Η εφεδρική κάμαρα
Ο Στέλιος άφησε δύο ρολά ταπετσαρίας στο πάτωμα του διαδρόμου και, χωρίς να βγάλει τα παπούτσια του, έσπρωξε με τον ώμο την πόρτα της «εφεδρικής». Η πόρτα κόλλησε σε κάτι μαλακό και δεν άνοιξε εντελώς. Σκέφτηκε να ξεφυσήξει, μα τράβηξε με περισσότερη δύναμη, αισθανόμενος έναν εκνευρισμό να του ανεβαίνει απ τα πόδια ως τον λαιμό εκείνον τον εκνευρισμό που κρατούσε ολόκληρη τη μέρα στη δουλειά.
Να τα μας, μουρμούρισε, αν και στην κουζίνα η Μαρία ήταν ακόμη, κανείς άλλος δεν είχε βγει.
Υπήρχαν σακούλες με ρούχα, κουτιά από ηλεκτρικές συσκευές, ένα παλιό στρώμα ακουμπισμένο στον τοίχο και μια βιβλιοθήκη με βάζα, βιβλία κι ένα σωρό καλώδια όλα μαζί. Μόνο μια στενή λωρίδα χώρου οδηγούσε ως το παράθυρο, όπου στο περβάζι μάζευε σκόνη ένα κουτί με χριστουγεννιάτικα στολίδια.
Η Μαρία εμφανίστηκε πίσω του σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια πετσέτα.
Τα πήρες τα ταπετσαρίες; ρώτησε, κοιτώντας μέσα στο δωμάτιο, όχι τα ρολά, λες και έλεγχε αν ξεφύτρωσε κάτι καινούργιο εκεί μέσα.
Τα πήρα. Και μπογιά. Και στοκάρισμα. Ο Στέλιος ακούμπησε τα ρολά στον τοίχο του διαδρόμου για να μην εμποδίζουν. Αλλά πρώτα να καταφέρουμε ν ανοίξουμε την πόρτα.
Η Μαρία έσκυψε χωρίς να μιλήσει, έπιασε την άκρη μιας σακούλας και την έσυρε για μισό μέτρο. Η πόρτα άνοιξε.
Πάμε ανθρώπινα, είπε. Σήμερα το ξεκαθαρίζουμε. Αύριο οι τοίχοι. Τέλος. Χωρίς «μετά».
Ο Στέλιος έγνεψε καταφατικά, παρ᾽ όλον που μέσα του φούντωνε μια γνώριμη άρνηση. Το «μετά» ήταν ο οικογενειακός τους τρόπος να αποφεύγουν καβγάδες. Όσο το δωμάτιο ήταν κανενός, δεν χρειαζόταν να αποφασίσουν για ποιον ανήκει.
Απ την κουζίνα ακούστηκε η φωνή της Ιωάννας:
Να βοηθήσω, μόνο πείτε μου τι θέλετε να μετακινήσω.
Η Ιωάννα ζούσε μαζί τους δύο χρόνια τώρα, μετά τον θάνατο της μητέρας της και την πώληση του μικρού της δωματίου. Ήταν οργανωτική, ήσυχη, και πάντα αισθανόσουν πως η παρουσία της ήταν σαν επιπλέον στρώμα αέρα στο σπίτι: δεν ενοχλούσε, μα άλλαζε τους ρυθμούς.
Όλα, απάντησε βιαστικά η Μαρία. Μετά διόρθωσε: Σχεδόν όλα.
Ο Στέλιος μπήκε στο δωμάτιο προσεκτικά, προσπερνώντας ένα κουτί με την ένδειξη «καλώδια». Πιάνει το στρώμα που στεκόταν όρθιο και προσπάθησε να το μετακινήσει. Το στρώμα γράπωσε στη λαβή μιας παλιάς βαλίτσας.
Κράτα λίγο, είπε στη Μαρία.
Εκείνη βοήθησε να σηκώσουν το στρώμα κι ο Στέλιος τράβηξε έξω τη βαλίτσα. Ήταν βαριά, οι γωνίες της είχαν φθαρεί, και μια πρόχειρη συστροφή συρμάτινου σύρματος έκλεινε το λουκέτο.
Ποιανού είναι; ρώτησε.
Η Μαρία κοίταξε κι απέστρεψε το βλέμμα.
Της μαμάς μου, είπε λες και θα την άκουγε η βαλίτσα.
Η Ιωάννα μπήκε κρατώντας μια δεμένη με σπάγγο στοίβα εφημερίδες.
Αυτά να τα πετάξω; ρώτησε.
Ναι, απάντησε ο Στέλιος. Αλλά βάλ τες στη σακούλα, να μην σκορπιστούν.
Τοποθέτησε τη βαλίτσα δίπλα στην πόρτα αγγίζοντας ασυναίσθητα το συρματάκι, δοκιμάζοντας αν θα λύσει. Η Μαρία το πρόσεξε.
Μη, του είπε. Άστο για μετά.
Ο Στέλιος την κοίταξε.
Μαρία, σήμερα το είπαμε.
Εκείνη έσφιξε τα χείλη και πήρε απ το περβάζι το κουτί με τα στολίδια και το έβγαλε στον διάδρομο, σαν να ήταν πιο σημαντικό απ τη συζήτηση.
Η Ιωάννα σιωπηλή, άνοιξε μια σακούλα σκουπιδιών κι άρχισε να βάζει μέσα τις εφημερίδες. Ο θόρυβος του χαρτιού εκνεύριζε τον Στέλιο περισσότερο και απ το χάος του δωματίου.
Πήρε στα τυφλά ένα κουτί. Επάνω έγραφε «Αντώνης. Σχολείο». Ήταν σφραγισμένο με ταινία, που όμως ξεκολλούσε ήδη. Ο Στέλιος άνοιξε το καπάκι. Μέσα είχε τετράδια, ένα μαθητικό ημερολόγιο, κάποιες διακρίσεις, έναν πλαστικό χάρακα και, πάνω πάνω, μια μικρή παιδική φανέλα με αριθμό.
Ο Στέλιος έμεινε ακίνητος. Η φανέλα ήταν για παιδί, αλλά όχι πολύ μικρού παιδιού. Για κάποια ηλικία όπου το παιδί δεν ντρέπεται ακόμη για τα έντονα χρώματα.
Αυτό, άρχισε να λέει.
Η Μαρία πλησίασε και κοίταξε.
Μη το πειράζεις, είπε ήσυχα.
Γιατί; ρώτησε ο Στέλιος. Αφού θα…
Δε συνέχισε. Το «δεν θα ξαναγυρίσει» ήταν πολύ σκληρό, έστω κι αν το σκεφτόταν.
Η Ιωάννα σήκωσε το κεφάλι.
Χθες τηλεφώνησε ο Αντώνης, είπε σιγανά. Την άκουσα τη Μαρία να του μιλάει.
Η Μαρία γύρισε απότομα.
Πιά, ακούς πίσω από πόρτες;
Όχι, είπε η Ιωάννα με τις παλάμες σηκωμένες. Απλώς… μιλούσατε δυνατά. Ρώτησε πώς είσαι.
Ο Στέλιος ένιωσε κάτι να γλιστρά μέσα του. Ο Αντώνης, ο γιός τους, έμενε πια στην Πάτρα, δούλευε, νοίκιαζε μόνος. Ερχόταν σπάνια και κάθε φορά η Μαρία ετοιμαζόταν σαν για εξετάσεις. Η εφεδρική κάμαρα για κείνη ήταν «του» κι ας μην είχε πια κρεβάτι.
Και; ρώτησε. Σκοπεύει να 'ρθει;
Η Μαρία σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
Είπε: «μπορεί την άνοιξη». Το είπε ξερά, μηχανικά, λες και το είχε ξανασκεφτεί πολλές φορές.
Ο Στέλιος άφησε το κουτί στο πάτωμα, το καπάκι ανοιχτό. Η φανέλα σαν επίπληξη έμεινε εκεί πάνω.
Θα κάνουμε γραφείο, είπε. Βαρέθηκα να δουλεύω στην κουζίνα. Θέλω να έχω έναν χώρο που να κλείνει η πόρτα.
Η Μαρία τον κοίταξε σαν να της πρότεινε να πετάξει κάτι ζωντανό έξω.
Γραφείο, επανέλαβε. Κι αν έρθει ο Αντώνης; Πού θα κοιμηθεί;
Στον καναπέ στο σαλόνι, όπως όλοι, απάντησε ο Στέλιος. Είναι μεγάλος πια.
Η Ιωάννα έβηξε ελαφρά.
Μπορούμε να πάρουμε μια πολυθρόνα που γίνεται κρεβάτι, πρότεινε. Ή έναν μικρό καναπέ. Υπάρχουν στενοί.
Ο Στέλιος ήθελε να της πει πως το θέμα δεν ήταν ο καναπές. Ήταν πως η Μαρία κρατούσε το δωμάτιο σαν υπόσχεση, που δεν είχε δώσει ποτέ.
Άρπαξε την επόμενη σακούλα. Μέσα είχε παλιά μπουφάν, κασκόλ, κουβέρτες. Τα έβγαλε έξω και κάτω-κάτω ήταν ένα μικρό σακουλάκι με εργαλεία: σφυρί, κατσαβίδια, μέτρο, κουτί με βίδες.
Δικά μου, είπε ανακουφισμένος.
Η Μαρία έγνεψε.
Αυτά τα κρατάμε, είπε ψιθυριστά, σαν να του έκανε χάρη.
Η Ιωάννα εντωμεταξύ ψαχούλευε μια πτυσσόμενη τραπεζαρία στη γωνία κι έλεγε:
Είναι τρανταχτή.
Πετάμε, αποφάσισε ο Στέλιος.
Η Μαρία απότομα:
Περίμενε. Μπορεί ακόμα…
Τι, Μαρία; γύρισε ο Στέλιος. Μπορεί ακόμα να στέκεται να μαζεύει σκόνη; Δεν είναι μουσείο εδώ.
Οι λέξεις ξέφυγαν και γρήγορα το μετάνιωσε. Η Μαρία χαμήλωσε το βλέμμα και άρχισε να τακτοποιεί βιβλία σε ένα κουτί, χωρίς να κοιτάζει τους τίτλους.
Δεν είμαι μουσείο, μουρμούρισε. Απλώς…
Το άφησε στη μέση. Ο Στέλιος είδε πως τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς έκλεινε το κουτί. Ήθελε να την πλησιάσει, αλλά εκείνη τη στιγμή η Ιωάννα τράβηξε μια επίπεδη, μεγάλη καρτέλα απ τη βιβλιοθήκη.
Εδώ έχει χαρτιά, είπε. Δεν ξέρω πού να τα βάλω.
Είχε κουμπώματα. Ο Στέλιος την άνοιξε. Μέσα, μια στοίβα γράμματα και μερικές φωτογραφίες. Το πάνω γράμμα ήταν από τη Μαρία μα δεν ήταν γι αυτόν.
Ο Στέλιος αισθάνθηκε τα χέρια του να παγώνουν.
Τι είναι αυτά; ρώτησε.
Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα. Για μια στιγμή πέρασε από το πρόσωπό της κάτι που έμοιαζε εξάντληση, έπειτα σκλήρυνε.
Παλιά, είπε.
Σε ποιον; κρατούσε το γράμμα σα να τον έκαιγε.
Η Ιωάννα κατάλαβε πως μπλέχτηκε και τραβήχτηκε στην πόρτα.
Λέω να βάλω το τσάι, είπε και βγήκε.
Έμειναν μόνοι, σε ένα δωμάτιο γεμάτο κουτιά και σκόνη, και ο Στέλιος κατάλαβε πως η ανακαίνιση είχε αρχίσει, αλλά όχι απ τους τοίχους.
Είναι του Κωνσταντίνου, είπε η Μαρία πριν εκείνος ρωτήσει. Το θυμάσαι.
Ο Στέλιος θυμόταν. Φοιτητής μαζί της ήταν, πριν τον Στέλιο. Παντρεύτηκαν μετά, γεννήθηκε ο Αντώνης έζησαν όπως όλοι. Ο Κωνσταντίνος έβγαινε καμιά φορά σαν όνομα απ τα παλιά, δίχως σημασία.
Γιατί τα κρατάς; ρώτησε.
Η Μαρία έκανε έναν αδιάφορο μορφασμό.
Γιατί δεν μπορούσα να τα πετάξω. Γιατί… είναι κι αυτά κομμάτι μου.
Και τα κρατάς σε δωμάτιο που δεν αγγίζουμε, της είπε. Όπως όλα.
Η Μαρία τον πλησίασε και του άρπαξε την καρτέλα από το χέρι.
Μην κάνεις πως τάχα δεν έχεις κι εσύ «κρυμμένα», είπε. Να, εκεί στο κουτί σου βρήκα την αίτηση για μετάθεση που ποτέ δεν έστειλες.
Ο Στέλιος ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Ποια αίτηση;
Για δουλειά στη Θεσσαλονίκη. Την εκτύπωσες, την υπέγραψες και τη φύλαξες. Είχε όση ησυχία, αλλά ήταν επικίνδυνη αυτή η ησυχία. Κι εσύ «μετά».
Ο Στέλιος αισθάνθηκε μια οργή να ξυπνά, μα και ντροπή μαζί. Πράγματι, κάποτε ήθελε να φύγει όταν όλα στη δουλειά πνίγηκαν. Μετά τα πράγματα καλυτέρεψαν. Και μετά τρόμαξε να αλλάξει.
Δεν είναι το ίδιο, μουρμούρισε.
Είναι, είπε εκείνη, σα να τελειώνει τη φράση. Όλα εδώ τα στοιβάζουμε: εσύ τα σχέδιά σου, εγώ τους φόβους μου.
Ο Στέλιος κοίταξε το ανοιχτό κουτί με τα τετράδια του Αντώνη.
Και τον Αντώνη το ίδιο, είπε.
Η Μαρία εισέπνευσε απότομα.
Μην τολμήσεις.
Δεν λέω γι αυτόν, είπε αμυντικά. Λέω για μας. Του κρατάμε χώρο σαν να ναι ακόμη παιδί. Κι εκείνος ζει αλλού, τη δική του ζωή.
Η Μαρία κάθισε στην άκρη του στρώματος που ακόμη δεν είχαν βγάλει. Έτριξε το στρώμα.
Νομίζεις πως δεν το ξέρω; ρώτησε. Το ξέρω. Αλλά αν πάψω να κρατάω, μέσα μου γίνεται… κενό.
Ο Στέλιος κάθισε αντίκρυ, πάνω σε ένα κουτί άβολο και σκληρό.
Κι εγώ νιώθω άδειος, είπε. Αλλά δεν κρατάω γράμματα.
Η Μαρία κοίταξε τη θήκη στα γόνατά της.
Νομίζεις αφορά τον Κωνσταντίνο; είπε. Είναι ότι κάποτε ήμουν αλλιώς. Κι ώρες-ώρες φοβάμαι πως η ζωή με άφησε πίσω. Όχι επειδή εσύ είσαι κακός. Απλώς γιατί ο χρόνος τρέχει.
Ο Στέλιος σώπασε. Ξαφνικά τη βλέπει όχι σαν τη σύζυγο που κρατάει πεισματικά «το δωμάτιό του», αλλά σαν μια γυναίκα που φοβάται να παραδεχτεί πως ό,τι ήθελε να κρατήσει έχει χαθεί.
Στο διάδρομο ακούστηκαν βήματα. Η Ιωάννα γύρισε με τρεις κούπες και τις ακούμπησε στο περβάζι.
Πού να βάλω την καρτέλα αυτή; ρώτησε, δείχνοντάς την. Ίσως σε μια ντουλάπα;
Η Μαρία σηκώθηκε και για πρώτη φορά η φωνή της ήταν καθαρή.
Ιωάννα, είπε αποφασιστικά. Δεν χρειάζεται να μας σώσεις.
Η Ιωάννα κοντοστάθηκε πριν γνέψει.
Δεν προσπαθώ. Απλά… ζω εδώ. Και θέλω να καταλάβω τι θα γίνει.
Ο Στέλιος την κοίταξε. Η Ιωάννα στεκόταν στην πόρτα, ίσια, αλλά τα χέρια της μπλεγμένα νευρικά. Ξαφνικά κατάλαβε πως για την Ιωάννα κι αυτό το δωμάτιο ήταν προσμονή. Προσμονή μήπως της ζητήσουν να φύγει όταν «επιστρέψει η ζωή».
Φτιάχνουμε το δωμάτιο, είπε προσεκτικά ο Στέλιος. Όχι για να εκτοπίσουμε κανέναν, αλλά για να ζήσουμε.
Η Μαρία σηκώθηκε.
Λοιπόν, είπε. Σήμερα αποφασίζουμε τι θα μπει εδώ και τι όχι.
Ο Στέλιος γνέφει.
Γραφείο, επανέλαβε, πιο απαλά. Και χώρος φιλοξενίας. Για να μπορεί να έρθει ο Αντώνης. Να μπορεί κι η Ιωάννα να κλείνει την πόρτα όταν χρειάζεται.
Η Ιωάννα χαμογέλασε αχνά.
Δεν έχω ανάγκη να κλειδώνομαι, είπε. Αν κι είναι ωραίο μερικές φορές να κάθεσαι ήσυχα.
Η Μαρία έβγαλε απ το σακουλάκι το μέτρο.
Να μετρήσουμε, είπε. Αν βάλουμε το γραφείο στο παράθυρο και τον καναπέ στον τοίχο…
Ο Στέλιος εντυπωσιάστηκε με πόση ταχύτητα η Μαρία πέρασε στη δράση. Πάντα έτσι ήταν, όταν δεν άντεχε γινόταν πράξη.
Άρχισαν να ξεσκαρτάρουν. Ο Στέλιος έβγαλε σακούλες με ρούχα στον διάδρομο. Η Μαρία ξεχώριζε βιβλία άλλα σε κουτί για χάρισμα, άλλα στο ράφι του σαλονιού. Η Ιωάννα μάζευε τα βάζα που «μπορεί να χρειαστούν».
Αυτά άχρηστα, είπε ο Στέλιος.
Κάθε χρόνο κάνω μαρμελάδα σ αυτά, επέμεινε η Μαρία.
Πέρυσι την έκανες για τελευταία φορά, τη σκούντηξε ο Στέλιος.
Η Μαρία τον κοίταξε σοβαρά.
Μπορεί φέτος να ξανακάνω. Αν έχω που να τα βάλω.
Ο Στέλιος δεν απάντησε. Ήξερε ότι ο καυγάς για τα βάζα δεν ήταν γι’ αυτά τα ίδια.
Ως το βράδυ, το πάτωμα φάνηκε πάλι στο δωμάτιο. Το παλιό λινόλεουμ είχε φθαρεί, σε σημεία είχε φουσκώσει. Σε μια γωνιά ξέθαψαν ένα κουτί γεμάτο φωτογραφίες. Η Μαρία κάθισε κάτω και τις ξεφύλλιζε.
Ο Στέλιος έκανε το ίδιο.
Αυτά; ρώτησε.
Θα μείνουν, είπε εκείνη. Αλλά όχι εδώ. Θέλω να είναι… προσβάσιμα, όχι κρυμμένα.
Μερικές φωτογραφίες άφησε χώρια. Σ αυτήν ήταν ο Αντώνης μικρός, με σκούφο και κόκκινα μάγουλα. Σε μια άλλη, η Μαρία με τον Στέλιο, νέοι μπροστά σ ένα γιαπί που τότε το έλεγαν «μέλλον».
Ο Στέλιος κοίταξε τη φωτογραφία.
Τότε νομίζαμε πως θα τα καταφέρουμε όλα, είπε.
Η Μαρία χαμογέλασε πικρά.
Πίστευα πως θα έχω πάντα εφεδρείες, είπε. Εφεδρική δύναμη, χρόνο, χώρο.
Η Ιωάννα έφερε τη βαλίτσα.
Εμποδίζει, είπε. Τι θα γίνει μ αυτή;
Η Μαρία κοίταξε μια τη βαλίτσα, μια τον Στέλιο.
Την ανοίγουμε, αποφάσισε.
Ο Στέλιος πήρε μια πένσα και έλυσε το σύρμα. Η βαλίτσα άνοιξε βαριά, λες και αντιστεκόταν.
Μέσα υπήρχαν τα πράγματα της μητέρας της Μαρίας: μαντίλια, παλιό άλμπουμ, λίγα γράμματα, και κάτω-κάτω ένα χειροποίητο βρεφικό σεντονάκι.
Η Μαρία το πήρε, το κόλλησε στην αγκαλιά της με μάτια κλειστά.
Αυτό δικό μου είναι, μουρμούρισε. Μ έφεραν από το μαιευτήριο σ αυτό.
Ο Στέλιος ένιωσε να φεύγει ένα βάρος. Περίμενε τα χειρότερα και βρήκε κάτι απλό.
Να το κρατήσουμε; ρώτησε.
Η Μαρία έγνεψε.
Όχι όλη τη βαλίτσα. Γύρισε γύρω. Θα βάλουμε αυτά σε ένα μικρό κουτί, πάνω στην βιβλιοθήκη. Για να τα θυμόμαστε, όχι να ζούμε μέσα τους.
Η Ιωάννα διστακτικά:
Να γράψουμε ετικέτα, να μην αναρωτιόμαστε μετά.
Ο Στέλιος κοίταξε τη Μαρία. Εκείνη έγνεψε.
Θα γράψουμε. «Της μαμάς». Αυτό φτάνει.
Έβαλαν το σεντονάκι, το άλμπουμ και δυο γράμματα σε κουτί. Τα υπόλοιπα, η Μαρία τα ξεδιάλεξε: ό,τι δεν άντεχε, το έβαλε στην σακούλα για τα σκουπίδια. Ο Στέλιος είδε πως το έκανε με κόπο, αλλά χωρίς δάκρυα, μόνο αργά και σταθερά.
Όταν τέλειωσαν, ο Στέλιος ανέβηκε σε σκαμνί και έβαλε το κουτί στην επάνω ράφι της βιβλιοθήκης, που έμεινε τελικά. Το ράφι αυτό θα γινόταν «γωνιά μνήμης», έτσι το είπε η Μαρία. Τα χαμηλά ράφια τα ήθελαν για χαρτιά και λίγα εποχιακά πράγματα. Τίποτα παραπάνω.
Κανόνας, είπε η Μαρία όταν κάθισαν κατάχαμα να ξαποστάσουν. Ό,τι πάει εκεί, έχει ετικέτα και ημερομηνία. Σε ένα χρόνο το ελέγχουμε πάλι.
Ο Στέλιος την κοίταξε ξαφνιασμένος.
Ημερομηνία;
Για να μη γίνει το δωμάτιο βάλτος, του απάντησε. Κι όποιος θέλει να κρατήσει κάτι «για κάθε ενδεχόμενο», το λέει φωναχτά όχι κρυφά.
Η Ιωάννα σιγανά:
Και ρωτάει όλους.
Ο Στέλιος γνέφει.
Σύμφωνοι.
Την επόμενη μέρα ο Στέλιος έβγαλε το παλιό λινόλεουμ, το τύλιξε, το πήγε στα σκουπίδια. Τα χέρια του πονούσαν, η μέση το ίδιο, μα στο μυαλό του υπήρχε μια απρόσμενη ησυχία. Η Μαρία στοκάριζε τους τοίχους με άσπρη σκόνη στη μύτη. Η Ιωάννα καθάριζε το παράθυρο, τρίβοντας τη βρομιά με σφουγγάρι.
Το βράδυ το νέο φωτιστικό είχε ήδη μπει στη θέση του. Ο Στέλιος πάνω στη σκάλα, κράταγε καλώδια, η Μαρία έδινε μονωτική ταινία, η Ιωάννα φώτιζε με φακό γιατί ακόμη δεν είχαν φως.
Άνοιξε, είπε η Μαρία.
Ο Στέλιος πίεσε τον διακόπτη στον πίνακα. Το φως άναψε καθαρό, χωρίς τρεμοπαίγματα. Το δωμάτιο δεν ήταν πια εφεδρική ήταν απλώς δωμάτιο.
Έβαλαν το γραφείο στο παράθυρο. Ο Στέλιος τοποθέτησε το λάπτοπ μέχρι τώρα τριγυρνούσε από κουζίνα σε κουζίνα. Η Μαρία έφερε έναν στενό καναπέ που γίνεται κρεβάτι. Η Ιωάννα τοποθέτησε μια μικρή λάμπα στη βιβλιοθήκη, δίπλα στο κουτί «Της Μαμάς».
Ο Στέλιος έβγαλε έξω την τελευταία σακούλα σκουπιδιών. Στο λυκαυγές της πολυκατοικίας στάθηκε, άκουσε το σπίτι. Μέσα ήταν ήσυχα, όχι όμως άδειο. Επέστρεψε, έκλεισε την πόρτα πίσω του και είδε την Μαρία στη νέα κάμαρα. Στεκόταν στο παράθυρο κοιτώντας το γραφείο.
Τι λες; ρώτησε.
Η Μαρία γύρισε.
Μοιάζει με ζωή, απάντησε.
Η Ιωάννα, περνώντας, κοντοστάθηκε στην πόρτα.
Αν έρθει ο Αντώνης, θα αφήσω το χώρο, είπε.
Η Μαρία έγνεψε αρνητικά.
Μη φεύγεις. Δεν είναι πια «του», ούτε «δικό μας». Είναι όλων μας. Κοίταξε τον Στέλιο. Κι αν κάποιος θελήσει να φύγει ή να μείνει, να το λέει, όχι να το κρύβει.
Ο Στέλιος πλησίασε τον διακόπτη και έκλεισε το φως του διαδρόμου, αφήνοντας μόνο το φως στο δωμάτιο. Κοίταξε το μονοκόμματο φως στο πάτωμα, το γραφείο στο παράθυρο, τον καναπέ, το κουτί στη βιβλιοθήκη.
Έτσι συμφωνήσαμε, είπε.
Η Μαρία έγνεψε και πριν φύγει, διόρθωσε προσεκτικά τη λάμπα στο ράφι. Μικρή κίνηση, μα διαφορετική: όχι φύλακας του χθες, αλλά φροντίδα για το αύριο.




