Του τον Πήρα – Μαμά, άκου αυτό που θα σου πω τώρα, αλλά πρώτα κάθισε. Η Κατερίνα σωριάστηκε στον καναπέ δίπλα στη Μαρίνα και τράβηξε το πόδι της κάτω από τον εαυτό της, βολεύοντας καλύτερα. Τα μάτια της έλαμπαν τόσο, που η Μαρίνα άφησε το βιβλίο και έβγαλε τα γυαλιά της, γιατί η κόρη της είχε να έρθει έτσι, λαμπερή, από τότε που κέρδισε τη δημοτική Ολυμπιάδα λογοτεχνίας στα δώδεκά της. – Γνώρισα έναν άντρα. Σε μια καφετέρια, εντελώς τυχαία. Δηλαδή, όχι ακριβώς τυχαία, καθόμασταν σε διπλανά τραπέζια, μίλησε πρώτος, μετά μιλούσαμε για τρεις ώρες, το φαντάζεσαι; Η Κατερίνα μιλούσε γρήγορα, πηδούσε από το ένα στο άλλο, μπέρδευε λεπτομέρειες, επέστρεφε πίσω. Τον λένε Ρωμανό, είναι τριάντα τεσσάρων, δουλεύει σε αρχιτεκτονικό γραφείο, έχει φοβερό χιούμορ και είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που την ακούει μέχρι τέλους χωρίς να τη διακόπτει. Τρία ραντεβού σε δέκα μέρες. Το τρίτο τελείωσε με βόλτα στην παραλία μέχρι τις δύο το βράδυ, ξεχάσανε και οι δύο ότι το πρωί είχαν δουλειά. – Με καταλαβαίνει όπως κανένας άλλος. Λέω κάτι κι αυτός αμέσως το συνεχίζει, και σκέφτομαι, Θεέ μου, πού εμφανίστηκες εσύ; Η Μαρίνα την άκουγε με ελαφριά κλίση του κεφαλιού και κάποιες στιγμές κουνούσε το κεφάλι της, όχι επικριτικά, μάλλον με έκπληξη. – Σε βλέπω να λάμπεις, Κατερίνα. Έχει καιρό να σε δω έτσι. Κι εκεί η Κατερίνα σταμάτησε. Όχι απότομα, αλλά λες και όλες οι ξέγνοιαστες λέξεις αποστραγγίστηκαν απ’ αυτήν σταγόνα-σταγόνα, και έμεινε κάτι τελείως διαφορετικό. Κατέβασε το βλέμμα στα πλεγμένα της δάχτυλα και έμεινε για λίγες στιγμές σιωπηλή, μαζεύοντας θάρρος. – Αλλά… – Τι „αλλά”; – ρώτησε ανήσυχα η Μαρίνα. – Είναι παντρεμένος. Η Μαρίνα κάθισε πίσω στο μαξιλάρι. Σιώπησε για πέντε δευτερόλεπτα, αρκετά για να μετανιώσει η Κατερίνα που άνοιξε την καρδιά της τελευταία δεκαπεντάλεπτη. – Αυτό δεν είναι απλώς ένα „αλλά”, Κατερίνα. Αυτό είναι τρομερό. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Διαλύεις μια οικογένεια. Παίρνεις τον άντρα άλλης. – Μαμά, μου είπε ότι δεν αγαπάει τη γυναίκα του πια. Τον κρατάει μόνο το παιδί, το είπε ξεκάθαρα. – Και το παιδί, δηλαδή, δεν μετράει; Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Μπαίνεις κατευθείαν στη ζωή άλλων και αποφασίζεις για τις σχέσεις τους. – Δεν αποφασίζω τίποτα, μαμά, απλά… – Απλά βγαίνεις με παντρεμένο. Τρεις φορές σε δέκα μέρες. Και έρχεσαι να μου το λες με τέτοια χαρά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα τρομερό. Η Κατερίνα σηκώθηκε, γιατί δεν άντεχε άλλο δίπλα στη μητέρα της. Η Μαρίνα όμως δεν την ακολούθησε, έμεινε στον καναπέ και αυτό έκανε τη στιγμή ακόμη πιο βαριά. Αν την αγκάλιαζε θα το άντεχε η Κατερίνα. Αντ’ αυτού, πήρε το μπουφάν της, κατάφερε μετά βίας να το φορέσει και βγήκε από το σπίτι, καταπίνοντας δάκρυα. Στο σπίτι της κάθισε είκοσι λεπτά στην είσοδο, με τις παλάμες στα βρεγμένα της μάγουλα. Το κινητό της δόνησε στην τσέπη, και στην οθόνη έλαμψε το όνομά του. Η Κατερίνα σκούπισε το πρόσωπο με το μανίκι της πριν απαντήσει. – Έλα, – ο Ρωμανός το είπε απαλά και η Κατερίνα πάλεψε να κρατηθεί να μην κλάψει στο τηλέφωνο. – Το είπα στη μαμά. Για σένα. Για εμάς. – Και πώς αντέδρασε; – Χάλια. Μου είπε ότι καταστρέφω μια οικογένεια. Ότι είμαι φρικτή. Όχι ακριβώς έτσι, αλλά αυτό ήταν το νόημα. Ο Ρωμανός σιώπησε, και εκείνη άκουσε την αναπνοή του στην άλλη γραμμή καθώς σκεφτόταν. – Κατερίνα, να σου πω… Εγώ δεν ξέρω πια πού να σταθώ. Η κόρη μου είναι τεσσάρων, τη σκέφτομαι κάθε μέρα, και νιώθω πως αν φύγω, θα την προδώσω. Αλλά δεν αντέχω άλλο έτσι. Νομίζω ότι η Κωνσταντίνα με απατά. Κι αυτό ίσως παίξει ρόλο αν πάμε στα δικαστήρια, αλλά… Σταμάτησε και η Κατερίνα ένιωσε πως μια σκέψη που καθόταν στο περιθώριο του μυαλού της καιρό τώρα, έφτασε στην επιφάνεια. – Ρωμανέ, είσαι σίγουρος πως το παιδί είναι δικό σου; Από όσα λες, υποψιάζεσαι ότι σε απατά. Σιωπή… …Ο Ρωμανός δεν ξανατηλεφώνησε εκείνο το βράδυ, ούτε την επόμενη. Η Κατερίνα του έστειλε ένα απλό μήνυμα, διακριτικό, για να δείξει πως είναι εκεί. Η απάντηση ήρθε μετά από μία μέρα: «Έκανα το τεστ. Περιμένω απάντηση. Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, συγγνώμη». Και η Κατερίνα δεν επέμεινε, αν και με το ζόρι κρατήθηκε. Ο μήνας πέρασε μαρτυρικά αργά. Ο Ρωμανός τηλεφωνούσε σπάνια και πάντα φαίνονταν η απόγνωση στη φωνή του, τις σιωπές ανάμεσα, την προσπάθεια να αλλάξει θέμα. Η Κατερίνα δεν ρωτούσε τίποτα, δεν πίεζε, μόνο ήταν εκεί, μιλούσε για καθημερινά πράγματα, για τη δουλειά, για ένα φούρνο με τρελά κρουασάν στη γειτονιά, για να πάρει μια ανάσα εκείνος. Μετά ήρθε εκείνη η καταιγίδα της Πέμπτης. Η Κατερίνα ξάπλωσε νωρίς να ξεκουραστεί, όταν κατά τις έντεκα χτύπησε το κουδούνι. Πήγε ν’ ανοίξει και είδε τον Ρωμανό στο κατώφλι – μούσκεμα, με κοκκινισμένα μάτια κι ένα τσαλακωμένο χαρτί στο χέρι. Δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Η Κατερίνα τον τράβηξε μέσα, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα, τον αγκάλιασε σφιχτά και εκείνος κατέρρευσε στην αγκαλιά της. – Δεν είναι δικό μου, – ψιθύρισε και η Κατερίνα ένιωσε το σπαραγμό σε δύο μόλις λέξεις. – Τέσσερα χρόνια, Κατερίνα. Και όλο αυτό ήταν ψέμα. Η Κατερίνα απλώς τον χάιδεψε κι έμεινε δίπλα, χωρίς να μιλά. Το διαζύγιο πήρε μήνες γεμάτους ένταση. Η Κατερίνα πήγαινε μαζί του στον δικηγόρο, ετοίμαζε φαγητό τα βράδια που εκείνος ερχόταν κουρασμένος, χωρίς να απαιτεί τίποτα για τον εαυτό της, αν και πολλές φορές έβρισκε τον εαυτό της τρομαγμένο κι εγκαταλειμμένο. Σιγά-σιγά όμως ο Ρωμανός επανερχόταν, μέρα με τη μέρα. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Παντρεύτηκαν απλά, χωρίς φανφάρες, σε ένα δημαρχείο. Η Κατερίνα το ομολόγησε: ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής της, γιατί ήταν αληθινή. Η καινούρια κοινή τους σπίτι μύριζε ακόμα φρέσκια μπογιά και λίγη σκόνη, αλλά η Κατερίνα το αγαπούσε αυτό – ήταν ένα νέο ξεκίνημα. Το δικό τους ξεκίνημα. Μετά ήρθε ο Λέων. Της τον έφεραν στο θάλαμο, μικροσκοπικό, σουφρωμένο και θυμωμένο. Ο Ρωμανός δίπλα κρατούσε την ανάσα του, κι η Κατερίνα σκέφτηκε: πέρυσι όλα αυτά έμοιαζαν αδύνατα. Δύο εβδομάδες μετά, η Κατερίνα του άφησε φάκελο με τα αποτελέσματα του DNA. Εκείνος τον κοίταξε, κοίταξε κι εκείνη και χαμογέλασε. – Κατερίνα, δεν το χρειάζομαι αυτό από σένα. – Άνοιξέ το. Δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης, είναι για τη σιγουριά μας. Να ξέρουμε ότι αυτό το μικρό μωρό είναι δικό μας. Εκείνος άνοιξε το χαρτί, το διάβασε, το άφησε στο τραπέζι, κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε, μαζί με τον Λέων. Έτσι έμειναν τρεις, ώσπου άρχισαν να ακούγονται τα βήματα από τους γείτονες. Η Κατερίνα έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε πως οι γονείς της τελικά μαλάκωσαν, πως ο πατέρας της χαιρέτησε εγκάρδια τον Ρωμανό κι έσπευσε να βοηθήσει να φτιάξουν την κούνια του μωρού και πως η Μαρίνα έφερε για τον εγγονό τεράστιες πλεκτές καλτσούλες, φτιαγμένες με τόση αγάπη που σπαράκισε η Κατερίνα. Και σκέφτηκε πως ίσως τελικά είχε δίκιο τότε, όταν αποφάσισε να μη τα παρατήσει.

Μαμά, άραξε λίγο γιατί έχω να σου πω κάτι τρελό.

Η Ειρήνη έπεσε στον καναπέ δίπλα στη Μαρία, μαζεύοντας το πόδι της κάτω από το σώμα της για να βολευτεί καλύτερα. Τα μάτια της έλαμπαν τόσο πολύ, που η Μαρία άφησε το βιβλίο στην άκρη και έβγαλε τα γυαλιά της τέτοιο βλέμμα είχε να δει στην κόρη της από τότε που ήταν περίπου δώδεκα χρονών και κέρδισε τον διαγωνισμό λογοτεχνίας του σχολείου.

Γνώρισα έναν άντρα. Σε ένα καφέ, τελείως τυχαία. Οκ, όχι και τόσο τυχαία καθόμασταν σε διπλανά τραπέζια, μίλησε πρώτος εκείνος και μετά μιλούσαμε τρεις ώρες, το φαντάζεσαι;

Η Ειρήνη μιλούσε γρήγορα, πηδούσε από τη μια λεπτομέρεια στην άλλη και όλο γύρναγε πίσω. Τον λένε Νίκο, είναι τριαντατεσσάρων, δουλεύει σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, έχει απίστευτο χιούμορ και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που την ακούει μέχρι τέλους χωρίς να την διακόπτει. Τρεις φορές βγήκαν μέσα σε δέκα μέρες. Το τρίτο ραντεβού το τελείωσαν περπατώντας στην παραλία της Θεσσαλονίκης μέχρι τις δύο τα ξημερώματα και οι δυο είχαν να ξυπνήσουν νωρίς για τη δουλειά.

Με καταλαβαίνει όπως κανείς πριν. Λέω κάτι και το πιάνει αμέσως και λέω „Θεέ μου, από πού μου ήρθες;”

Η Μαρία την άκουγε γέρνοντας λίγο το κεφάλι, ώσπου σε κάποια φάση κούνησε σιγά το κεφάλι, όχι επικριτικά, πιο πολύ με απορία.

Σε βλέπω που λάμπεις ολόκληρη. Από καιρό είχες να είσαι έτσι, Ειρήνη.

Και κάπου εκεί η Ειρήνη σταμάτησε. Όχι απότομα, πιο πολύ σα να ξέμεινε σιγά σιγά από λέξεις κι από μέσα της να βγαίνει κάτι βαρύ. Κοίταξε τα χέρια της, μπλεγμένα, και έμεινε έτσι μερικά δευτερόλεπτα να μαζέψει κουράγιο.

Αλλά…

Τι „αλλά”; Η Μαρία συνοφρυώθηκε και έσκυψε μπροστά, κοιτώντας την στην ψυχή. Ειρήνη, τι συμβαίνει;

Είναι παντρεμένος.

Η Μαρία έγειρε αργά στην πλάτη του καναπέ. Ήταν σιωπηλή καμιά πεντάδα δευτερόλεπτα, αλλά στης Ειρήνης το μυαλό αυτός ο χρόνος έφτανε για να μετανιώσει κάθε παράγραφο των τελευταίων δεκαπέντε λεπτών.

Ειρήνη, αυτό δεν είναι απλά „αλλά”. Είναι χοντρό. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Εισβάλλεις σε μια οικογένεια. Τον παίρνεις από τη γυναίκα του.

Μαμά, εκείνος μου λέει ότι δεν αγαπάει πια τη γυναίκα του. Δεν τον κρατά τίποτα εκεί παρά μόνο το παιδί του. Ίδια τα λόγια του, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου.

Και το παιδί, δηλαδή, δεν μετράει; Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Χώνεσαι σε ξένη ζωή και βγάζεις εσύ το συμπέρασμα για το πού πρέπει να είναι ο άλλος.

Μα δεν επιλέγω εγώ, μαμά, εγώ απλά…

Εσύ απλώς βγαίνεις με έναν παντρεμένο. Τρεις φορές σε δέκα μέρες. Και τρέχεις όλο χαρά να μου το πεις, λες και δεν υπάρχει τίποτα λάθος σε αυτό.

Η Ειρήνη σηκώθηκε από τον καναπέ γιατί, στ αλήθεια, δεν άντεχε να κάτσει άλλο εκεί και να ακούει. Η Μαρία σηκώθηκε κι εκείνη, αλλά δεν πήγε πιο κοντά έμεινε πίσω, γεγονός που έκανε την Ειρήνη να αισθανθεί ακόμη χειρότερα, γιατί αν την είχε πάρει μια αγκαλιά, ίσως και να την άντεχε. Μα απλώς στεκόταν εκεί κι η Ειρήνη άρπαξε το μπουφάν, πέρασε τα μανίκια άτσαλα και βγήκε, προσπαθώντας να καταπιεί τα δάκρυα που τινάχτηκαν ανεξέλεγκτα.

Στο σπίτι της κάθισε καμιά εικοσάλεπτα στην είσοδο, με τις παλάμες στα βρεγμένα της μάγουλα. Το κινητό άρχισε να δονείται στην τσέπη του μπουφάν και το όνομά του φώτισε την οθόνη. Η Ειρήνη σκούπισε το πρόσωπο στο μανίκι, πήρε μια ανάσα να συμμαζευτεί κάπως και απάντησε.

Έλα, Ο Νίκος το είπε τόσο τρυφερά που η Ειρήνη αναμενόταν να λυγίσει πάλι και να παλέψει να μην κλάψει στο ακουστικό.

Τα είπα στη μαμά. Για σένα. Για εμάς.

Και πώς αντέδρασε;

Χάλια. Μου είπε ότι χαλάω μια οικογένεια, ότι είμαι χάλια άνθρωπος. Όχι έτσι ακριβώς, αλλά αυτό εννοούσε.

Ο Νίκος σιώπησε, και η Ειρήνη άκουγε την ανάσα του στη γραμμή, να ψάχνει λέξεις.

Ειρήνη, κοίτα… Ούτε εγώ πια ξέρω τι να κάνω. Η μικρή είναι τεσσάρων και κάθε μέρα σκέφτομαι τι θα γίνει μ αυτήν, και αν φύγω θα την προδώσω. Μα ούτε έτσι μπορώ να ζω άλλο. Νομίζω πως η Αννα με απατάει. Αυτό θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω αν φτάσουμε στα δικαστήρια, αλλά…

Σταμάτησε απότομα. Η Ειρήνη για μερικά δευτερόλεπτα άκουγε μόνο τη σιωπή. Κάτι άστραψε στο μυαλό της μια σκέψη που μάλλον είχε βαθιά στο ξεχασμένο, κι ακόμα δεν την είχε πει δυνατά.

Νίκο, είσαι σίγουρος πως η μικρή είναι δική σου; Εσύ ο ίδιος λες πως έχεις αμφιβολίες.

Σιωπή…

…Ο Νίκος δεν πήρε τηλέφωνο ούτε εκείνο το βράδυ, ούτε την άλλη μέρα. Η Ειρήνη του έστειλε απλώς ένα μήνυμα, χωρίς αιτήματα απλά ένα „είμαι εδώ”. Η απάντηση ήρθε μετά από ένα εικοσιτετράωρο: «Έκανα τεστ. Περιμένω αποτελέσματα. Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, συγγνώμη». Η Ειρήνη δεν επέμεινε, αν και της πήρε μεγάλη προσπάθεια να μην τον πάρει.

Ο μήνας πέρασε βασανιστικά αργά λες και ο χρόνος το έκανε επίτηδες. Ο Νίκος καλούσε πότε αργά, πότε για ελάχιστα, και η Ειρήνη σε κάθε κουβέντα του καταλάβαινε πόσο χάλια ήταν: από τις παύσεις, από τον τρόπο που άλλαζε θέμα στα καλά καθούμενα.

Δεν τον πίεζε, δεν ρώταγε πράγματα. Ήταν εκεί στην άλλη άκρη να μιλάει για τη δουλειά της, για το καινούριο φούρνο με τα ονειρεμένα κρουασάν στη γειτονιά, για ό,τι πρόκυπτε έτσι, για να καταφέρνει εκείνος να ξεφύγει για πέντε λεπτά.

Και φτάνει ένα βράδυ Πέμπτης, που έξω ρίχνει καρέκλες, και η Ειρήνη πέφτει νωρίς για ύπνο, να ξεκουραστεί λιγάκι. Κι εκεί κατά τις 11, χτυπάει το κουδούνι. Σηκώνει μια ζακέτα στους ώμους, πάει να ανοίξει και στη πόρτα στέκεται ο Νίκος.

Διάτρητος στη βροχή, μάτια πρησμένα, κρατώντας ένα τσαλακωμένο χαρτί στη χούφτα. Δεν είπε τίποτα ούτε χρειαζόταν. Η Ειρήνη κατάλαβε προτού δει το χαρτί. Τον τράβηξε μέσα, έκλεισε με το πόδι την πόρτα, και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που επιτέλους λύγισε και έβαλε το μέτωπο στον ώμο της.

Δεν είναι δικό μου, ψέλλισε, κι η Ειρήνη ένιωσε κάψιμο με το πόσος πόνος χωρούσε σε δυο λέξεις. Τέσσερα χρόνια, Ειρήνη. Τέσσερα χρόνια να πιστεύω πως έχω μια κόρη. Κι εκείνη ήξερε και δεν είπε τίποτα.

Η Ειρήνη του χάιδευε τα βρεγμένα μαλλιά, χωρίς λόγια δεν χρειαζόταν συμβουλή ή παρηγοριά, χρειαζόταν απλώς κάποιον να κρατηθεί.

Το διαζύγιο κράτησε μήνες, κουραστικούς και σκληρούς. Η Ειρήνη ήταν μαζί του σε ραντεβού με δικηγόρους, έπαιρνε τα χαρτιά, μαγείρευε όταν εκείνος γύρναγε ζωντανός-νεκρός μετά από ακόμα μία διαδικασία.

Δεν παραπονιόταν, δεν ήθελε προσοχή αν και είχε στιγμές μοναξιάς και φόβου. Όμως ο Νίκος σιγά σιγά ξαναβρήκε τον εαυτό του, η σταθερότητα που του είχε διαλύσει η Άννα ξαναχτίστηκε από την αρχή.

Πέρασε σχεδόν χρόνος. Παντρεύτηκαν ήσυχα, χωρίς φανφάρες, σε ένα απλό ληξιαρχείο στη Θεσσαλονίκη. Η Ειρήνη παραδέχτηκε πως ήταν η πιο αληθινή μέρα της ζωής της όλα καινούρια, γνήσια. Και στο καινούργιο σπίτι, με άρωμα φρεσκοβαμμένου τοίχου κι ακόμη λίγη σκόνη μπογιάς, η Ειρήνη λάτρευε αυτή τη μυρωδιά της αρχής. Της δικής τους αρχής.

Και μετά γεννήθηκε ο Λέων. Τον έφεραν στην Ειρήνη στο δωμάτιο, μικροσκοπικό κι έξαλλο από το κλάμα. Κοίταξε τον Νίκο δίπλα της, να φοβάται να ανασάνει, και σκέφτηκε πως ένα χρόνο πριν όλα αυτά της φαίνονταν αδύνατα.

Δυο βδομάδες μετά, αφήνει ένα φάκελο με τα αποτελέσματα DNA μπροστά του. Εκείνος κοιτάει το φάκελο, μετά εκείνη, και κουνάει το κεφάλι.

Έλα τώρα, Ειρήνη. Από σένα δεν χρειάζεται τέτοιο πράγμα.

Άνοιξέ το, ανέβηκε πάνω στον καναπέ με τα γόνατα, πήρε τον κοιμισμένο Λέων στην αγκαλιά Δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης, είναι για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Ποιος ξέρει, μπορεί στο μαιευτήριο να έγινε αλλαγή και να μη το μάθαμε ποτέ. Ενώ έτσι ξέρουμε πως αυτό το μωρό είναι δικό μας.

Ο Νίκος διάβασε το χαρτί, το άφησε στο τραπέζι, μετά ήρθε δίπλα, τους αγκάλιασε προσεκτικά όλους και έμειναν έτσι οι τρεις τους, μέχρι που ακούστηκαν οι γείτονες στον πάνω όροφο. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια κι αναλογίστηκε πως οι γονείς της τελικά τους αποδέχτηκαν ο πατέρας έσφιξε το χέρι του Νίκου την προηγούμενη βδομάδα κι έφερε ακόμα και τα εργαλεία να βοηθήσει να στήσουν την κούνια του μωρού. Η Μαρία τους έφερε πλεχτά καλτσάκια για τον Λέων, δυο νούμερα μεγαλύτερα, αλλά πανέμορφα και φτιαγμένα με αγάπη που την έκανε να βουρκώσει.

Και σκέφτηκε πως τελικά είχε δίκιο, τότε, εκείνη τη χρονιά που αποφάσισε να μην τα παρατήσει.

Oceń artykuł
Του τον Πήρα – Μαμά, άκου αυτό που θα σου πω τώρα, αλλά πρώτα κάθισε. Η Κατερίνα σωριάστηκε στον καναπέ δίπλα στη Μαρίνα και τράβηξε το πόδι της κάτω από τον εαυτό της, βολεύοντας καλύτερα. Τα μάτια της έλαμπαν τόσο, που η Μαρίνα άφησε το βιβλίο και έβγαλε τα γυαλιά της, γιατί η κόρη της είχε να έρθει έτσι, λαμπερή, από τότε που κέρδισε τη δημοτική Ολυμπιάδα λογοτεχνίας στα δώδεκά της. – Γνώρισα έναν άντρα. Σε μια καφετέρια, εντελώς τυχαία. Δηλαδή, όχι ακριβώς τυχαία, καθόμασταν σε διπλανά τραπέζια, μίλησε πρώτος, μετά μιλούσαμε για τρεις ώρες, το φαντάζεσαι; Η Κατερίνα μιλούσε γρήγορα, πηδούσε από το ένα στο άλλο, μπέρδευε λεπτομέρειες, επέστρεφε πίσω. Τον λένε Ρωμανό, είναι τριάντα τεσσάρων, δουλεύει σε αρχιτεκτονικό γραφείο, έχει φοβερό χιούμορ και είναι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που την ακούει μέχρι τέλους χωρίς να τη διακόπτει. Τρία ραντεβού σε δέκα μέρες. Το τρίτο τελείωσε με βόλτα στην παραλία μέχρι τις δύο το βράδυ, ξεχάσανε και οι δύο ότι το πρωί είχαν δουλειά. – Με καταλαβαίνει όπως κανένας άλλος. Λέω κάτι κι αυτός αμέσως το συνεχίζει, και σκέφτομαι, Θεέ μου, πού εμφανίστηκες εσύ; Η Μαρίνα την άκουγε με ελαφριά κλίση του κεφαλιού και κάποιες στιγμές κουνούσε το κεφάλι της, όχι επικριτικά, μάλλον με έκπληξη. – Σε βλέπω να λάμπεις, Κατερίνα. Έχει καιρό να σε δω έτσι. Κι εκεί η Κατερίνα σταμάτησε. Όχι απότομα, αλλά λες και όλες οι ξέγνοιαστες λέξεις αποστραγγίστηκαν απ’ αυτήν σταγόνα-σταγόνα, και έμεινε κάτι τελείως διαφορετικό. Κατέβασε το βλέμμα στα πλεγμένα της δάχτυλα και έμεινε για λίγες στιγμές σιωπηλή, μαζεύοντας θάρρος. – Αλλά… – Τι „αλλά”; – ρώτησε ανήσυχα η Μαρίνα. – Είναι παντρεμένος. Η Μαρίνα κάθισε πίσω στο μαξιλάρι. Σιώπησε για πέντε δευτερόλεπτα, αρκετά για να μετανιώσει η Κατερίνα που άνοιξε την καρδιά της τελευταία δεκαπεντάλεπτη. – Αυτό δεν είναι απλώς ένα „αλλά”, Κατερίνα. Αυτό είναι τρομερό. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Διαλύεις μια οικογένεια. Παίρνεις τον άντρα άλλης. – Μαμά, μου είπε ότι δεν αγαπάει τη γυναίκα του πια. Τον κρατάει μόνο το παιδί, το είπε ξεκάθαρα. – Και το παιδί, δηλαδή, δεν μετράει; Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Μπαίνεις κατευθείαν στη ζωή άλλων και αποφασίζεις για τις σχέσεις τους. – Δεν αποφασίζω τίποτα, μαμά, απλά… – Απλά βγαίνεις με παντρεμένο. Τρεις φορές σε δέκα μέρες. Και έρχεσαι να μου το λες με τέτοια χαρά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα τρομερό. Η Κατερίνα σηκώθηκε, γιατί δεν άντεχε άλλο δίπλα στη μητέρα της. Η Μαρίνα όμως δεν την ακολούθησε, έμεινε στον καναπέ και αυτό έκανε τη στιγμή ακόμη πιο βαριά. Αν την αγκάλιαζε θα το άντεχε η Κατερίνα. Αντ’ αυτού, πήρε το μπουφάν της, κατάφερε μετά βίας να το φορέσει και βγήκε από το σπίτι, καταπίνοντας δάκρυα. Στο σπίτι της κάθισε είκοσι λεπτά στην είσοδο, με τις παλάμες στα βρεγμένα της μάγουλα. Το κινητό της δόνησε στην τσέπη, και στην οθόνη έλαμψε το όνομά του. Η Κατερίνα σκούπισε το πρόσωπο με το μανίκι της πριν απαντήσει. – Έλα, – ο Ρωμανός το είπε απαλά και η Κατερίνα πάλεψε να κρατηθεί να μην κλάψει στο τηλέφωνο. – Το είπα στη μαμά. Για σένα. Για εμάς. – Και πώς αντέδρασε; – Χάλια. Μου είπε ότι καταστρέφω μια οικογένεια. Ότι είμαι φρικτή. Όχι ακριβώς έτσι, αλλά αυτό ήταν το νόημα. Ο Ρωμανός σιώπησε, και εκείνη άκουσε την αναπνοή του στην άλλη γραμμή καθώς σκεφτόταν. – Κατερίνα, να σου πω… Εγώ δεν ξέρω πια πού να σταθώ. Η κόρη μου είναι τεσσάρων, τη σκέφτομαι κάθε μέρα, και νιώθω πως αν φύγω, θα την προδώσω. Αλλά δεν αντέχω άλλο έτσι. Νομίζω ότι η Κωνσταντίνα με απατά. Κι αυτό ίσως παίξει ρόλο αν πάμε στα δικαστήρια, αλλά… Σταμάτησε και η Κατερίνα ένιωσε πως μια σκέψη που καθόταν στο περιθώριο του μυαλού της καιρό τώρα, έφτασε στην επιφάνεια. – Ρωμανέ, είσαι σίγουρος πως το παιδί είναι δικό σου; Από όσα λες, υποψιάζεσαι ότι σε απατά. Σιωπή… …Ο Ρωμανός δεν ξανατηλεφώνησε εκείνο το βράδυ, ούτε την επόμενη. Η Κατερίνα του έστειλε ένα απλό μήνυμα, διακριτικό, για να δείξει πως είναι εκεί. Η απάντηση ήρθε μετά από μία μέρα: «Έκανα το τεστ. Περιμένω απάντηση. Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, συγγνώμη». Και η Κατερίνα δεν επέμεινε, αν και με το ζόρι κρατήθηκε. Ο μήνας πέρασε μαρτυρικά αργά. Ο Ρωμανός τηλεφωνούσε σπάνια και πάντα φαίνονταν η απόγνωση στη φωνή του, τις σιωπές ανάμεσα, την προσπάθεια να αλλάξει θέμα. Η Κατερίνα δεν ρωτούσε τίποτα, δεν πίεζε, μόνο ήταν εκεί, μιλούσε για καθημερινά πράγματα, για τη δουλειά, για ένα φούρνο με τρελά κρουασάν στη γειτονιά, για να πάρει μια ανάσα εκείνος. Μετά ήρθε εκείνη η καταιγίδα της Πέμπτης. Η Κατερίνα ξάπλωσε νωρίς να ξεκουραστεί, όταν κατά τις έντεκα χτύπησε το κουδούνι. Πήγε ν’ ανοίξει και είδε τον Ρωμανό στο κατώφλι – μούσκεμα, με κοκκινισμένα μάτια κι ένα τσαλακωμένο χαρτί στο χέρι. Δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Η Κατερίνα τον τράβηξε μέσα, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα, τον αγκάλιασε σφιχτά και εκείνος κατέρρευσε στην αγκαλιά της. – Δεν είναι δικό μου, – ψιθύρισε και η Κατερίνα ένιωσε το σπαραγμό σε δύο μόλις λέξεις. – Τέσσερα χρόνια, Κατερίνα. Και όλο αυτό ήταν ψέμα. Η Κατερίνα απλώς τον χάιδεψε κι έμεινε δίπλα, χωρίς να μιλά. Το διαζύγιο πήρε μήνες γεμάτους ένταση. Η Κατερίνα πήγαινε μαζί του στον δικηγόρο, ετοίμαζε φαγητό τα βράδια που εκείνος ερχόταν κουρασμένος, χωρίς να απαιτεί τίποτα για τον εαυτό της, αν και πολλές φορές έβρισκε τον εαυτό της τρομαγμένο κι εγκαταλειμμένο. Σιγά-σιγά όμως ο Ρωμανός επανερχόταν, μέρα με τη μέρα. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος. Παντρεύτηκαν απλά, χωρίς φανφάρες, σε ένα δημαρχείο. Η Κατερίνα το ομολόγησε: ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής της, γιατί ήταν αληθινή. Η καινούρια κοινή τους σπίτι μύριζε ακόμα φρέσκια μπογιά και λίγη σκόνη, αλλά η Κατερίνα το αγαπούσε αυτό – ήταν ένα νέο ξεκίνημα. Το δικό τους ξεκίνημα. Μετά ήρθε ο Λέων. Της τον έφεραν στο θάλαμο, μικροσκοπικό, σουφρωμένο και θυμωμένο. Ο Ρωμανός δίπλα κρατούσε την ανάσα του, κι η Κατερίνα σκέφτηκε: πέρυσι όλα αυτά έμοιαζαν αδύνατα. Δύο εβδομάδες μετά, η Κατερίνα του άφησε φάκελο με τα αποτελέσματα του DNA. Εκείνος τον κοίταξε, κοίταξε κι εκείνη και χαμογέλασε. – Κατερίνα, δεν το χρειάζομαι αυτό από σένα. – Άνοιξέ το. Δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης, είναι για τη σιγουριά μας. Να ξέρουμε ότι αυτό το μικρό μωρό είναι δικό μας. Εκείνος άνοιξε το χαρτί, το διάβασε, το άφησε στο τραπέζι, κάθισε δίπλα της και την αγκάλιασε, μαζί με τον Λέων. Έτσι έμειναν τρεις, ώσπου άρχισαν να ακούγονται τα βήματα από τους γείτονες. Η Κατερίνα έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε πως οι γονείς της τελικά μαλάκωσαν, πως ο πατέρας της χαιρέτησε εγκάρδια τον Ρωμανό κι έσπευσε να βοηθήσει να φτιάξουν την κούνια του μωρού και πως η Μαρίνα έφερε για τον εγγονό τεράστιες πλεκτές καλτσούλες, φτιαγμένες με τόση αγάπη που σπαράκισε η Κατερίνα. Και σκέφτηκε πως ίσως τελικά είχε δίκιο τότε, όταν αποφάσισε να μη τα παρατήσει.