Δώρο της Μοίρας
Ο Ανδρέας πήγε στη μητέρα του αργά εκείνο το βράδυ. Δεν παραξενεύτηκεσυμβαίνει αυτό με τον Ανδρέα. Από τότε που χώρισε ζει μόνος του και ο γιος του, ο Μιχάλης, μένει με τη μαμά του.
«Ο Μιχάλης σε περίμενε, είχες πει θα πάτε μαζί στο παγοδρόμιο,» του είπε η μητέρα του. «Μόλις κοιμήθηκε, μην τον ξυπνήσεις. Θα σου ζεστάνω φαγητό, φάε και πήγαινε για ύπνο.»
Μετά το φαγητό, ο Ανδρέας πήγε στο δωμάτιο του μικρού, ξάπλωσε δίπλα του. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί αμέσως· μυαλό του ήρθε αυθόρμητα η πρώτη του γυναίκα, η Δανάη. Μετά τη Δανάη είχε ακόμα δύο σχέσεις, αλλά τίποτα δεν του γέμιζε το μάτι.
Τη Δανάη δεν την ξέχασε ποτέ. Από τον παιδικό σταθμό μαζί, γείτονες, στην ίδια τάξη σχολείου, ίδια σχολή μετά, παντρεύτηκαν τυπικά, δυο κομμάτια που πάντα ήταν δίπλα-δίπλα. Οι γονείς και των δύο χαίρονταν με αυτήν τη σχέση, τους είχαν συνηθίσει ζευγάρι.
Όλοι τους θεωρούσαν όμορφο, αγαπημένο ζευγάρι. Έμεναν σε ένα διαμέρισμα που είχε αφήσει η γιαγιά της Δανάης. Περνούσε ο καιρός, όλα καλά, αλλά η Δανάη δεν μπορούσε να μείνει έγκυος. Υγεία και των δύο γερή, και όμως τίποτα.
Κάποια στιγμή πρότειναν στη Δανάη να πάει σε λουτρά για θεραπεία, αλλά ο Ανδρέας δεν συμφωνούσε.
«Σιγά μη μου φέρεις κανενός άλλου το παιδί από εκεί πέρα» της είπε με μισό χαμόγελο.
«Δηλαδή δεν με εμπιστεύεσαι;» του είπε κλαίγοντας.
Οι γονείς τους πρότειναν να υιοθετήσουν ένα παιδί από ορφανοτροφείο αλλά ο Ανδρέας ούτε που ήθελε ν ακούσει.
«Θέλω το δικό μου παιδί. Τίποτα άλλο.»
Στη δεκάχρονη επέτειο του γάμου τους, μαζεύτηκαν σπίτι με συγγενείς. Όλοι περίμεναν τον Ανδρέα, αλλά εκείνος είχε αργήσει πάρα πολύ. Τελικά, οι καλεσμένοι κουράστηκαν, έφυγαν σχεδόν νηστικοί κι όλο το τραπέζι έμεινε άθικτο.
Εκείνο το βράδυ, ο Ανδρέας δεν γύρισε σπίτι. Η Δανάη έκλαψε πολύ, αλλά κατάλαβεμάλλον ήξερε μέσα της ότι το τέλος έρχεται. Ο Ανδρέας είχε αλλάξει τελευταία. Το πρωί ήρθε επιτέλους και της είπε κατάματα: πέρασε τη νύχτα σε μια άλλη γυναίκα, μάνα δύο παιδιών, που υποσχέθηκε να του κάνει παιδί και να το μεγαλώσουν.
«Τι λες, Ανδρέα; Πώς το έκανες αυτό; Με πρόδωσες Γιατί δεν το κουβέντιασες μαζί μου; Δεν σου συγχωρώ την προδοσία, φύγε Αλλά βοηθά με να υιοθετήσω παιδάκι» του είπε με κλάματα.
«Να σου το γράψω στο όνομά μου μετά να μου ξηγιέσαι;» της ξέκοψε εκείνος.
Η Δανάη το πέρασε πολύ δύσκολα το χωρισμό. Η προδοσία πονάει, ευτυχώς στάθηκαν δίπλα της οι συγγενείς και φίλοι. Ήθελε πολύ να υιοθετήσει αλλά σε μια μόνη γυναίκα δεν επέτρεπαν.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του για πάντα. Δέκα ολόκληρα χρόνια γεμάτα αναμονή, πίκρα, ιατρούς, νοσοκομεία κι αναστεναγμούς. Έφυγε ήσυχα, ψυχρά.
«Συγγνώμη, Δανάη. Κουράστηκα.»
Μισό χρόνο μετά, έμαθε από κοινούς φίλους πως ο Ανδρέας απέκτησε γιο. Η ψυχή της δεν διαλύθηκε, απλά σαν να ξεθώριασαν όλασαν παλιά φωτογραφία.
Έζησε ένα χρόνο μηχανικά: δουλειά, σπίτι, αϋπνίες. Ένα βράδυ, μπαίνει σε ένα μικρό καφέ να γλιτώσει από τη βροχή και βλέπει τον Οδυσσέα, φίλο του Ανδρέα, πάντα εύθυμο κι αγαπητό σε όλους. Τώρα, μπροστά της ένας κουρασμένος άνδρας κρατούσε αμήχανα ένα φλυτζάνι.
«Οδυσσέα, τι κάνεις εδώ;» τον πλησίασε. Εκείνος σήκωσε τα μάτια και της χαμογέλασε θλιμμένα.
«Δανάη; Εσύ εδώ;»
Πιάσανε την κουβέντα. Τα είπαν όλα:
«Με τη Ρίτα τελειώσαμε, το ξέρεις πως αγαπούσε τα λεφτά. Μετά κάηκε το συνεργείο, χρέη πάνω χρέη. Με πέταξε έξω η γυναίκα μου, γιατί δεν κουβάλαγα πια φράγκο. Δεν έχω γονείς, πουθενά να πάω.»
«Έλα μαζί μου,» του πρότεινε η Δανάη, ακόμα δεν πίστευε τη φωνή της.
Δεν το είπε από οίκτο, αλλά επειδή απλά ήθελε να βοηθήσει έναν φίλο που ήταν πιο ζορισμένος κι από εκείνη. Δεν σκέφτηκε ρομάντζο ή τίποτα άλλο. Εκεί όπου χρόνια βασίλευε η μοναξιά, να ένας άνθρωπος που χρειαζόταν βοήθεια.
«Είναι εντάξει; Κι ο Ανδρέας;»
«Δεν τα μαθες; Με άφησε επειδή δεν κατάφερα να του κάνω παιδί βρήκε άλλη να του το γεννήσει.»
Ο Οδυσσέας έμεινε παγωτό.
«Συγγνώμη, Δανάη, δεν ήξερα. Έχουμε χαθεί τόσα χρόνια Έτσι το φερε η μοίρα τελικά.»
«Δεν πειράζει. Συνήθισα πια.»
Ο Οδυσσέας έμεινε στον καναπέ. Τις πρώτες μέρες ήταν σαν σκιά: ζήταγε συγγνώμη ακόμα και για μια μπουκιά ψωμί. Με τον καιρό, άρχισε να σηκώνει κεφάλι: επισκεύασε μια βρύση, μάζεψε τη βιβλιοθήκη που είχε χαλάσει, μαγείρευε βραδινό. Ήταν ήσυχος, γλυκόςδίπλα του η σιωπή δεν ήταν πια βάρος, αλλά γαλήνη.
Μιλούσαν κάθε βράδυ και η Δανάη τον βολεύει στη δουλειά της στο γραφείο. Ο Οδυσσέας ήταν χαρούμενος. Σιγά σιγά έζησαν μαζί, μετά παντρεύτηκαν κιόλας.
Μια φορά βρέθηκαν τυχαία μπροστά στη Ρίτα. Τους κοίταξε ειρωνικά, της ξέφυγε:
«Καλή τύχη, Δανάη, πάρτον με τις ευχές μου. Ίσως σου χαρίσει παιδί» ξεστόμισε, λες και ο Οδυσσέας δεν ήταν μπροστά.
«Μακάρι!» είπε η Δανάη. «Ευχαριστώ για την ευχή.»
Με τον Οδυσσέα άρχισε ξανά να χαμογελά αυθόρμητα, να γελάει αληθινά. Είχε δίπλα της έναν άνθρωπο που τη φρόντιζε, ένιωθε επιτέλους σημαντική για κάποιον. Ζούσαν με κοινούς στόχους, διαφωνίες για ταινίες, πρωινό καφέ στην κουζίνα.
Μια μέρα κάνανε μια σοβαρή συζήτηση. Ο Οδυσσέας ήξερε πόσο την πονούσε που δεν είχε παιδί, της λέει:
«Δανάη, να υιοθετήσουμε ένα παιδάκι;»
Η Δανάη έμεινε άφωνη, τα μάτια της γούρλωσαν, δεν το πίστευε.
«Ναι ρε Δανάη, καλά άκουσες. Τι έπαθες;» χαμογέλασε εκείνος.
Μετά από λίγο, του απαντάει:
«Θα ήταν το μεγαλύτερο δώρο για μένα, Οδυσσέα. Το ονειρεύομαι χρόνια, ήθελα να σου το πω μα δίσταζα μήπως διαφωνήσεις Σε ευχαριστώ τόσο πολύ»
Ο Οδυσσέας χάρηκε που της το πρότεινε πρώτος.
«Δεν χάνουμε χρόνο λοιπόν. Αύριο πάμε για τα χαρτιά, να δούμε τι χρειάζεται.»
«Ο καλύτερός μου, Οδυσσέα!» γέλασε η Δανάη, ευτυχισμένη. Πίστεψε πως η ζωή της χαμογέλασε ξανά.
Μαζέψαν τα δικαιολογητικά για την υιοθεσία, περίμεναν έγκριση, κι άρχισαν να επισκέπτονται ορφανοτροφεία Και τότε κατάλαβε η Δανάη: έναν μήνα τώρα ζούσε αλλιώς. Κράτησε τη σιωπή της, πήγε φαρμακείο. Το τεστ βγήκε θετικό: δύο έντονες γραμμές, λες και της λέγανε «Εδώ είναι το μονοπάτι σου, το δικό σου.»
Μετά βίας το πίστεψε. Τρέχει στον Οδυσσέα:
«Δεν θα το πιστέψεις! Κοίτα!» και του δείχνει το τεστ εγκυμοσύνης. «Θα κάνουμε δικό μας παιδί!»
«Παναγία μου, Δανάη, αλήθεια; Αύριο κιόλας γιατρός!»
Ο γυναικολόγος το επιβεβαίωσε, όλα καλά.
Οι ζωές τους μετατράπηκαν σε γιορτή, άλλη γιορτή, τη μεγαλύτερη και πιο γλυκιά. Δεκατέσσερα χρόνια περίμενε η Δανάη και τώρα ζούσε επιτέλους χαρά.
Ο Οδυσσέας την πρόσεχε με τα πάνταούτε να σηκώσει ψιλό, κάθε λιγούρα και χατήρι πήγαινε να της το φέρει. Το πολύτιμο πια σ αυτούς, μια κόρη.
Και γεννήθηκε η μικρή τους, η Αλεξάνδραξανθομάτα, στρογγυλοπρόσωπη. Ο Οδυσσέας έκλαιγε όταν την αγκάλιασε στο μαιευτήριο:
«Επιτέλους σπίτι μας. Μια ολόκληρη, χαρούμενη ζωή μας περιμένει, το πολυτιμότερο πλάσμα μόλις γεννήθηκε για εμάς.»
Το σπίτι τους γέμισε πάλι: φωνές, γέλια, πούδρα μωρού, αϋπνίες μοιρασμένες με αγκαλιές. Η ευτυχία δεν ήταν απρόσβλητη από μάλωματα, κούραση, δυσκολίες. Ήταν όμως βαθιά, σαν δέντρο στη βραχώδη γη.
Ένα καλοκαιρινό πρωινό, βγήκαν βόλτα στο πάρκο με το καρότσι. Η Αλεξάνδρα κοιμόταν, αυτοί πιασμένοι χέρι με χέρι, επιλέγαν μονοπάτι να πάρουν. Και πέσανε σχεδόν πάνω στον Ανδρέα. Μόνος του, φανερά γερασμένος, με άδειο βλέμμα και μπουκάλι Fix στο χέρι. Σταθήκαν για λίγο.
«Γεια» είπε σιγανά ο Ανδρέας.
Το βλέμμα του πλανήθηκε στη χαμογελαστή Δανάη, μετά στον Οδυσσέα και το καρότσι.
«Άκουσα ότι είστε καλά.»
«Ναι,» του πε απλά η Δανάη. «Όλα μια χαρά. Εσύ;»
Σήκωσε τους ώμους, κοιτώντας αλλού.
«Τι να πω Ξαναπαντρεύτηκα δυο φορές. Τίποτα δεν πήγε καλά. Ο μικρός με μένει με τη μάνα μου, τους βλέπω. Εγώ μόνος. Τι να κάνεις;»
Δεν είχε μίσος, μόνο μια συνήθεια πικρίας. Κοίταξε τον Οδυσσέα μια στιγμή, χαμογέλασε πικρά και κούνησε το κεφάλι.
«Δε θα σας κρατάω, λοιπόν. Γεια σας.»
Έφυγε σκυφτός, μια μοναχική φιγούρα στον ήλιο και τον κόσμο γύρω.
Ο Οδυσσέας πήρε τη Δανάη αγκαλιά.
«Πάμε, αγάπη μου Η Αλεξάνδρα θα ξυπνήσει, ώρα για σπίτι.» της ψιθύρισε.
Έπιασαν το καρότσι, πήραν το δρόμο τους. Προς το σπιτικό τους, που δεν ήταν ονειρικό, αλλά ήταν αυθεντικό, χτισμένο πάνω στ απομεινάρια παλιών ονείρωνκι αυτό είναι η μεγαλύτερη αλήθεια.
Σε φιλώ φίλε μου, να χεις πάντα τύχη και αγάπη στη ζωή σου!





