-δίπλα και ακουμπούσαν διακριτικά τα καινούργια τους παπούτσια. Νιώθαν, „είμαι εδώ”, „μη φοβάσαι”. Η Βέρα αγχωνόταν πιο πολύ ήταν πάντα η υπεύθυνη. Η Νάντια ήταν πιο ανέμελη: άφηνε τη μισοτελειωμένη γραμματική, έβγαινε στο παράθυρο να μετρήσει περιστέρια. Αντίθετα η Βέρα, δεν σηκωνόταν αν δεν τελείωνε τα πάντα.

Βέρα, πού είναι το τετράδιό σου; Τελείωσες τα μαθηματικά; Δώσ’ το γρήγορα, να αντιγράψω και να φύγουμε βόλτα!

Κάν το μόνη σου! της άρπαζε το τετράδιο. Θα μας βάλει η κυρία σε ξεχωριστά θρανία σαν την άλλη φορά και τι θα κάνεις; Να σου εξηγήσω το μάθημα;

Η Νάντια παραπονιόταν, αλλά ποτέ δεν κρατούσε κακία. Μετά από λίγη ώρα, τραβούσε τη Βέρα να πάνε στο παγοδρόμιο ή να ταΐσουν τις πάπιες.

Στην πρώτη γυμνασίου, ήρθε η μικρή αδελφή, η Αγάπη. Η Λήδα δεν σχεδίαζε άλλο παιδί· δόξα τω Θεώ, δύο της έφταναν. Η είδηση για το τρίτο την „κρύωσε”.

Ξανά απ την αρχή! Βλαδίμηρε, δεν είμαι πια κορίτσι! Θα αντέξω;

Μα Ληδάκι, έχεις δυο βοηθούς. Αφήσου! Μπορεί να είναι αγόρι. Σκέψου έκπληξη!

Όμως ήταν κορίτσι. Η Αγάπη. Ζημιάρα, απαιτητική, τόσο διαφορετική από τις άλλες, που η Λήδα τα 'χασε. Σε λίγο καιρό οι δύο αδελφές κατάλαβαν: η μικρή ήταν πλέον το „αφεντικό”.

Η Λήδα έζησε διαφορετικά τη μητρότητα αυτή τη φορά. Με τις μεγαλύτερες ήταν αδύνατο, τώρα ηχείωσε με τη φροντίδα της μικρής και ξέχασε τα άλλα. Τόση φροντίδα της έκλεψε χρόνο από τις μεγάλες. Κι έτσι, όταν μπήκε „μαύρη γάτα” ανάμεσά τους, κανείς δεν το κατάλαβε.

Η „γάτα” είχε όνομα Σέργιος. Μια ζωή στη διπλανή πολυκατοικία, αδιάφορος μέχρι τα δεκαέξι της Βέρας. Μια μέρα, γυρνώντας από προπόνηση, της έπιασε κουβέντα.

Βέρα, έλα εδώ, να πούμε κάτι! δισταχτικός, καρδιοχτύπιζε.

Η Βέρα τον κοίταξε και χαμογέλασε ζεστά.

Δεν μπορώ, μάνα με περιμένει. Στις έξι στην είσοδο.

Ο Σέργιος έλαμψε.

Μου αρέσεις!

Το κατάλαβα, γέλασε σαν ασημένιο κουδουνάκι κάτω απ τις λεύκες κι έφυγε.

Με ποιον να μοιραστείς αυτό που σου συμβαίνει πρώτη φορά; Πρώτο άγγιγμα που ζεσταίνει την ψυχή, πρώτο φιλί που φοβάσαι αλλά τελικά μοιάζει γλυκό Η Βέρα το εξομολογήθηκε στην Νάντια όχι αμέσως. Η αδερφή κατάλαβε ότι κάτι τρέχει και τη ζόρισε μέχρι που λύγισε.

Μετά η Νάντια δεν ήξερε κι η ίδια τι την έπιασε. Γιατί ξαφνικά ήθελε τον Σέργιο, που ποτέ δεν την είχε τραβήξει; Τώρα τίποτε δεν είχε μεγαλύτερη σημασία από το να κερδίσει την προσοχή του.

Η Βέρα δεν κατάλαβε τίποτα στην αρχή, αλλά μετά… Είδε τον Σέργιο και τη Νάντια να φιλιούνται και πέρασε σιωπηλή από δίπλα τους. Πήγε σπίτι και κλείστηκε στο δωμάτιό της παγώνοντας τις φωνές της Αγάπης έξω.

Βέρα! Τι συμπεριφορά είναι αυτή; Άνοιξε στην Αγάπη αμέσως! Η Λήδα χτύπησε με παράπονο.

Η Βέρα πάντα υπάκουε. Άνοιξε, και τότε η μητέρα της ένιωσε την καρδιά της να λυγίζει. Αντί να φωνάξει στην μικρή, έδιωξε την Αγάπη και αγκάλιασε τη μεγάλη κόρη.

Βέρα, τι έπαθες; Κορίτσι μου;

Μαμά, πονάει… Γιατί; Γιατί να μου το κάνει η Νάντια;

Η Λήδα κάθισε δίπλα της, την αγκάλιασε.

Τι να κάνω για σένα, ψυχή μου;

Η Βέρα κοίταζε βουβή έξω. Πώς να περιγράψει τη φωτιά της προδοσίας; Πώς να τη χωρέσεις σε λόγια;

Βοήθησέ με να μαζέψω τα πράγματά μου, μαμά. Θέλω να μείνω στη γιαγιά. Δεν αντέχω εδώ.

Η Νάντια μπήκε φουριόζα και έπεσε πάνω στη Βέρα που έφευγε με τη βαλίτσα.

Οπ! Φεύγεις πού με τα πράγματα;

Η Βέρα έφυγε χωρίς να απαντήσει ποτέ. Η Λήδα, αποχαιρετώντας με δάκρυα τη μεγάλη, έριξε ένα χαστούκι στη Νάντια.

Πώς το έκανες αυτό;

Η Νάντια έμεινε να κοιτάζει τη μητέρα να τραβάει μαζί της και τη μικρή, και η πόρτα χτύπησε τόσο δυνατά πίσω τους που τρέμανε τα γυαλιά του σαλονιού.

Στο σπίτι των Κυριανίδη κανείς δεν κρατούσε κακία για πολύ. Σε μια-δυο βδομάδες η Λήδα άρχισε να μιλάει στη Νάντια. Στη Βέρα πήρε πάνω από δύο χρόνια να συγχωρήσει. Μόνο το ότι αρρώστησε η μητέρα τις έφερε ξανά κοντά.

Συγχώρεσέ με είπε η Νάντια με τα χέρια τρεμάμενα, κοιτώντας κάτω.

Όποιος κοιτάει πίσω απάντησε η Βέρα.

Η Νάντια κατάλαβε πως η συγχώρεση μπορεί να ήρθε, αλλά ποτέ η λήθη.

Κάθισαν μαζί πολλές ώρες μέχρι να βγει ο πατέρας και να πει πως όλα πήγαν καλά.

Οι αδελφές μοιράστηκαν τα βάρη, και η Βέρα πήγαινε συχνά, βοηθώντας τη μητέρα με την πιο μικρή, την Αγάπη. Εκεί κατάλαβε πως η μικρή τους ήταν ατίθαση, ανυπάκουη· δεν άκουγε κανέναν.

Όταν ανάρρωσε η μητέρα, οι δρόμοι της οικογένειας χώρισαν. Η Βέρα έφυγε για τη Θεσσαλονίκη να φροντίσει τη γιαγιά από τον πατέρα της. Η Όλγα Ιλινίδη έφυγε έναν χρόνο αργότερα και άφησε το μεγάλο της διαμέρισμα στη Βέρα.

Ζήσε, κορίτσι μου! Χάραξε τον δρόμο σου. Μόνο στηρίξου στις αποφάσεις σου. Ακόμη κι οι πιο δικοί σου μπορούν να γίνουν ξένοι όταν πρόκειται για τα συμφέροντά τους.

Η Βέρα χαμογέλασε πικρά. Ποιος να ξέρει καλύτερα Απέφυγε να πει στη γιαγιά για όσα την πονούσαν.

Μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε ήσυχα με τον Ανδρέα χωρίς γάμο κανονικό ή συγγενείς. Άλλον έναν δεν είχε, άλλωστε.

Η ζωή με τον Ανδρέα ήρεμη και γαλήνια μόνιμος παράπονο η απουσία παιδιού. Και οι δυο ήθελαν μωρό, αλλά δεν έρχονταν. Οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια.

Θα περιμένουμε, ώσπου να μάς έρθει το παιδί! έλεγε η Βέρα με πείσμα.

Πέρασαν χρόνια έτσι και σκέφτηκαν να υιοθετήσουν. Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια.

Η επικοινωνία με τους δικούς της περιορίστηκε σε ευχετήριες καρτούλες. Πήγαν δυο φορές στη Λήδα και τον Βλαδίμηρο, αλλά ο γαμπρός δεν ταίριαζε και η Βέρα έκοψε κάθε παρεμβολή.

Δική μου επιλογή, μαμά. Με αυτό θα συμβιβαστείς.

Βερούλα, εγώ τι να πω; Μα πώς βρέθηκες με τέτοια προσόντα, τέτοια ομορφιά, να διαλέξεις ε; Θα μπορούσε αλλιώς να πάει η ζωή σου

Η Βέρα δεν μπορούσε να της εξηγήσει πως καλύτερος άντρας για αυτήν δεν υπήρχε. Ήταν ευτυχισμένη, ήρεμη μαζί του. Παρότι η Βέρα ήταν αρχιλογίστρια σε μεγάλη εταιρεία και ο Ανδρέας οδηγός, δεν υπήρχε διαμάχη για το ποιος είναι ο αρχηγός. Τους έδενε αγάπη και σεβασμός, και ήξερε πως στη δυσκολία ο Αντρέας θα σταθεί δίπλα της. Της μαγείρευε, τη φρόντιζε όταν αρρώσταινε, βοηθούσε στο σπίτι.

Ζήλεψα τον άντρα σου! έλεγε η Νάντια, κυνηγώντας τον μεγάλο γιο της και κρατώντας το μωρό. Εμένα όλα μόνη μου! Ο δικός μου μόνο παραπονιάζεται, εδώ άφησες κάτι, εκεί ξέχασες

Η Βέρα άφηνε στο ένα αυτί και έξω από το άλλο τα παράπονά της η Νάντια ήξερε πως ήταν ικανοποιημένη. Αντίθετα, η Αγάπη…

Η Αγάπη μεγάλωσε εντυπωσιακή όμορφη, μέχρι υπερβολής. Και οι άλλες αδελφές ήταν ωραίες, αλλά μπροστά στην μικρή ξεθώριαζαν.

Η Αγάπη είναι βασίλισσα! έλεγε καμαρώνοντας η Λήδα, βλέποντας την κόρη να φιγουράρει αραχτή στο σαλόνι, ενώ οι άλλες βοηθούσαν για το τραπέζι. Ήταν τα γενέθλια των γονιών, μαζεύονταν συγγενείς. Η Αγάπη τα μισούσε. Κρατούσε τα δέοντα δέκα λεπτά, άκουγε τα κομπλιμέντα και έφευγε, αφήνοντας γονείς πικαρισμένους. Δεν τη νοιάζε.

Αφού τελείωσε το σχολείο, αναφώνησε:

Θα γίνω μοντέλο!

Οι γονείς έμειναν άφωνοι. Δεν υπολόγισε, όμως, πως ήθελε πιο πολλή δουλειά. Κουράστηκε γρήγορα και, γνώρισε έναν επιχειρηματία, πήγε να μείνει μαζί του. Ήξερε πως έχει οικογένεια, δυο παιδιά, αλλά δεν τη σταμάτησε. Στις δειλές παρεμβάσεις της μητέρας, απαντούσε:

Μην ανακατεύεστε. Ή θα ζήσω όπως θέλω, ή δεν θα με ξαναδείτε.

Ήθελε πολλά, πήρε λίγα. Προσπάθησε να τον δεσμεύσει, έμεινε έγκυος, αλλά δεν σκέφτηκε πως κάπου τελειώνουν τα παραμύθια.

Μάλωσε, φώναξε ως και στη γυναίκα του αγαπημένου. Εκείνη της χαμογέλασε ειρωνικά:

Κορίτσι μου, σαν κι εσένα είχε και θα έχει πολλες. Εγώ είμαι η νόμιμη. Ποτέ δεν θα με αφήσει.

Είσαι σίγουρη; εκνευρίστηκε η Αγάπη.

Φυσικά. Πολύ αθώα είσαι. Νομίζεις πως είσαι η πρώτη; Χα!

Θα κάνω παιδί!

Κάνε όσα θες. Τα δικά του παιδιά τα έχει από μένα και το δικό σου… Κάνε το αν το θέλεις. Μην περιμένεις, όμως, τίποτα παραπάνω. Σαν δικηγόρος σ το λέω.

Η συζήτηση έληξε έτσι. Όταν γύρισε ο άντρας, της είπε:

Μόνη σου. Θα σ εξασφαλίζω οικονομικά, αλλά δεν θα ξαναειδωθούμε. Το παιδί σου δική σου ευθύνη. Αν με φέρεις προ τετελεσμένου, ξέχνα τα πάντα.

Η Αγάπη, παγωμένη, δεν μπορούσε να δεχτεί πως η ζωή της θα γινόταν έτσι. Συνήθως έπαιρνε ό,τι ήθελε. Τώρα;

Με τα μπλεξίματα, η μικρή Πολίνα ήρθε στη ζωή. Από τις πρώτες μέρες, τη φρόντιζε η Λήδα, η Αγάπη πότε κολλούσε πάνω της, πότε „εξαφανιζόταν” μέρες, αφήνοντας παππού και γιαγιά να ψάχνουν τί να κάνουν. Οι απουσίες μεγάλωναν και η Λήδα δεν ήξερε ούτε να πει, ούτε να αλλάξει κάτι. Ένα βράδυ ένα τραγικό δυστύχημα άλλαξε τα πάντα: αγώνες με το αμάξι, η Αγάπη στο αυτοκίνητο όταν ο οδηγός έχασε τον έλεγχο.

Η Λήδα, σπασμένη, έπαψε να φροντίζει την εγγονή, βυθίστηκε στο πένθος. Ο Βλαδίμηρος ανάμεσα στη γυναίκα του και τη μικρή Πολίνα. Κάλεσε τη Νάντια, μα εκείνη αρνήθηκε.

Έχω τα δικά μου, πατέρα, τι να κάνω με άλλο ένα μωρό;

Ο Βλαδίμηρος τίναξε το κεφάλι και πήρε τηλέφωνο τη Βέρα.

Εκείνη ούτε που δίστασε. Πήρε άδεια, ήρθε σε ένα μήνα, έκανε τα χαρτιά και πήρε τη μικρή σπίτι της. Το ήξεραν μόνο οι γονείς της και η Νάντια. Στο διάστημα που ετοίμαζαν όλα, ο Ανδρέας πούλησε το διαμέρισμά τους και τελείωσε γρήγορα το μεγάλο τους σπίτι.

Αντρέα, είσαι θησαυρός! Όλα όπως τα ήθελα! έλεγε η Βέρα περιδιαβαίνοντας τον καινούργιο τους χώρο, πιστεύοντας πραγματικά πως τώρα ξεκινά διαφορετική ζωή.

Η μικρή Πολίνα έφερε ό,τι τους έλειπε. Γεμάτη ζωή, λογάκι, φωτεινή σα κουδουνάκι έφεραν χαρά στο σπιτικό τους. Εννέα χρόνια πέρασαν σαν νερό.

Όλο αυτό το διάστημα η Βέρα επικοινωνούσε ελάχιστα με τους δικούς της. Καμιά φορά σε γιορτές και τότε ένιωθε υπό παρατήρηση. Η Λήδα, πάντα με πληγές ανοιχτές για το χαμό της Αγάπης, έγινε δύστροπη.

Εμπιστεύτηκαν σ εσένα! Θα δούμε αν τα καταφέρεις! Την πήρες μακριά Τις σκέφτεσαι καθόλου τη μάνα και να μένεις κοντά;

Η Βέρα προσπαθούσε να μην απαντά, καταλαβαίνοντας πόσο υποφέρει η μάνα της. Ήξερε πικρά πως αν είχαν συμβεί στην ίδια ή στη Νάντια, η μητέρα δεν θα θρηνούσε έτσι. Η Αγάπη, όμως, ήταν αλλιώς.

Κι όσο η μικρή Πολίνα μεγάλωνε και έμοιαζε στη μητέρα της, η Λήδα μαλάκωνε.

Τι όμορφο κορίτσι! Μην τη στερείς! Άστην να είναι ευτυχισμένη!

Η Βέρα έπιανε το χέρι του Ανδρέα, ζητώντας του να συγκρατήσει τα καυστικά του λόγια πριν ξεσπάσουν.

Άφησέ το τον κοίταζε ήρεμα, και η ένταση πνιγόταν πριν βγει.

Μα, Βέρα μου Δεν θα ήταν καλύτερα να ξεκαθαρίσει το τοπίο;

Δεν ξέρω, Αντρέα μου. Τη λυπάμαι τη μαμά. Η πίκρα της δεν είναι από το πουθενά.

Και γιατί εσύ να το υπομένεις;

Ίσως γιατί κανείς άλλος δεν το αντέχει πια.

Κι αν πει κάτι τέτοιο στην Πολίνα;

Δεν νομίζω. Δεν θα πληγώσει το εγγόνι της Αγάπης.

Αυτό βγήκε αληθινό. Τη θυμόταν με τη μεγάλη, αλλά στη μικρή Λήδα ήταν βράχος. Έβλεπε τη χαρά της Πολίνας και, αν και την ενοχλούσε που τη φωνάζει „μαμά” τη Βέρα, δεν έλεγε τίποτα. Καταλάβαινε πως η αλήθεια θα τη σκότωνε.

Η Βέρα έκλεισε το λάπτοπ και τεντώθηκε. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ήπιε μια γουλιά κρύο τσάι και κοίταξε έξω. Κρίμα που έλειπε ο Αντρέας σε δουλειά εκτός αύριο θα επέστρεφε πάντως. Ίσως να μην προλάβει το πρωινό πάρτι, να επιστρέψει όμως το απόγευμα. Τι άραγε να της φέρει η έκπληξη που ετοίμασε;

Θα δείτε! Θα σας αρέσει! της είχε πει με μισό χαμόγελο.

Η Βέρα χαμογέλασε ξανά αναλογιζόμενη πόσο τυχερή στάθηκε και πήγε να ξαπλώσει.

Μαμά! Χρόνια μου πολλά! Φώναξε η Πολίνα πηδώντας στο κρεβάτι και φιλώντας τη Βέρα που μόλις ξυπνούσε. Και εσένα μαζί! Σε συγχαίρω που με απέκτησες!

Ευχαριστώ! Η Βέρα την αγκάλιασε σφιχτά. Χρόνια πολλά! Να είσαι γερή και ευτυχισμένη, κοριτσάκι μου!

Η Πολίνα χουχούλιασε στη μάνα της κι αναρωτήθηκε:

Είμαι πια μεγάλη;

Φυσικά! Δέκα χρονών πια Αλλά, ξέρεις τι;

Τι;

Για μένα είσαι ακόμα λιγάκι μικρούλα! Η Βέρα μισόκλεισε το μάτι.

Καλύτερα! Τα μικρά όλοι τα αγαπούν!

Κι εσύ, δεν ντρέπεσαι; Ποιος δεν σ αγαπάει εδώ;

Η Βέρα τη γαργάλισε, η μικρή έσκουζε γελώντας.

Μάλιστα! Ώρα για δώρα! Η Βέρα άνοιξε το συρτάρι της κομοδίνας και βγάζει ένα μικρό κουτάκι.

Πρόσεξε!

Η Πολίνα το άνοιξε προσεκτικά.

Μαμά Είναι αυτό το γατάκι;

Αυτό είναι!

Η Πολίνα έβγαλε απαλά το μικρό κρυστάλλινο γατάκι ήξερε πως της το είχε χαρίσει ο Βλαδίμηρος στη Βέρα.

Για τη μεγάλη κόρη Αυτό σου είπε ο παππούς τότε;

Αυτό!

Ευχαριστώ! Ήθελα τόσο να γίνει δικό μου! χάιδευε τ αυτιά της μικρογραφίας. Μαμά, εγώ είμαι μοναχοπαίδι

Η Βέρα χαμογέλασε, και η Πολίνα την κοίταξε διερευνητικά.

Αλήθεια; ψιθύρισε. Η Βέρα έγνεψε κι η μικρή τινάχτηκε, κρατώντας το γατάκι γροθιά.

Θα γίνω μεγάλη αδελφή! Μαμά, ποιον περιμένεις;

Δεν ξέρω ακόμα, αστέρι μου.

Η Βέρα κοίταζε την Πολίνα να χοροπηδάει και ξαφνικά ήρθε να κλάψει. Τόσα χρόνια που το περιμένανε

Η Πολίνα σταμάτησε απότομα στη μέση του δωματίου.

Είναι το καλύτερο δώρο που μπορούσες να μου κάνεις!

Η Βέρα σηκώθηκε, πήγε στην ντουλάπα και έβγαλε ένα μεγάλο κουτί.

Είναι κι αυτό για σένα.

Το όμορφο φόρεμα άφησε τη μικρή άφωνη. Στριφογύρισε μπροστά στον καθρέφτη.

Μαμά, τι ώρα θα έρθουν όλοι;

Η Βέρα κοίταξε το ρολόι κι αναφώνησε:

Κοιμηθήκαμε πολύ! Πρέπει να βιαστούμε!

Τα κατάφεραν. Μέχρι το μεσημέρι, η ντυμένη στα γιορτινά Πολίνα καλωσόριζε τους προσκεκλημένους, το σπίτι γέμισε χάχανα.

Πώς τα πάτε; η Λήδα κάθισε με κόπο και κοίταξε αυστηρά τη Βέρα.

Όλα καλά μαμά. Η Πολίνα τέλειωσε με άριστα και στη μουσική τα πάει περίφημα. Μόνο χαρές, όχι παιδί.

Να εκτιμάς ό,τι έχεις είναι δώρο, έτσι απλά.

Η Βέρα αναστέναξε. Με τη μάνα γινόταν όλο και πιο δύσκολο να μιλήσει. Από το βάρος την έβγαλε η Νάντια με νέα για τα παιδιά της. Άκουγε αφηρημένη τα παράπονα, σημείωσε μόνο πως κι εκείνοι τα πήγαν καλά η Μιλένα τέλειωσε με άριστα, ο Βίκτωρας πρωταθλητής στο μποξ.

Ένα δυνατό κλάμα αιφνιδίασε τους πάντες η Βέρα έτρεξε στο παιδικό δωμάτιο. Άνοιξε και βρήκε τη μικρή να κλαίει δυνατά. Το λευκό φόρεμα, λερωμένο. Η Βέρα την άρπαξε αγκαλιά.

Νάντια! Το φαρμακείο πάνω στο ψυγείο! Γρήγορα! Τον επίδεσμο!

Όλοι έτρεχαν, μόνο η Μιλένα καθόταν σιωπηλή στη γωνία κοιτάζοντας την Πολίνα.

Πολίνα μου, τι έγινε; ρωτούσε η Βέρα αναστατωμένη.

Δεν είναι αλήθεια! Λέει ψέματα! Ψέματα!

Ποια λέει ψέματα; Η Βέρα δεν καταλάβαινε.

Οι γρατζουνιές ήταν ρηχές. Μόλις την περιποιήθηκε, πήρε την κόρη στο υπνοδωμάτιο.

Θες να μου πεις τι συνέβη;

Στην αρχή η μικρή δε μιλούσε… Έχωσε το πρόσωπο στην αγκαλιά της. Μετά σήκωσε τα μάτια, τόσο γκρίζα όσο της Βέρας…

Oceń artykuł
Το κρυστάλλινο γατάκι