Πλάκα
Ελένη! Ελένα! Δώσε μου να αντιγράψω!
Ο χαμηλόφωνος ψίθυρος της Βαλεντίνας ακούγεται σε όλη την τάξη, και η κυρία Μαρίνα σηκώνει το βλέμμα της από το απουσιολόγιο που συμπληρώνει.
Βαλεντίνου, συμμαζέψου λίγο, ναι; Γράψε μόνη σου!
Κυρία Μαρίνα, δύσκολο είναι! απαντάει αμέσως η Βαλεντίνα, πάντα έτοιμη για καυγά.
Και ποιος είπε ότι πρέπει να είναι εύκολο; Και να ξέρεις, Βαλεντίνα, η Ελένη έχει διαφορετική εκφώνηση. Άδικα ζητάς βοήθεια.
Τι εννοείτε δηλαδή; Αφού δίπλα στην πρώτη κάθεται!
Ακριβώς αυτό. Χαμογελάει πονηρά η κυρία Μαρίνα, αντιγράφοντας τον τρόπο της Βαλεντίνας. Της έβαλα ξεχωριστή εργασία.
Ε, αυτό τώρα είναι άδικο! η Βαλεντίνα σκύβει για λίγο στο τετράδιό της, αλλά αμέσως ψάχνει εναλλακτικές λύσεις „σωτηρίας”.
Κανείς δεν προσέχει πώς μαζεύεται στη θέση της η Ελένη, φοβισμένη να σηκώσει μάτια από το τετράδιο ή να κοιτάξει γύρω.
Όλοι οι δάσκαλοι ήξεραν πως η Ελένη ήταν το στήριγμα όλης της τάξης. Ένα φωτεινό μυαλό που όλοι εκμεταλλεύονται όσο και όπως μπορούσαν. Αν τολμούσε να αρνηθεί, θα είχε προστριβές με όλο το τμήμα.
Η Ελένη όμως δεν ήταν „κακιά”. Άφηνε να αντιγράψουν, αλλά όπως της είχε πει η μαμά της, το έκανε χωρίς να δίνει δικαιώματα σε καθηγητές.
Καλή μου Ελενίτσα, ξέρω πως είσαι πολύ καλόκαρδη, αλλά πρέπει να σκέφτεσαι και τα δικά σου συμφέροντα. Για να μπεις εκεί που θέλεις χρειάζεσαι καλό απολυτήριο. Μη το ρισκάρεις για τις βλακείες των άλλων που δεν μπορούν να μάθουν δυο κανόνες.
Η συμβουλή της μαμάς, σωστή μεν, αλλά η Ελένη, ακούγοντάς τη, απλώς αναστέναζε βαριά. Να ήξερε η μητέρα της πόσο δύσκολο ήταν να είσαι η καλύτερη μαθήτρια σε μια τάξη που δεν ενδιαφέρεται σχεδόν κανείς…
Μετά το διαζύγιο των γονιών της, η μαμά άλλαξε σχολείο στην Ελένη. Πολλοί οι λόγοι για αυτήν την απόφαση. Ένας από αυτούς, ότι ο αδερφός της Ελένης μεγάλωνε κοντά στον πατέρα σε μια οικογένεια που δημιουργήθηκε όσο οι γονείς της ήταν ακόμα μαζί.
Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να της εξηγήσει. Οι μεγάλοι έλυναν τους δικούς τους λογαριασμούς και η Ελένη απλά ζωγράφιζε φύλλα με μαύρο χρώμα, χωρίς να αφήνει ίχνος φωτεινό.
Ήταν η γιαγιά που ανησύχησε πρώτη.
Τι γίνεται εδώ; Τι κάνετε στο παιδί!
Η γιαγιά ήταν η μητέρα του πατέρα της αλλά παράξενα, υποστήριξε τη μαμά της Ελένης.
Ίδιος ο πατέρας της Αυτός συνέχεια έφευγε και ερχόταν. Έτσι ήταν η φύση του Καταραμένη. Τουλάχιστον ο δικός μου πάντα ξαναγύριζε χωρίς άλλα παιδιά.
Και τον συγχωρούσατε;
Τι να έκανα, Ολίνα μου; Τον αγαπούσα. Και ήξερα ότι κάπως αγαπούσε κι εκείνος εμένα Αλλιώς δεν θα γύριζε πίσω.
Ήταν δύσκολο να τον συγχωρήσετε;
Και λίγα λες. Ούτε ποτέ τον συγχώρησα πραγματικά. Δεν ζούσα, βασανιζόμουν. Τώρα πια το μετανιώνω, αλλά τί άλλα να κάνω; Ίσως σου φανεί παράξενο, αλλά δώσε ευχαριστώ στη μοίρα που ο δικός σου έκανε παιδί εκτός γάμου. Σε βλέπω, Ολίνα είσαι σαν κι εμένα. Θα τον δεχόσουν πάλι πίσω. Έτσι δεν είναι;
Δεν ξέρω Πονάει πολύ
Το καταλαβαίνω. Να λυπηθείς όμως την Ελένη! Είναι στη μέση, το παιδί. Ο γιος μου δεν θα ακούσει, δεν θέλει. Εσύ όμως, μάνα, σκέψου πώς να μην πονέσει η Ελένη. Δεν φταίει σε τίποτα.
Ναι, έχετε δίκιο. Εμείς φταίμε
Και η μητέρα της Ελένης έκανε κάτι που κανείς δεν περίμενε. Έβαλε την μικρή τότε κόρη της στα πόδια της και της τα εξήγησε όλα, όπως ήταν, στα έξι της.
Ελενίτσα μου, με τον μπαμπά σου δεν θα ζήσουμε πια μαζί, στο ίδιο σπίτι.
Γιατί;
Παίρνουμε διαζύγιο. Θα ζούμε μαζί τώρα οι δυο μας, και με τον μπαμπά θα συναντιέστε τα Σαββατοκύριακα, όταν μπορεί. Μη κλαις! Κοίτα με! Ο μπαμπάς σου θα παραμείνει μπαμπάς σου! Θα είναι πάντα εκεί! Στο υπόσχομαι!
Εσύ; Η Ελένη σκούπιζε τα νεύρα και τα δάκρυα στα μάγουλά της. Οι μεγάλοι πάντα πράττουν όπως θέλουν…
Εγώ από εσένα δεν φεύγω πουθενά!
Τότε μόνο κατάλαβε η Ολίνα τι φοβόταν τόσο η μικρή Ελένη, όταν βάφτιζε με μαύρο κάθε σελίδα στο μπλοκ της.
Χρειάστηκε πολύς χρόνος να της εξηγήσει και να της διώξει το φόβο. Δύσκολο, αλλά σταδιακά όλα μπήκαν σε μια κάποια τάξη. Η Ελένη έβλεπε τον πατέρα της, όχι όσο ήθελε, αλλά αρκετά για να καταλάβει ότι αυτός άφησε τη μαμά, όχι εκείνη. Ο πατέρας της συνέχισε να την καλομαθαίνει και βρήκε τρόπο με την Ολίνα να διασφαλίζουν το δικό της καλό. Η Ελένη πήγε στη θάλασσα με την οικογένεια του πατέρα, έπαιζε με τον αδερφό της, και τα βρήκε ακόμη και με τη νέα γυναίκα του πατέρα την Ιρίνα, που της φερόταν καλά και δεν είχε κανένα λόγο να της σταθεί εμπόδιο.
Κι όμως, όλα αυτά άφησαν σημάδι μέσα της. Που και που σκεφτόταν αν ο πατέρας της έφυγε επειδή κάτι λείπει σε εκείνη. Ίσως με την Ιρίνα να είναι καλύτερα, να ήθελε και άλλα παιδιά, αλλά δεν ήθελε να μεγαλώσει την Ελένη… Μήπως επειδή δεν ήταν όπως έπρεπε;
Μάταια η μητέρα και η γιαγιά της έλεγαν πως την αγαπούσαν πάντοτε. Ο σπόρος της αμφιβολίας πάντα την τυραννούσε, κυρίως όταν τα πράγματα δυσκόλευαν και χρειαζόταν σίγουρη αυτοπεποίθηση.
Στην αρχή δεν φαινόταν τόσο πολύ. Μετά, όταν στην πρώτη τάξη την ανέβασαν στη σχολική γιορτή να πει ποίημα, της λύθηκαν τα γόνατα. Μια βδομάδα το μάθαινε με τη μαμά της, μπροστά στον καθρέφτη, σίγουρη πως θα τα καταφέρει. Στον παιδικό σταθμό πάντα της έδιναν τους δύσκολους ρόλους γιατί ήξεραν πως τα καταφέρνει και με το παραπάνω.
Αυτή τη φορά όμως, δεν λειτούργησε. Πήρε το μικρόφωνο, έψαξε με τα μάτια τους δικούς της και… τα ξέχασε όλα. Δάκρυα αυλάκωσαν τα μάγουλά της, χωρίς να βγει κουβέντα.
Η Υποδιευθύντρια έσκυψε στο ύψος της, της χάιδεψε απαλά το μάγουλο και της είπε χαμηλόφωνα:
Θα το πεις μετά;
Η Ελένη το μόνο που μπόρεσε ήταν να γνεύσει καταφατικά.
Ευτυχώς η κυρία Μαρίνα κράτησε το λόγο της. Και στο τέλος του μαθήματος περίμενε την Ελένη στην πόρτα.
Να σε ακούσω το ποιηματάκι; Το θέλω πολύ!
Μικρό πράγμα η αμηχανία μιας πρώτης; Και όμως, εκείνη τη στιγμή για την Ελένη δεν υπήρχε τίποτα πιο σημαντικό. Ξεκόλλησε από τη μαμά της, στάθηκε ίσια και το είπε μέχρι τέλους, κάνοντας τους μεγάλους να χειροκροτήσουν.
Μπράβο! Ήξερα πως θα το καταφέρεις!
Αλλά… δεν το είπα στη γιορτή…
Δεν έχει σημασία! Τώρα το είπες και το ακούσαμε όλοι! Αυτό μετράει! Είσαι σπουδαία, το λέω εγώ που έχω δει αμέτρητα παιδιά σαν εκπαιδευτικός! Έπιασες;
Νομίζω πως ναι…
Η σκηνή αυτή μένει στη μνήμη της Ελένης. Και όταν χρόνια μετά η κυρία Μαρίνα γίνεται υπεύθυνη του τμήματος, η Ελένη χαίρεται. Νιώθει πως είναι μαζί της, „δικός της άνθρωπος”, που πάντα θα τη στηρίξει.
Η Μαρίνα πραγματικά είχε το νου της στην Ελένη.
Πολύ ευαίσθητο κορίτσι έχετε! Εξαιρετικό, αλλά εύθραυστο! Σκεφτήκατε ποτέ να τη βάλετε σε σχολείο με κατεύθυνση μαθηματικών; Έχει μεγάλο ταλέντο! Εδώ… πώς να το πω ευγενικά… Είναι πρόχειρη η ατμόσφαιρα. Τα περισσότερα παιδιά δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για μόρφωση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα της πήγαινε καλύτερα.
Η Ολίνα το καταλάβαινε, αλλά δεν μπορούσε ακόμα να κάνει τίποτα. Το σχολείο αυτό ήταν μακριά, η οικογένεια του πατέρα περίμενε δεύτερο παιδί, η γιαγιά άρρωστη, και η ίδια δούλευε διπλοβάρδιες, παλεύοντας να αγοράσει μεγαλύτερο διαμέρισμα. Στη γκαρσονιέρα είχαν αρχίσει να ασφυκτιούν.
Λίγο υπομονή, Ελενάκι μου. Όλα θα γίνουν στην ώρα τους. λέει χαϊδεύοντας στη μικρή, στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση.
Μη στεναχωριέσαι, μαμά. Θα αντέξω…
Στο σχολείο πώς τα πας;
Καλά! προσπαθεί να ακούγεται κεφάτη, αλλά ξέρει πως τα πράγματα πάνε δύσκολα.
Καλά ε; Θα μου τα πεις με λεπτομέρειες! της λέει η Ολίνα, αρχίζει να τη γαργαλάει.
Η Ελένη ξεκαρδίζεται, προσπαθεί να ξεφύγει, αλλά στο τέλος τα εξομολογείται όλα.
Όχι, κανείς δεν την πείραζε ανοιχτά. Αλλά άκουγε πίσω της:
Πάλι η Ελένα το παίζει εξυπνάκιας! Την ακούσατε στην Ιστορία μπροστά στη δασκάλα; Εμ βέβαια, με τέτοια απάντηση πού να πάρουμε κι εμείς καλό βαθμό!
Στο πρόσωπο δεν τόλμησε κανείς να της μιλήσει, μέχρι που έφτασε μια μέρα όλα να αλλάξουν.
Έλα καλέ, δέκα λεπτά! Δεν προλαβαίνω τίποτα! Ο οξύς ψίθυρος της Βαλεντίνας αναγκάζει την Ελένη να της σπρώξει ένα μικρό χαρτάκι από το πρόχειρό της.
Η κυρία Μαρίνα, αφηρημένη από ένα μήνυμα στο κινητό της, δεν πρόσεξε.
Ο Βαγγέλης, ο διπλανός της, γλίστρησε το τετράδιό του κοντά της για να δει πιο εύκολα την εκφώνηση.
Ευχαριστώ! του ψιθυρίζει η Ελένη κι αμέσως του υποδεικνύει το λάθος.
Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Με τον Βαγγέλη γνωρίζονταν από το δημοτικό, συνεννοούνταν με μια ματιά. Μια διορθωμένη πράξη, ένα απλό γνέψιμο και ο Βαγγέλης άλλαξε την απάντηση.
Το χαρτάκι με τις διορθώσεις έφυγε στη Βαλεντίνα και τελικά, βαθιά σιωπή ως το πέρας του μαθήματος.
Μετά όμως ξεκίνησε το μαρτύριο.
Είσαι καλά; Κάθεσαι κι αδιαφορείς! Τέλος τριμήνου έχουμε κι εσύ τίποτα! Για φίλη δε σε λες! Η Βαλεντίνα χτυπάει τη γροθιά της στην άκρη του θρανίου.
Βαλεντίνα, δεν έχεις δίκιο! απαντά ψύχραιμα η Ελένη, αλλά μέσα της φουντώνει ο θυμός.
Γιατί πρέπει πάντα να χρωστάει χάρη σε κάποιον άλλον;
Αυτά οφείλονται στη γιαγιά. Αντί να λέει βρισιές, έμαθε στην Ελένη να τα αντικαθιστά με „Άγιο Πνεύμα!”.
Κυρία είσαι, δεν είσαι λιμενεργάτης! Συμπεριφέρσου αναλόγως!
Μα γιαγιά, κι εσύ κοπέλα ήσουν. Αλλά σε έχω ακούσει…
Ε, τώρα δεν πειράζει! γελάει η γιαγιά. Εγώ μπορώ. Εσύ όχι! Δεν είναι ωραίο, κορίτσι μου. Σε μικρή ηλικία να είσαι προσεκτική πώς μιλάς.
Οι αγόρια πάντως βρίζουν!
Δεν είναι το ίδιο! Θυμήσου! Αυτό που επιτρέπεται στους άντρες, δεν επιτρέπεται πάντα σε μας! Διακρίσεις… Έτσι είναι η κοινωνία. Θες ο δικός σου άνθρωπος να σε βλέπει σαν αγοροκόριτσο;
Γιατί όχι;
Γιατί οι άντρες παντρεύονται γυναίκες, όχι φίλους! Θα κερδίσεις τη φιλία του, όχι τη θέση στη ζωή του.
Λες κι εσείς, μαμά και μπαμπάς, αλλιώς ήσασταν…
Μέχρι εκεί όμως. Αυτά να τα ρωτήσεις στους γονείς σου. Θα σου πω μόνο, το μυστήριο της γυναίκας και η θηλυκότητα δεν είναι παραμύθια.
Τότε οι βρισιές δεν είναι για κορίτσια…
Ακριβώς! Μη με αναγκάσεις να γίνω ξανά κορίτσι…
Γιαγιά! πνίγεται στα γέλια η Ελένη.
Τότε η Ελένη, όσο ήθελε να απαντήσει στην Βαλεντίνα σε στυλ που ήταν του συρμού στην τάξη, κατάλαβε πως δεν ήταν η σωστή επιλογή.
Κόφτο πια! είπε ο Βαγγέλης, μαζεύοντας τα βιβλία του. Δική σου ευθύνη! Τι σου φταίνε οι άλλοι;
Οι φίλοι δεν φέρονται έτσι! γυάλισε η Βαλεντίνα.
Ανοησίες! αντέδρασε η Ελένη. Σου βοήθησα τελικά; Σταμάτα να παραπονιέσαι!
Πήρε η Ελένη τον σάκο της, έσπρωξε άγαρμπα τη Βαλεντίνα στον περαστικό, κι έφυγε προτού της έρθουν τα κλάματα μπροστά σε όλους.
Η Βαλεντίνα, όμως, ψιθύρισε:
Εσένα σε πήραμε είδηση, Λενιώ… Θα το δεις…
Την επόμενη, και για μέρες, δεν αντάλλαξαν κουβέντα.
Η τάξη περίμενε να δει τι θα σκαρφιζόταν η Βαλεντίνα, που μισούσε να χάνει. Ήξερε να κάνει εκδίκηση ν’ ανθίζει, και η Ελένη αναρωτιόταν πού θα το πάει.
Της βγήκε όμως αλλιώς.
Έλα, φτάνει η παγωμάρα! Δύο βδομάδες πέρασαν! Συμφιλιωνόμαστε; είπε η Βαλεντίνα, και η Ελένη μαλάκωσε.
Δεν κρατάω κακία.
Όταν, όμως, η Ελένη μια μέρα βρήκε ένα περίεργο σημείωμα στο σάκο της, δεν της πήγε ο νους στην Βαλεντίνα.
«Ελένη! Μου αρέσεις πολύ! Βαγγέλης»
Ο γραφικός χαρακτήρας ίδιος με του Βαγγέλη.
Η Βαλεντίνα, κάνοντας πρακτική με τις δασκάλες, βρήκε άλλη συμμαθήτρια από το διπλανό τμήμα που έγραφε παρόμοια, και με τη βοήθεια των φίλων της „έστησε” την πλεκτάνη.
Στα αποδυτήρια του γυμναστηρίου, η Ελένη δούλευε τις πάσες στο βόλεϊ και οι φίλες της Βαλεντίνας την κρατούσαν απασχολημένη.
Έλα, πιο δυνατά, Λενιώ!
Όταν η Ελένη βρήκε το σημείωμα, οι κοπέλες έκαναν πως δεν ξέρουν τίποτα.
Τι είναι αυτό; Ρε Λενιώ! Μπράβο! Κοίτα, παιδιά, ο Βαγγέλης έχει πέσει με τα μούτρα για την Ελένη! Μεμιάς το διαλαλούν.
Βαλεντίνα, δώσε μου το σημείωμα!
Ε, όχι, δε χρειάζεται πλάνο! Ας διαδοθεί!
Την ίδια ώρα, η τάξη των αγοριών βγήκε από τα αποδυτήρια και γέλαγε.
Τι γίνεται εδώ;
Η κυρία Μαρίνα εμφανίστηκε και έπεσε σιωπή. Ήξεραν όλοι πως εκείνη θα επέβαλλε κανόνες.
Κυρία Μαρίνα, έχουμε νέα! κάνει η Βαλεντίνα, υψώνοντας το σημείωμα. Έχουμε ζευγαράκι!
Τι λες, παιδί μου; Δείξε μου.
Σημείωμα! Ο Βαγγέλης στην Ελένη! Του αρέσει!
Όλοι πάγωσαν.
Ησυχία! λέει η κυρία Μαρίνα και στρέφεται στην Ελένη. Ελένη;
Και τότε η Ελένη σκέφτηκε εκείνο το πρωινό του Σεπτεμβρίου. „Δεν έχεις λόγο να φοβάσαι!” είχε πει τότε η δασκάλα.
Σήκωσε το κεφάλι της και πήγε μπροστά:
Η Βαλεντίνα πήρε το σημείωμα από μένα. Δεν ήθελα να το δουν όλοι.
Κατάλαβα. Βαγγέλη; η κυρία Μαρίνα προς τα αγόρια.
Ναι! Εγώ το έγραψα!
Ο Βαγγέλης κατευθύνθηκε στη Βαλεντίνα, τράβηξε το σημείωμα και το έδωσε στην Ελένη.
Ξένα γράμματα δεν διαβάζουν, Βαλεντίνα!
Λες ψέματα! ούρλιαξε η Βαλεντίνα, που κατάλαβε πως απέτυχε το σχέδιό της.
Και στα μάτια της Ελένης κάτι άλλαξε. Ψήλωσε ασυναίσθητα το πηγούνι και αισθάνθηκε μια απίστευτη ελευθερία. Θα μπορούσε να πετάξει!
Βαλεντίνα; η κυρία Μαρίνα αυστηρά.
Πλάκα έκανα! είπε σχεδόν κλαίγοντας.
Δώσε το πίσω! Ο Βαγγέλης το έδωσε στην Ελένη προσεκτικά διπλωμένο. Από εδώ και πέρα, μην τα δείχνεις σε κανέναν ό,τι σου στέλνω, εντάξει; Κυρία Μαρίνα, έχουμε σήμερα έκθεση; Η κυρία Γαβριηλία μας είπε…
Έξυπνο αγόρι! Ναι, αλλά θα σας δώσω άλλο θέμα, επίκαιρο για σήμερα. Φύγατε για μάθημα!
Η τάξη ξεχύθηκε έξω. Πίσω έμεινε η αγριεμένη Βαλεντίνα, χαμογελαστοί ο Βαγγέλης κι η Ελένη, κι ένα άσπρο χαρτάκι, κρυμμένο γερά στη γροθιά της Ελένης.
Αυτό το χαρτάκι θα το κολλήσει προσεκτικά στο ημερολόγιό της. Θα το κρατήσει μέχρι τη μέρα του γάμου της, τότε που θα το δώσει, συγκινημένη, στον Βαγγέλη.
Πάρε, άντρα μου!
Τι είναι αυτό, γυναίκα μ;
Η αρχή μας…
Μ’ εμπιστεύεσαι τόσο πολύ, που με αφήνεις να το διαβάσω;
Τα ξέρεις όλα!
Όχι όλα…
Και τι έμεινε μυστικό; η Ελένη κολλάει πάνω στον Βαγγέλη, αδιαφορώντας για τις κραυγές των καλεσμένων και το „Να ζήσετε!” που αντιλαλεί στην αίθουσα.
Θυμάσαι που μου λεγες για τον έρωτα, για την πόρτα και το κατώφλι;
Ναι!
Το πέρασες το κατώφλι;
Τα μάτια της Ελένης λάμπουν κι ο ψίθυρός της ακούγεται στον Βαγγέλη καθαρά:
Και βέβαια! Την έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Δεν είμαι πια απλά ερωτευμένη μαζί σου.
Τι εννοείς; απορεί ο Βαγγέλης.
Το λέω απλά: Σ αγαπώ! Κατάλαβες;
Τώρα κατάλαβα! Και… να το πω κι εγώ; Να το φωνάξω;
Να το φωνάξεις! Πόσο γλυκό!



