Το άσπρο τραπεζομάντηλο, η ζωή γκρίζα

Λευκό τραπεζομάντιλο, γκρι ζωή

Ο φασολάδας μου είχε πετύχει. Η Ειρήνη το ήξερε καλά, αφού τον δοκίμασε τρεις φορές όσο τον μαγείρευε, και κάθε φορά έμενε ευχαριστημένη. Τα φασόλια φρέσκα, από τη λαϊκή, το μοσχάρι καλό, έβραζε πάνω από δύο ώρες, το σκόρδο μπήκε στο τέλος, όπως πρέπει. Είχα στρώσει το λευκό τραπεζομάντιλο, εκείνο το λινό που κρατούσα για τις ιδιαίτερες περιστάσεις. Δεκαπέντε χρόνια γάμου. Αρκετά ιδιαίτερη περίσταση.

Έξω νύχτωνε. Ο Οκτώβριος στην Καλαμάτα πάντα γκρίζος, υγρός, με μυρωδιές από χαμηλά σύννεφα, λερωμένα φύλλα και καυσαέριο. Η Ειρήνη τακτοποίησε το πηρούνι, τράβηξε λίγο το τραπεζομάντιλο, αν και ήταν ήδη ίσιο. Μετά έμεινε όρθια στην κουζίνα, ακούγοντας το τικ-τακ του ρολογιού πάνω από το ψυγείο.

Ο Νίκος μπήκε σπίτι κατά τις οκτώμιση. Τον άκουσα να παλεύει με την κλειδαριά, να αφήνει σακούλα στο πάτωμα, να πατάει το φως του χολ.

Τι έχουμε; φώναξε, χωρίς ούτε να βγάλει το μπουφάν, με κόκκινη μύτη απ το κρύο.

Έλα, πλύνε τα χέρια, κάθισε. Η Ειρήνη χαμογέλασε. Φασολάδα, κοτόπουλο στο φούρνο, έχω ετοιμάσει και σαλάτα.

Ο Νίκος έβγαλε το μπουφάν του στην κουζίνα, το πέταξε σε μια καρέκλα. Κοίταξε γύρω.

Τι τα θες τα κεριά;

Ε, να, γιορτάζουμε σήμερα.

Δεν απάντησε. Πήγε στον νεροχύτη, έριξε λίγο νερό στα χέρια του, κάθισε στο τραπέζι. Η Ειρήνη του σέρβιρε φασολάδα, έβαλε μπροστά του την πιάτα. Γιαούρτι από το χωριό, κι αυτό αγορασμένο τη μέρα απ τη λαϊκή. Έβαλε πάνω στο φασολάδα μια γεμάτη κουταλιά, όπως του άρεσε.

Ο Νίκος μύρισε, πήρε κουτάλι, δοκίμασε. Μάσησε αρκετά.

Λίγο ξινή μού φαίνεται.

Η Ειρήνη κάθισε απέναντι.

Εμένα καλό μου φάνηκε.

Η μάνα μου τη φτιάχνει αλλιώς. Η δική της είναι δεν ξέρω, πιο πηχτή μάλλον. Έχει πραγματική νοστιμιά.

Η Ειρήνη πήρε το κουτάλι της.

Φάε όσο είναι ζεστός.

Τρώω. Ο Νίκος γύρισε την πιάτα. Γιατί έβαλες λευκό τραπεζομάντιλο; Θα το λερώσεις.

Δεν το λερώνω.

Για δες. Έκανε ένα μικρό χάχανο. Η μάνα μου πάντα στρώνει μπορντώ στα τραπέζια. Πρακτικό, και κομψό.

Η Ειρήνη κοίταξε τα κεριά. Η φλόγα τους έτρεμε κάθε φορά που ο Νίκος κουνιόταν στο τραπέζι.

Νίκο, του είπε ήσυχα σήμερα έχουμε δεκαπέντε χρόνια γάμου.

Το ξέρω.

Δεν είπες τίποτα όταν μπήκες.

Με κοίταξε εκεί που κάθισα, ξαφνιασμένος, σχεδόν πειραγμένος.

Τι να πω; Να σε συγχαρώ; Μαζί ζούμε, δεν είναι γενέθλια.

Δεν ξέρω Για μένα τα δεκαπέντε χρόνια

Είναι δεκαπέντε χρόνια, με διέκοψε. Το κοτόπουλο πού είναι;

Η Ειρήνη σηκώθηκε, έφερε το κοτόπουλο από τον φούρνο. Καλοψημένο, με ρίγανη και θυμάρι, όπως ήθελε.

Στέγνωσε, είπε κόβοντας ένα κομμάτι.

Μόλις το έβγαλα.

Ε, το είχες πολλή ώρα. Η μάνα μου τα καλύπτει με αλουμινόχαρτο.

Η Ειρήνη πήρε και αυτή λίγο κοτόπουλο. Ένα αμάξι πέρασε έξω, φώτισε το ταβάνι.

Σήμερα είδες τη μάνα σου; ρώτησε.

Πήγα μετά τη δουλειά. Γιατί;

Τίποτα, απλώς ρώτησα.

Ξανακοίταξε το τραπεζομάντιλο.

Άδικα το έβαλες το λευκό, Ειρήνη. Δεν είναι σοβαρό. Η δική μου ξέρει να στρώνει τραπέζι. Τα έχει όλα τακτοποιημένα, το τραπεζομάντιλο σωστό, το ψωμί κομμένο λεπτό. Εσύ εδώ έκανε νόημα στις φέτες το έκοψες σα γωνία.

Η Ειρήνη άφησε το πηρούνι της, χωρίς θόρυβο, δίπλα στο πιάτο. Μέσα της ένιωσε έναν κόμπο, που πότε έσφιγγε, πότε λυνόταν.

Νίκο, είπε με σταθερή φωνή που ούτε η ίδια περίμενε καταλαβαίνεις τι λες;

Με κοίταξε με εκείνο το ελαφρύ εκνευρισμό των ανθρώπων που θέλουν να φάνε.

Τι; Λέω απλώς πως η μάνα μου τα κάνει καλύτερα. Δεν είναι προσβολή.

Μπήκες και άρχισες να τα προσέχεις όλα, το φαγητό, το τραπεζομάντιλο, το ψωμί, το κοτόπουλο. Κουράστηκα τρεις ώρες σήμερα, Νίκο.

Ε και; Να σε χειροκροτήσω; Είναι υποχρέωσή σου.

Η Ειρήνη σώπασε για λίγο.

Υποχρέωσή μου, επανέλαβε αργά.

Ναι. Εσύ σπίτι, εσύ φτιάχνεις το φαγητό. Εγώ δουλεύω. Λογικό.

Και τα δεκαπέντε χρόνια γάμου;

Τι να κάνω δηλαδή; Να σου διαβάσω ποίηση; Η μάνα μου πάντα έλεγε: λιγότερη ρομαντζάδα, περισσότερη τάξη στο σπίτι, αυτό κρατάει την οικογένεια.

Το κερί τρεμόπαιξε, σαν να άκουσε κάτι. Η Ειρήνη σηκώθηκε, μάζεψε το πιάτο της, πήγε στο παράθυρο. Κοίταξε τη βροχή, τα φώτα, το γυμνό δέντρο στην αυλή.

Μετά γύρισε.

Νίκο, μάζεψε τα πράγματά σου.

Σήκωσε το κεφάλι.

Τι;

Πάρε ό,τι χρειάζεσαι και φύγε. Σε παρακαλώ.

Την κοίταξε, σα να του μίλησαν σε ξένη γλώσσα. Μικρό γέλιο, νευρικό.

Μιλάς σοβαρά;

Απόλυτα.

Για τη φασολάδα;

Όχι για τη φασολάδα.

Τότε γιατί; Γιατί είπα κάτι για τη μάνα μου; Ειρήνη, αστείο είναι.

Εγώ δεν γελάω.

Στενοχωρήθηκες δηλαδή; Ανασήκωσε τα χέρια, στάθηκε μπροστά μου. Ε, στενοχωρήθηκες, εντάξει; Κάτσε να φας.

Όχι, Νίκο.

Με κοίταξε. Περίμενε λόγια, νεύρα, πόρτα που να κλείνει με θόρυβο. Τα περίμενε όλα, εκτός από αυτή τη σιγουριά.

Δεν κάνεις πλάκα, είπε αργά.

Όχι.

Ησυχία. Το ρολόι στο ψυγείο, τα κεριά.

Για έναν καυγά, ξεκίνησε.

Όχι για έναν, είπα. Για δεκαπέντε χρόνια του ίδιου καυγά. Πάρε ό,τι θες τώρα, τα υπόλοιπα αργότερα.

Περίμενε μια στιγμή ακόμη. Ύστερα πήγε στο δωμάτιο. Τον άκουγα να ανοίγει ντουλάπα, σακούλες που τρίβονταν. Έμεινα στην κουζίνα, κοιτώντας τα κεριά. Έκαιγαν ίσια, αθόρυβα.

Όταν βγήκε με τη βαλίτσα, στάθηκε στο κατώφλι της κουζίνας. Είδε το τραπέζι, το λευκό τραπεζομάντιλο, το φασολάδα, το παχύ ψωμί.

Θα το μετανιώσεις, είπε.

Ίσως, του απάντησα. Αντίο, Νίκο.

Η πόρτα έκλεισε. Κλειδαριά. Έμεινα ν ακούω τα βήματα στη σκάλα. Μετά έσβησα τα κεριά, έπλυνα τα πιάτα. Το φασολάδα στο ψυγείο. Όρεξη δεν είχα.

Το σπίτι μύριζε τηγανητό κρεμμύδι και λίγη υγρασία φθινόπωρο στην Καλαμάτα, κυρίως αν οι καλοριφέρ ακόμα δεν δουλεύουν.

Ξάπλωσα κατά τις δέκαμισι. Δεν κοιμήθηκα αμέσως. Κοίταζα το ταβάνι, άκουγα τηλεόραση απ τους γείτονες. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν: Δεν κλαίω. Παράξενο.

***

Η μητέρα του, η κυρία Μαργαρίτα, άνοιξε πριν ακόμη πατήσει δεύτερο κουδούνι. Πάντα το έκανε αυτό, λες και τον περίμενε.

Νικάκι! Χτύπησε τα χέρια, είδε τη βαλίτσα. Παναγιά μου, τι έγινε;

Με έδιωξε, είπε αυτός.

Ποια; Αυτή; έκανε πίσω, να περάσει. Σου τα λεγα, τόσες φορές σου τα πα, Νίκο! Έλα, έχω σούπα, πατάτες και κοτόπουλο, όπως τα θες.

Έβγαλε τα παπούτσια, πήγε στην κουζίνα, κάθισε. Το σπίτι παλιό, μύριζε φαγητό, λίγο ναφθαλίνη, λίγο καμφορά, κι από πάνω τη γνωστή κουζίνα.

Η μάνα φρόντιζε να μην σταματά να μιλά.

Από την αρχή φαινόταν, δεν ήταν κατάλληλη για σένα. Κρύα γυναίκα, γι αυτό δεν κάνετε και παιδιά. Όλα τα βλέπεις, βρε αγόρι μου, η φύση ξέρει. Φάε, έκοψα ψωμί λεπτό λεπτό.

Το ψωμί κόπο λεπτό, συμμετρικά. Ο Νίκος θυμήθηκε ότι η Ειρήνη πάντα το έκοβε χοντρό.

Μαμά, άσ το τώρα.

Τι να άσ το; Πόσα χρόνια σε ταλαιπώρησε; Ούτε παιδιά, ούτε σπίτι κανονικό. Φάε τη σούπα.

Ήταν γευστική, πηχτή, όπως τα λεγε. Ο Νίκος έτρωγε χωρίς λέξη.

Τις πρώτες μέρες ζούσε σαν υπνοβάτης. Πήγαινε στη δουλειά, γύριζε, έτρωγε με τη μάνα του, έβλεπε τηλεόραση. Η κυρία Μαργαρίτα μαγείρευε με όρεξη. «Πρέπει να τρως, έχεις αδυνατίσει,» έλεγε.

Την τρίτη μέρα άνοιξε η ίδια τη βαλίτσα του.

Αυτή τη μπλούζα μην την ξαναβάλεις, είναι τσαλακωμένη. Θα σου σιδερώσω τη γαλάζια, σου πηγαίνει.

Εμένα μ αρέσει η γκρίζα, είπε ο Νίκος.

Εγώ ξέρω, αυτή φαίνεται καλύτερη.

Δεν διαφώνησε. Έφαγε τις μπιφτέκες, ήπιε τσάι. Ακούγοντας για τη γειτόνισσα στον τέταρτο, που «τα καταφέρνει και μόνη της και είναι μια χαρά», σχόλιο που πήγαινε ξεκάθαρα στην Ειρήνη.

Μετά από μια εβδομάδα βρήκε ότι τα παπούτσια του «διαλύθηκαν» και ότι το Σάββατο πάνε για καινούρια.

Μαμά, τα παπούτσια μου είναι καλά.

Βλέπω εγώ, η σόλα φεύγει.

Δεν φεύγει.

Φεύγει. Σάββατο πάμε.

Διάλεγε ώρα πολλή κι αυστηρά, του φόραγε κάτι καφέ μ αγκράφα.

Τέλεια, είπε.

Εγώ θέλω μαύρα, απλά.

Αυτά είναι καλύτερα, μην γίνεσαι παιδί.

Η πωλήτρια κοίταζε αλλού. Ο Νίκος αντίκρυσε τον εαυτό του στον καθρέφτη: άντρας μεσήλικας με καφέ παπούτσια κι ουδέτερο πρόσωπο.

Τ αγόρασε.

Τα βράδια, η μάνα απάγγελνε ιστορίες: πόσο καλό παιδί ήταν, πόσο μόνη τον μεγάλωσε, και ότι η Ειρήνη δεν εκτίμησε τίποτα. Ο Νίκος κουνούσε το κεφάλι.

Μες του μυαλού του τριγύριζε το λευκό τραπεζομάντιλο, τα κεριά. Δεν καταλάβαινε γιατί τα έβαλε η Ειρήνη, τι ήθελε. Δεκαπέντε χρόνια, και λοιπόν; Τι να γιορτάσεις δηλαδή;

Μα τα σκεφτόταν.

Και το ότι η Ειρήνη δεν έκλαψε. Δεν φώναξε. Έμεινε ήρεμη. Περίμενε κάτι άλλο, όχι αυτό το ήρεμο αντίο.

Ως το τέλος του μήνα η μάνα του οργάνωσε πρόγραμμα. Ποτέ δεν το έλεγε πρόγραμμα: «Τρίτη έχεις ραντεβού με γιατρό, Πέμπτη πάμε στη θεία Μαρία, Παρασκευή μη καθυστερήσεις, φτιάχνω πίτα, δεν μ αρέσει να καρτερώ».

Εκείνη τη Παρασκευή άργησε λόγω δουλειάς. Της τηλεφώνησε απ το λεωφορείο. Εκείνη μιλούσε αδιάκοπα, αυτός κοίταζε το σκοτεινό παράθυρο.

Η πίτα έτοιμη, νόστιμη. Όλα νόστιμα.

Ο Νίκος κάθισε στο τραπέζι, μα του φαινόταν ότι κάτι του πνιγε το στήθος. Όχι πόνος, μόνο πίεση σαν να μην τον φτάνει ο αέρας.

***

Η Ειρήνη έζησε τις τρεις πρώτες εβδομάδες σαν σε ομίχλη.

Πήγαινε στο γραφείο, γύριζε, μαγείρευε κάτι απλό, έτρωγε, κοιμόταν. Το βράδυ ήταν το πιο δύσκολο, το διαμέρισμα ήσυχο, και η σιωπή της φαινόταν πρώτα τρομακτική, μετά απλή σιωπή.

Η Όλγα τηλεφωνούσε σχεδόν κάθε μέρα. «Ειρήνη, πώς είσαι, να ρθω;» Η Ειρήνη έλεγε όχι, μα ήρθε έτσι κι αλλιώς το πρώτο Σάββατο με κρασί και κουλουράκια. Κάθισαν ως τις δύο, η Ειρήνη μιλούσε για τα κεριά, τη φασολάδα, τη μάνα με τα τέλεια τραπεζομάντιλα. Η Όλγα μόνο καμιά φορά μουρμούριζε: «άχρηστος», και η Ειρήνη χαμογελούσε λίγο.

Σωστά έπραξες, είπε η Όλγα. Πολύ σωστά, Ειρήνη.

Φοβάμαι, ψιθύρισε η Ειρήνη.

Θα περάσει.

Φεύγοντας η Όλγα, η Ειρήνη στάθηκε στη μέση του σαλονιού να κοιτάξει τις βαριές μπλε κουρτίνες. Τις είχε διαλέξει ο Νίκος πριν οκτώ χρόνια: «Χοντρές, κόβουν το φως, πρακτικές». Από τότε τις είχε πάντα.

Την άλλη μέρα τις κατέβασε. Δυσκολεύτηκε αρκετά, ο σωλήνας βαρύς. Τις τύλιξε, τις έβαλε στη ντουλάπα. Το φως που μπήκε στο δωμάτιο ακόμα κι αν ήταν γκρίζο, μουντό φθινοπωρινό ήταν καλύτερο απ το σκοτάδι.

Μετά μετακίνησα τον καναπέ. Φώναξα τον γείτονα, τον κύριο Παπασπύρου, καλόκαρδο συνταξιούχο. Ο καναπές πήγε αλλού, το φως έπεφτε αλλιώς. Παράξενο, αλλά ωραίο.

Στην εργασία τίποτα δεν άλλαξε. Σοβαρή λογίστρια, συνεπής, γνωστή για την τάξη της. Οι συνάδελφοι με σέβονταν, ιδιαίτερα η κυρία Ασημίνα, αρχιλογίστρια, σοβαρή γυναίκα με μαργαριταρένια σκουλαρίκια, σπάνια έλεγε για τον εαυτό της, όμως μ εκτιμούσε.

Τέλος Οκτωβρίου με κάλεσε στο γραφείο της.

Ειρήνη, χωρίς πρόλογο φεύγω του χρόνου. Πάω στην κόρη μου. Ο διευθυντής θέλει να σου δώσει τη θέση μου.

Σιώπησα λίγο.

Εμένα; Μόνο για να πω κάτι.

Εσένα. Ξέρω καλά ποιος δουλεύει. Σκέψου το.

Το απόγευμα, στο λεωφορείο, το σκεφτόμουν. Θέση αρχιλογίστριας. Περισσότερη ευθύνη, φόρτος. Πάντα φοβόμουν τέτοια. Ο Νίκος είχε πει κάποτε: «Τι να την κάνεις την καριέρα, εγώ φέρνω τα χρήματα». Τότε δεν απάντησα.

Τώρα γιατί όχι, σκέφτηκα.

Ο Νοέμβριος έφυγε με δουλειά. Έκανα μικρές αλλαγές στο σπίτι: έβαψα τον τοίχο στο υπνοδωμάτιο κίτρινο ανοιχτό, άλλαξα κουρτίνες με λινές, αγόρασα καινούριο πορτατίφ, ζεστό, πορτοκαλί. Το σπίτι άλλαζε αργά. Τώρα ήταν δικό μου.

Πήρα γλάστρες με γεράνι, τις έβαλα στο περβάζι. Μύριζε πράσινο και φρέσκο, ταιριαστό με τις λινές κουρτίνες.

Τα διαδικαστικά με τον Νίκο έγιναν με δικηγόρο. Ήσυχα. Το σπίτι ήταν δικό μου, δεν διεκδίκησε. Μπορεί η μάνα του να πίεσε, μπορεί απλώς να κουράστηκε.

Τον Δεκέμβριο δέχτηκα τη θέση της αρχιλογίστριας. Η κυρία Ασημίνα μου έδωσε το χέρι.

Μπράβο σου, είπε και για πρώτη φορά μού χαμογέλασε ζεστά.

Πρωτοχρονιά με την Όλγα, σε παρέα μεγάλη, με παιδιά, με έναν σκύλο, με τρεις λεκάνες ρώσικη σαλάτα. Είχα λίγο μελαγχολία, αυτό το συναίσθημα πριν τις γιορτές όταν αναλογίζεσαι τα χρόνια. Ήπια σαμπάνια, κοίταξα τα πυροτεχνήματα και σκέφτηκα πως ο χρόνος έφυγε· είμαι ζωντανή και ίσως είμαι καλά.

***

Ο χειμώνας του Νίκου κύλησε στραβά.

Η μητέρα του αποφάσισε ότι έπρεπε να πάει σε γιατρούς. Τον δήλωσε χωρίς να ρωτήσει: παθολόγο, καρδιολόγο, γαστρεντερολόγο. «Δεν έχεις όψη, Νίκο, πρέπει να σε δει γιατρός.» Πήγε. Όλοι είπαν «για την ηλικία σου είσαι εντάξει», η μητέρα δυσανασχετούσε. Ήθελε, λες, να βρουν κάτι, να έχει να ανησυχεί.

Στη δουλειά έγινε νευρικός. Ο Σπύρος από το τμήμα του τον ρώτησε:

Τι έχεις, ρε Νίκο;

Τίποτα.

Από το σπίτι είναι;

Όχι.

Ο Σπύρος έφυγε. Ο Νίκος έμεινε να χαζεύει απ το παράθυρο το βιομηχανικό προαύλιο. Λασπωμένος δρόμος, παγωμένο πρωί. Δεν ήθελε να επιστρέψει στο γραφείο. Δεν ήθελε να πάει σπίτι στη μάνα του. Δεν ήθελε πουθενά.

Αναρωτήθηκε πού ήθελε στ αλήθεια να είναι.

Δεν είχε απάντηση.

Η μητέρα τον περίμενε κάθε βράδυ με φαγητό. Αυτό ήταν φροντίδα, το καταλάβαινε. Μα μαζί με το φαγητό ερχόταν και πρόγραμμα: τι να φορέσει, πού να πάει, τι ώρα να γυρίσει. Αν άργησε, τηλεφωνούσε. Δεν απαντούσε; Ξανά. Μετά μήνυμα: «Ανησυχώ! Πού είσαι;»

Μια φορά αργοπόρησε στον Σπύρο είδαν μπάλα, ήπιαν μπύρες. Όταν ήρθε σπίτι, έντεκα και κάτι, η μάνα καθόταν με σβηστά φώτα στην κουζίνα. Μόλις τον είδε, άναψε το φως και τον κοίταξε αυστηρά.

Πού πήγες;

Μαμά, σου το είπα.

„Θ αργήσω.” Δεν μου λέει τίποτε αυτό. Ανησύχησα, ανέβασα πίεση.

Μαμά…

Φάε, σου άφησα μπιφτέκια. Και να μην ξανακλείσεις το κινητό.

Δεν το έκλεισα, δεν άκουσα. Έβλεπα μπάλα.

Μπάλα, επανέλαβε σαν να ήταν βρισιά.

Ο Νίκος έτρωγε και κοίταζε το τραπέζι.

Ήδη είχε αρχίσει να δικαιολογείται παντού. Γιατί άργησε, γιατί αυτή τη μπλούζα, γιατί δεν πήρε τηλέφωνο, γιατί δεν έφαγε, γιατί έφαγε λάθος.

Θυμόταν που παλιά έλεγε συχνά: «Η μάνα μου ξέρει καλύτερα». Το έλεγε με περηφάνια. Τώρα το έβλεπε πια αμήχανα.

Τον Μάρτιο σκέφτηκε να νοικιάσει δωμάτιο σε γκαρσονιέρα κοντά στη δουλειά. Το είπε στη μητέρα.

Έκλαψε.

Όχι δυνατά, ούτε κατηγορώντας. Μόνο δάκρυσε: «Δηλαδή, εδώ δεν σου κάνω; Δηλαδή, σου είμαι βάρος; Το κατάλαβα, Νίκο».

Δεν έφυγε τελικά.

Τα βράδια συχνά έβλεπε την Ειρήνη στον ύπνο του. Όχι κάτι ρομαντικό απλά, εκείνη στην κουζίνα ή μαζί στο αυτοκίνητο. Ξυπνούσε και κοίταζε το ταβάνι στο σπίτι της μάνας του.

Τι να κάνει τώρα η Ειρήνη; Πώς να είναι;

Και αμέσως, «εντάξει, σιγά, έβγαλε κανέναν καινούργιο.»

Κι αυτό τον έκανε να θυμώνει.

***

Ο Φεβρουάριος φέτος λαμπερός, σπάνια στην Καλαμάτα. Χιόνι αληθινό, ήλιος, λαμπερό πρωί. Η Ειρήνη πήγε λαϊκή και σκέφτηκε ότι χρειάζεται καινούρια γυαλιά ηλίου επιτέλους.

Πήρε. Ροζ, λεπτό σκελετό. Τα φόρεσε και γέλασε μόνη της στο μαγαζί.

Η δουλειά της πήγαινε καλά. Τα καινούρια καθήκοντα ήταν δύσκολα, μα τα κατάφερνε. Έμενε αργά, ο διευθυντής ο κύριος Μιχάλης, σοβαρός και δοτικός φαινόταν ευχαριστημένος.

Οι συνάδελφοι τη σέβονταν. Η νεαρή βοηθός, η Έλενα, της πήγαινε καφέ, χωρίς καν να ρωτήσει.

Τον Μάρτιο, η Όλγα την παρέσυρε σε πάρτι γενεθλίων της φίλης της, της Δώρας. Η Ειρήνη δεν ήθελε: δεν είχε όρεξη για θόρυβο και άγνωστους. Η Όλγα επέμεινε: «Έλα, θα το χαρείς!»

Η Δώρα μια ζωντανή γυναίκα, με δυο γάτες και τεράστιο φίκο στο σαλόνι. Καμιά ντουζίνα άτομα. Η Ειρήνη κοντά στην Όλγα στην αρχή, μετά μίλησε με μια εκπαιδευτικό μαθηματικών. Συζητούσαν βιβλία όλη νύχτα.

Ο Ανδρέας καθόταν απέναντι. Τον πρόσεξε αργά. Ήσυχος, κάπως γκριζαρισμένος, με απλό πουλόβερ. Μίλαγε λίγο, άκουγε πολύ. Στο τέλος της βραδιάς βρέθηκαν δίπλα στο παράθυρο με τσάι. Κουβέντα φυσική, χωρίς προσπάθεια. Μηχανικός, τέσσερα χρόνια χήρος, χάνοντας τη γυναίκα του από καρκίνο. Το είπε ήσυχα, χωρίς δράματα.

Εσείς από πότε γνωρίζετε τη Δώρα; ρώτησε.

Μέσω του άντρα της παλιά. Αυτός έφυγε, με τη Δώρα μείναμε φίλοι. Εσείς με την Όλγα;

Από τη σχολή.

Ωραίο να έχεις τέτοιους φίλους, είπε εκείνος.

Πολύ, συμφώνησε εκείνη.

Αντάλλαξαν τηλέφωνα, απλά, χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Εκείνος της έστειλε μήνυμα για καφέ τρεις μέρες αργότερα. Πήγε.

Συναντήθηκαν στη μικρή καφετέρια κοντά στη δουλειά της. Μίλησαν δύο ώρες. Είπε για το διαζύγιο, εκείνος την άκουγε χωρίς να τη διακόπτει, χωρίς συμβουλές. Μετά μίλησε για τον εαυτό του. Βγήκαν έξω, στάθηκαν λίγο στο κρύο. Τη ρώτησε αν μπορεί να ξαναπάρει, εκείνη είπε ναι.

Μετά μια βόλτα στην παραλία. Μετά σινεμά. Μια μέρα, τον Απρίλη, την κάλεσε σπίτι για φαγητό.

***

Ο Ανδρέας έμενε σε πέμπτο όροφο σ ένα παλιό διαμέρισμα στο κέντρο. Η Ειρήνη ανέβαινε τα σκαλιά με ένα κρασί και σκεφτόταν: θα μπω και θα δω χάος, θα κάνω ότι δεν με νοιάζει. Νευρικότητα μέσα της, αυτή που έχεις όταν σε κρίνουν.

Χτύπησε το κουδούνι.

Άνοιξε η πόρτα, μυρωδιά μήλο. Κάτι ζεστό, ίσως κανέλα.

Περάστε, χαμογέλασε. Έβαλα την πίτα, ελπίζω να μην σας πειράζει μήλο;

Κάθε άλλο, είπε η Ειρήνη.

Το διαμέρισμα απλό, όχι τέλεια τακτοποιημένο, αλλά ζωντανό. Ράφι με βιβλία και εργαλεία, εφημερίδα πάνω στο τραπέζι. Καμία επιτήδευση.

Έκοβαν σαλάτα μαζί, αυτή τις ντομάτες, εκείνος το τυρί. Άλλοτε μιλούσαν, άλλοτε σιωπούσαν. Η σιωπή δεν ήταν βαριά.

Η Ειρήνη περίμενε οικεία σχόλια: «Με αγγούρι θα ήταν καλύτερα», ή «Τακτοποίησέ το καλύτερα». Μα δεν ήρθαν.

Κάθισαν, ήπιε κρασί, την κοίταξε.

Ευχαριστώ που ήρθατε, είπε.

Μικρή φράση, απλή.

Η Ειρήνη χαμήλωσε το βλέμμα και ένιωσε να ξεσφίγγει κάτι μέσα της. Σα να κουβαλούσε ένα βάρος που επιτέλους άφησε κάτω.

Έξω, βράδυ Απριλίου. Τα φώτα άναψαν, και από το παράθυρο φαινόταν κλαδί που τίναζε τα πρώτα του φυλλαράκια. Η μυρωδιά του μήλου είχε πλημμυρίσει όλο το σπίτι.

Μιλούσαν αρκετή ώρα. Για την παιδική ηλικία, που ήθελε να γίνει δασκάλα αλλά κατέληξε οικονομολόγος. Εκείνος για δουλειά: υπήρχε πρότζεκτ αποκατάστασης παλιών κτηρίων. Η Ειρήνη το άκουγε και σκεφτόταν πόσο ωραία είναι να αποκαθιστάς πράγματα που χάλασαν.

Όταν έφυγε, την πήγε ως το ασανσέρ.

Χάρηκα που γνωριστήκαμε, είπε.

Στο ταξί σκεφτόταν όχι τόσο εκείνον, όσο την πίτα και το ότι μπορείς να μαγειρέψεις με κάποιον χωρίς να φοβάσαι. Να περάσεις ένα βράδυ, να φύγεις ελαφρύτερη.

***

Το καλοκαίρι πέρασε ήσυχα, όμορφα.

Βλέπονταν συχνά, αλλά χωρίς άγχος. Πήγαιναν στη λαϊκή, εκείνη αγόραζε μυρωδικά και γιαούρτι, εκείνος ψάρι. Μαγείρευαν μαζί, διαφορετικό απ το μαγείρεμα δυσαρέσκειας ή μοναξιάς.

Μια φορά τον Ιούλιο έμεινε σπίτι του είχε αργήσει, βαριόταν να φύγει. Το πρωί της έφτιαξε καφέ και της τον πήγε στο κρεβάτι. Όχι σαν κινηματογραφική σκηνή, απλά. Κάθισε δίπλα της.

Έχεις δουλειά σήμερα;

Από τις δώδεκα.

Πάμε πρωί στη λαϊκή για κεράσια;

Η Ειρήνη πήρε τον καφέ. Απ το παράθυρο το πρωινό μπλε φως, μυρωδιά φρεσκάδας, πουλιά. Θέλησε να κλάψει, όχι από λύπη, μα από κάτι άλλο από αυτό που νιώθεις όταν επιτέλους είσαι καλά.

Πάμε, είπε.

Το φθινόπωρο ο Ανδρέας πρότεινε να μείνει μαζί του. Όχι επίσημα, ούτε με δαχτυλίδια, αλλά ένα βράδυ πλένοντας πιάτα:

Ειρήνη, δε μένεις εδώ; Θα είσαι καλά νομίζω. Το σπίτι μεγάλο, κι εγώ θα το ήθελα πολύ.

Χρειάζομαι χρόνο, είπε εκείνη.

Φυσικά.

Το σκέφτηκε δυο εβδομάδες. Μετά είπε «ναι».

Τον Νοέμβρη μετακόμισε. Το σπίτι της το νοίκιασε. Μετέφερε βιβλία, λουλούδια, το πορτατίφ, τις λινές κουρτίνες. Ο Ανδρέας τής άδειασε χώρο στο ράφι, έβαλαν τα βιβλία μαζί τα τεχνικά δικά του, τα λογοτεχνικά δικά της, ανακατεμένα.

Τον Δεκέμβρη παντρεύτηκαν στο δημαρχείο, απλά, με την Όλγα και τον φίλο του Ανδρέα, τον Στρατή, για μάρτυρες. Μετά μόνοι τους τέσσερις σε ουζερί. Η Όλγα έκλαιγε, μα γελούσε και μαζί.

Τον Ιανουάριο η Ειρήνη έμαθε ότι είναι έγκυος.

Στεκόταν στο μπάνιο με το τεστ και χαμογελούσε. Μπήκε στο υπνοδωμάτιο, στάθηκε στην πόρτα. Ο Ανδρέας δούλευε κάτι στον υπολογιστή, γύρισε και την κοίταξε.

Τι έγινε; ρώτησε σιγανά.

Του έδωσε το τεστ. Κοίταξε, σιώπησε. Μετά ήρθε, την αγκάλιασε.

Είναι πολύ ωραίο, είπε χαμηλόφωνα.

Ακουμπήθηκε στον ώμο του κι έκλαψε. Χωρίς να τρομάξει ή να την εμποδίσει, την αγκάλιασε και της ψιθύριζε: «Όλα καλά».

***

Ο Απρίλης πάλι στην Καλαμάτα, η Ειρήνη περπάτησε στην παραλία ήρεμα αυτή τη φορά, δίπλα ο Ανδρέας, να της κρατά τον αγκώνα που και που. Εξι μηνών έγκυος. Στη δουλειά το ήξεραν όλοι. Ο κύριος Μιχάλης είπε: «Συγχαρητήρια, Ειρήνη, η θέση σου περιμένει.»

Το διαμέρισμα, τώρα δικό τους, γέμισε με καινούρια πράγματα: κούνια, μικρό φωτάκι, στοίβα ρουχαλάκια. Η Ειρήνη συχνά τα χαζεύει, τα αγγίζει, νιώθει κάτι σταθερό.

Το πρωί πίνει το τσάι της στο παράθυρο. Φρέσκο γρασίδι, ελαφριά μυρωδιά μήλο όταν ανθίζει η αυλή του γείτονα.

Κάποιες βραδιές, όταν ο Ανδρέας κοιμάται και το μωρό κουνιέται μέσα της, σκέφτεται το παρελθόν. Όχι με πίκρα περισσότερο με αγάπη για αυτή που κάποτε ήταν. Της λείπουν ίσως τα χρόνια που πέρασαν, ή ο εαυτός της όταν προσπαθούσε τόσο πολύ, που έβραζε τη φασολάδα και έστρωνε λευκό τραπεζομάντιλο.

Με τον Νίκο δεν έχει επαφή. Η Όλγα είπε ότι τον είδε σε σούπερ μάρκετ, φαίνεται πιο μεγάλος. Η Ειρήνη απλώς κεφαλώνει. Δεν του εύχεται το κακό. Ήταν μια άλλη ιστορία.

***

Ο Νίκος στο σπίτι της μάνας του.

Έξω Απρίλης, μα εδώ πάντα σα να χει χειμώνα: βαριές κουρτίνες, ίδιος αέρας, ίδιο φαγητό, το ίδιο άρωμα καμφορά, δυνατή σούπα, κάτι παλιό.

Η Μαργαρίτα στο τηγάνι, μιλά συνεχώς.

Πάλι χάλια δείχνεις, Νίκο. Στα είπα, χρειάζεσαι καλό γιατρό, όχι του νοσοκομείου, ξέρω εγώ καρδιολόγο στην Κεντρική. Θα σε κλείσω ραντεβού.

Καλά είμαι, μαμά.

Δεν κρίνεις αντικειμενικά, οι άντρες δεν καταλαβαίνουν έγκαιρα. Ο πατέρας σου τα ίδια έλεγε, „καλά είμαι”, και μετά βλέπεις τι έγινε.

Ο Νίκος κοιτάζει το τραπέζι.

Πάνω του καρώ, γαλάζιο πρακτικό. Η μάνα έχει δίκιο, δε λερώνει.

Σερβίρει μπροστά του.

Φάε, όσο είναι ζεστό. Σήμερα σου κανα φαγόπυρο με μοσχάρι.

Μ αρέσει.

Έφαγε. Ήταν καλό. Η μάνα του μάγευε.

Νίκο, κάθεται απέναντί του με το τσάι σκέφτηκες για τη Λυδία, που λέγαμε; Χήρα, καλός άνθρωπος, σπίτι δικό της, σε ρώτησε.

Δεν το σκέφτηκα.

Μάταια. Πρέπει να σκέφτεσαι, ωραία περίπτωση, δεν μπορείς να μένεις δίχως γυναίκα.

Έχω γυναίκα, είπε και ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος.

Η μάνα τον κοιτάζει.

Πού ακριβώς;

Πουθενά… Εννοώ, άσε με ήσυχο με τη Λυδία. Θα κάνω ό,τι θέλω εγώ.

Κι αν κάθεσαι εδώ και κοιτάς τον τοίχο; Το βλέπω. Όλο για την Ειρήνη σκέφτεσαι. Γιατί; Αυτή η γυναίκα σε έδιωξε. Για τέτοιες λέμε…

Μαμά, τη διακόπτει με τόνο που την κάνει να σωπάσει.

Σιωπή. Τικ τακ ρολόι. Έξω πουλί τσιρίζει.

Φάε, θα κρυώσει, είπε τελικά η μάνα του. Ποιος θα σε φροντίσει σαν τη μάνα σου;

Ο Νίκος έτρωγε σκυφτός. Το φαγητό καλό, αληθινά καλό. Κανείς δεν το αρνείται.

Έτρωγε και σκεφτόταν. Τότε τον Οκτώβρη, ήρθε σπίτι κουρασμένος, νευρικός, της μίλησε για το τραπεζομάντιλο, τη φασολάδα, «η μάνα μου ξέρει καλύτερα».

Τότε δεν κατάλαβε ότι δεν είχε να κάνει με το τραπεζομάντιλο. Τώρα, και ας αργά, το καταλαβαίνει. Πάρα πολύ αργά, όπως καταλαβαίνουν όσοι παγιδεύονται στη δική τους ζωή.

Ζούσε σε κλουβί. Αυτό το συνειδητοποίησε ξαφνικά η κλουβίδα δεν ήταν της Ειρήνης, αλλά δική του, που κουβαλούσε παντού. Πρώτα στο σπίτι της μάνας, μετά στο πιεστικό σπίτι τους, ξανά πίσω εδώ.

Σου άρεσε; ρώτησε η μάνα.

Ναι, μαμά.

Ε, βλέπεις; Χωρίς εμένα είσαι χαμένος.

Δεν απάντησε.

Έξω το πουλί ακουγόταν δυνατά. Η άνοιξη τρυπούσε το παράθυρο από τις γρίλιες έμπαινε λωρίδα φωτός. Ο Νίκος έσκυψε κι άλλο να τελειώσει το φαγητό του.

***

Η Ειρήνη εκείνο το βράδυ Απρίλη στάθηκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του δικού της τώρα με τον Ανδρέα. Ο καιρός γλυκός, η κοιλιά μεγάλη, άβολη αλλά ήθελε αέρα. Μύριζε νοτισμένη γη και κάτι καινούργιο που μυρίζει μόνο την άνοιξη.

Μέσα ο Ανδρέας μιλούσε στο τηλέφωνο για δουλειά, σοβαρός. Δύο φλιτζάνια περίμεναν στο τραπέζι, το γνωστό πορτοκαλί φως από το αγαπημένο της πορτατίφ.

Άγγιξε την κοιλιά της. Το μωρό κουνήθηκε απαλά.

Καλησπέρα, του ψιθύρισε σιγανά.

Ήταν τρομακτικό. Ήταν ωραίο. Ήταν ησυχία, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς γυαλιστερά λόγια, μόνο αυτό: δύση Απριλίου, άρωμα γης, ζεστό φως μέσα στο σπίτι, και μια μικρή ζωή να περιμένει.

Η Ειρήνη στάθηκε λίγο ακόμα.

Μετά μπήκε μέσα.

***

Σήμερα, περνώντας τόσα χρόνια, έχω μάθει πως κανένα τραπεζομάντιλο, λευκό ή κόκκινο, δεν καθορίζει τη γιορτή ή την αγάπη μέσα σε ένα σπίτι. Όσο επιμένεις να ζεις με κριτικές και υποχρεώσεις που σε εγκλωβίζουν, χάνεις όλη την αλήθεια της συντροφιάς. Την ελευθερία, την αποδοχή, τη γαλήνη, και αν έρθει την πραγματική ζεστασιά.

Αυτό έμαθα, έστω και αργά στη ζωή.

Oceń artykuł
Το άσπρο τραπεζομάντηλο, η ζωή γκρίζα