Μαμά, άραξε λίγο γιατί έχω να σου πω κάτι τρελό.
Η Ειρήνη έπεσε στον καναπέ δίπλα στη Μαρία, μαζεύοντας το πόδι της κάτω από το σώμα της για να βολευτεί καλύτερα. Τα μάτια της έλαμπαν τόσο πολύ, που η Μαρία άφησε το βιβλίο στην άκρη και έβγαλε τα γυαλιά της τέτοιο βλέμμα είχε να δει στην κόρη της από τότε που ήταν περίπου δώδεκα χρονών και κέρδισε τον διαγωνισμό λογοτεχνίας του σχολείου.
Γνώρισα έναν άντρα. Σε ένα καφέ, τελείως τυχαία. Οκ, όχι και τόσο τυχαία καθόμασταν σε διπλανά τραπέζια, μίλησε πρώτος εκείνος και μετά μιλούσαμε τρεις ώρες, το φαντάζεσαι;
Η Ειρήνη μιλούσε γρήγορα, πηδούσε από τη μια λεπτομέρεια στην άλλη και όλο γύρναγε πίσω. Τον λένε Νίκο, είναι τριαντατεσσάρων, δουλεύει σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, έχει απίστευτο χιούμορ και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που την ακούει μέχρι τέλους χωρίς να την διακόπτει. Τρεις φορές βγήκαν μέσα σε δέκα μέρες. Το τρίτο ραντεβού το τελείωσαν περπατώντας στην παραλία της Θεσσαλονίκης μέχρι τις δύο τα ξημερώματα και οι δυο είχαν να ξυπνήσουν νωρίς για τη δουλειά.
Με καταλαβαίνει όπως κανείς πριν. Λέω κάτι και το πιάνει αμέσως και λέω „Θεέ μου, από πού μου ήρθες;”
Η Μαρία την άκουγε γέρνοντας λίγο το κεφάλι, ώσπου σε κάποια φάση κούνησε σιγά το κεφάλι, όχι επικριτικά, πιο πολύ με απορία.
Σε βλέπω που λάμπεις ολόκληρη. Από καιρό είχες να είσαι έτσι, Ειρήνη.
Και κάπου εκεί η Ειρήνη σταμάτησε. Όχι απότομα, πιο πολύ σα να ξέμεινε σιγά σιγά από λέξεις κι από μέσα της να βγαίνει κάτι βαρύ. Κοίταξε τα χέρια της, μπλεγμένα, και έμεινε έτσι μερικά δευτερόλεπτα να μαζέψει κουράγιο.
Αλλά…
Τι „αλλά”; Η Μαρία συνοφρυώθηκε και έσκυψε μπροστά, κοιτώντας την στην ψυχή. Ειρήνη, τι συμβαίνει;
Είναι παντρεμένος.
Η Μαρία έγειρε αργά στην πλάτη του καναπέ. Ήταν σιωπηλή καμιά πεντάδα δευτερόλεπτα, αλλά στης Ειρήνης το μυαλό αυτός ο χρόνος έφτανε για να μετανιώσει κάθε παράγραφο των τελευταίων δεκαπέντε λεπτών.
Ειρήνη, αυτό δεν είναι απλά „αλλά”. Είναι χοντρό. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει; Εισβάλλεις σε μια οικογένεια. Τον παίρνεις από τη γυναίκα του.
Μαμά, εκείνος μου λέει ότι δεν αγαπάει πια τη γυναίκα του. Δεν τον κρατά τίποτα εκεί παρά μόνο το παιδί του. Ίδια τα λόγια του, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου.
Και το παιδί, δηλαδή, δεν μετράει; Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Χώνεσαι σε ξένη ζωή και βγάζεις εσύ το συμπέρασμα για το πού πρέπει να είναι ο άλλος.
Μα δεν επιλέγω εγώ, μαμά, εγώ απλά…
Εσύ απλώς βγαίνεις με έναν παντρεμένο. Τρεις φορές σε δέκα μέρες. Και τρέχεις όλο χαρά να μου το πεις, λες και δεν υπάρχει τίποτα λάθος σε αυτό.
Η Ειρήνη σηκώθηκε από τον καναπέ γιατί, στ αλήθεια, δεν άντεχε να κάτσει άλλο εκεί και να ακούει. Η Μαρία σηκώθηκε κι εκείνη, αλλά δεν πήγε πιο κοντά έμεινε πίσω, γεγονός που έκανε την Ειρήνη να αισθανθεί ακόμη χειρότερα, γιατί αν την είχε πάρει μια αγκαλιά, ίσως και να την άντεχε. Μα απλώς στεκόταν εκεί κι η Ειρήνη άρπαξε το μπουφάν, πέρασε τα μανίκια άτσαλα και βγήκε, προσπαθώντας να καταπιεί τα δάκρυα που τινάχτηκαν ανεξέλεγκτα.
Στο σπίτι της κάθισε καμιά εικοσάλεπτα στην είσοδο, με τις παλάμες στα βρεγμένα της μάγουλα. Το κινητό άρχισε να δονείται στην τσέπη του μπουφάν και το όνομά του φώτισε την οθόνη. Η Ειρήνη σκούπισε το πρόσωπο στο μανίκι, πήρε μια ανάσα να συμμαζευτεί κάπως και απάντησε.
Έλα, Ο Νίκος το είπε τόσο τρυφερά που η Ειρήνη αναμενόταν να λυγίσει πάλι και να παλέψει να μην κλάψει στο ακουστικό.
Τα είπα στη μαμά. Για σένα. Για εμάς.
Και πώς αντέδρασε;
Χάλια. Μου είπε ότι χαλάω μια οικογένεια, ότι είμαι χάλια άνθρωπος. Όχι έτσι ακριβώς, αλλά αυτό εννοούσε.
Ο Νίκος σιώπησε, και η Ειρήνη άκουγε την ανάσα του στη γραμμή, να ψάχνει λέξεις.
Ειρήνη, κοίτα… Ούτε εγώ πια ξέρω τι να κάνω. Η μικρή είναι τεσσάρων και κάθε μέρα σκέφτομαι τι θα γίνει μ αυτήν, και αν φύγω θα την προδώσω. Μα ούτε έτσι μπορώ να ζω άλλο. Νομίζω πως η Αννα με απατάει. Αυτό θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω αν φτάσουμε στα δικαστήρια, αλλά…
Σταμάτησε απότομα. Η Ειρήνη για μερικά δευτερόλεπτα άκουγε μόνο τη σιωπή. Κάτι άστραψε στο μυαλό της μια σκέψη που μάλλον είχε βαθιά στο ξεχασμένο, κι ακόμα δεν την είχε πει δυνατά.
Νίκο, είσαι σίγουρος πως η μικρή είναι δική σου; Εσύ ο ίδιος λες πως έχεις αμφιβολίες.
Σιωπή…
…Ο Νίκος δεν πήρε τηλέφωνο ούτε εκείνο το βράδυ, ούτε την άλλη μέρα. Η Ειρήνη του έστειλε απλώς ένα μήνυμα, χωρίς αιτήματα απλά ένα „είμαι εδώ”. Η απάντηση ήρθε μετά από ένα εικοσιτετράωρο: «Έκανα τεστ. Περιμένω αποτελέσματα. Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, συγγνώμη». Η Ειρήνη δεν επέμεινε, αν και της πήρε μεγάλη προσπάθεια να μην τον πάρει.
Ο μήνας πέρασε βασανιστικά αργά λες και ο χρόνος το έκανε επίτηδες. Ο Νίκος καλούσε πότε αργά, πότε για ελάχιστα, και η Ειρήνη σε κάθε κουβέντα του καταλάβαινε πόσο χάλια ήταν: από τις παύσεις, από τον τρόπο που άλλαζε θέμα στα καλά καθούμενα.
Δεν τον πίεζε, δεν ρώταγε πράγματα. Ήταν εκεί στην άλλη άκρη να μιλάει για τη δουλειά της, για το καινούριο φούρνο με τα ονειρεμένα κρουασάν στη γειτονιά, για ό,τι πρόκυπτε έτσι, για να καταφέρνει εκείνος να ξεφύγει για πέντε λεπτά.
Και φτάνει ένα βράδυ Πέμπτης, που έξω ρίχνει καρέκλες, και η Ειρήνη πέφτει νωρίς για ύπνο, να ξεκουραστεί λιγάκι. Κι εκεί κατά τις 11, χτυπάει το κουδούνι. Σηκώνει μια ζακέτα στους ώμους, πάει να ανοίξει και στη πόρτα στέκεται ο Νίκος.
Διάτρητος στη βροχή, μάτια πρησμένα, κρατώντας ένα τσαλακωμένο χαρτί στη χούφτα. Δεν είπε τίποτα ούτε χρειαζόταν. Η Ειρήνη κατάλαβε προτού δει το χαρτί. Τον τράβηξε μέσα, έκλεισε με το πόδι την πόρτα, και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που επιτέλους λύγισε και έβαλε το μέτωπο στον ώμο της.
Δεν είναι δικό μου, ψέλλισε, κι η Ειρήνη ένιωσε κάψιμο με το πόσος πόνος χωρούσε σε δυο λέξεις. Τέσσερα χρόνια, Ειρήνη. Τέσσερα χρόνια να πιστεύω πως έχω μια κόρη. Κι εκείνη ήξερε και δεν είπε τίποτα.
Η Ειρήνη του χάιδευε τα βρεγμένα μαλλιά, χωρίς λόγια δεν χρειαζόταν συμβουλή ή παρηγοριά, χρειαζόταν απλώς κάποιον να κρατηθεί.
Το διαζύγιο κράτησε μήνες, κουραστικούς και σκληρούς. Η Ειρήνη ήταν μαζί του σε ραντεβού με δικηγόρους, έπαιρνε τα χαρτιά, μαγείρευε όταν εκείνος γύρναγε ζωντανός-νεκρός μετά από ακόμα μία διαδικασία.
Δεν παραπονιόταν, δεν ήθελε προσοχή αν και είχε στιγμές μοναξιάς και φόβου. Όμως ο Νίκος σιγά σιγά ξαναβρήκε τον εαυτό του, η σταθερότητα που του είχε διαλύσει η Άννα ξαναχτίστηκε από την αρχή.
Πέρασε σχεδόν χρόνος. Παντρεύτηκαν ήσυχα, χωρίς φανφάρες, σε ένα απλό ληξιαρχείο στη Θεσσαλονίκη. Η Ειρήνη παραδέχτηκε πως ήταν η πιο αληθινή μέρα της ζωής της όλα καινούρια, γνήσια. Και στο καινούργιο σπίτι, με άρωμα φρεσκοβαμμένου τοίχου κι ακόμη λίγη σκόνη μπογιάς, η Ειρήνη λάτρευε αυτή τη μυρωδιά της αρχής. Της δικής τους αρχής.
Και μετά γεννήθηκε ο Λέων. Τον έφεραν στην Ειρήνη στο δωμάτιο, μικροσκοπικό κι έξαλλο από το κλάμα. Κοίταξε τον Νίκο δίπλα της, να φοβάται να ανασάνει, και σκέφτηκε πως ένα χρόνο πριν όλα αυτά της φαίνονταν αδύνατα.
Δυο βδομάδες μετά, αφήνει ένα φάκελο με τα αποτελέσματα DNA μπροστά του. Εκείνος κοιτάει το φάκελο, μετά εκείνη, και κουνάει το κεφάλι.
Έλα τώρα, Ειρήνη. Από σένα δεν χρειάζεται τέτοιο πράγμα.
Άνοιξέ το, ανέβηκε πάνω στον καναπέ με τα γόνατα, πήρε τον κοιμισμένο Λέων στην αγκαλιά Δεν είναι θέμα εμπιστοσύνης, είναι για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Ποιος ξέρει, μπορεί στο μαιευτήριο να έγινε αλλαγή και να μη το μάθαμε ποτέ. Ενώ έτσι ξέρουμε πως αυτό το μωρό είναι δικό μας.
Ο Νίκος διάβασε το χαρτί, το άφησε στο τραπέζι, μετά ήρθε δίπλα, τους αγκάλιασε προσεκτικά όλους και έμειναν έτσι οι τρεις τους, μέχρι που ακούστηκαν οι γείτονες στον πάνω όροφο. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια κι αναλογίστηκε πως οι γονείς της τελικά τους αποδέχτηκαν ο πατέρας έσφιξε το χέρι του Νίκου την προηγούμενη βδομάδα κι έφερε ακόμα και τα εργαλεία να βοηθήσει να στήσουν την κούνια του μωρού. Η Μαρία τους έφερε πλεχτά καλτσάκια για τον Λέων, δυο νούμερα μεγαλύτερα, αλλά πανέμορφα και φτιαγμένα με αγάπη που την έκανε να βουρκώσει.
Και σκέφτηκε πως τελικά είχε δίκιο, τότε, εκείνη τη χρονιά που αποφάσισε να μην τα παρατήσει.





